Στην Επίτροπο Διοικήσεως προσέφυγε πολίτης ο οποίος κατήγγειλε απαξιωτική και αδιάφορη συμπεριφορά αστυνομικού κατά την ώρα της καταγγελίας. Ο παραπονούμενος είχε δεχθεί καταγγελία για επίθεση.
Το περιστατικό σημειώθηκε όταν είχε βγει για νυχτερινό περπάτημα από το γραμμικό πάρκο του Πεδιαίου ποταμού προς τον Δημοτικό Κήπο.
Η συμπεριφορά του εμπλεκόμενου αστυνομικού χαρακτηριζόταν, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, από ομοφοβική διάθεση σε σημείο που αισθάνθηκε ότι υφίστατο εκφοβισμό και περαιτέρω θυματοποίηση.
Περαιτέρω ισχυρισμός του παραπονούμενου ήταν ότι η αστυνομική διερεύνηση της καταγγελίας ήταν ανεπαρκής.
Οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου αναφορικά με την επίθεση και τον ξυλοδαρμό που δέχθηκε από τρία άτομα εντός του Δημοτικού Κήπου, τα οποία φέρονται να θεώρησαν ότι ήταν ομοφυλόφιλος και για τον λόγο αυτό να του επιτέθηκαν, παρατίθενται αναλυτικά τόσο στην πολυσέλιδη επιστολή του παραπόνου, όπως και στη σχετική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία.
Σημειώνεται ότι σκοπός της παρούσας έκθεσης δεν είναι να κρίνει τις ενέργειες της αστυνομίας ως προς την διεύρυνση και εξιχνίαση της υπόθεσης, αλλά να παρατηρήσει κατά πόσον λήφθηκε υπόψη το ρατσιστικό κίνητρο και ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται.
Από την συνεκτίμηση των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη της Επιτρόπου, σημειώνονται τα πιο κάτω:
Παρά την απολύτως θεμιτή έννοια του ακρωνυμίου «ΛΟΑΤΙ», εντούτοις η γενικευμένη χρήση του από τον εμπλεκόμενο αστυνομικό στην κατάθεσή του δεν ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις, αφού πουθενά ο παραπονούμενος δεν αναφέρει στο παράπονό του ότι είναι άνθρωπος που ανήκει στην ΛΟΑΤΙ κοινότητα, εκτός αν ο λόγος αναφοράς ήταν η διεύρυνση του ρατσιστικού κινήτρου, το οποίο όμως δεν διεφάνη ότι διερευνήθηκε στην παρούσα περίπτωση .
Είναι, δε, σχεδόν βέβαιο, ότι, σε περίπτωση που ο παραπονούμενος θεωρούνταν ετεροφυλόφιλος, καμία αναφορά δεν θα γινόταν στον σεξουαλικό του προσανατολισμό με την αντίστοιχη αναφορά σε αυτόν, ως «ο ετεροφυλόφιλος Άνθρωπος».
Ταυτόχρονα, πουθενά στην κατάθεσή του ο εμπλεκόμενος αστυνομικός, δεν αναφέρει ότι η επίθεση που δέχθηκε ο παραπονούμενος είχε, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ομοφοβικό κίνητρο. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά την σχετική καταχώρηση στο Ημερολόγιο Ενέργειας του Σταθμού. Η παράλειψη αυτή είναι άκρως σημαντική, δεδομένου ότι το κίνητρο μιας τέτοιας επίθεσης αποτελεί, σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο, επιβαρυντικό παράγοντα σε ό,τι αφορά την ποινή, σε περίπτωση καταδίκης των δραστών.
Με αφορμή, δε, του εν λόγω παραπόνου , υπενθυμίζεται πως η μη λήψη υπόψη του οποιουδήποτε ρατσιστικού κινήτρου κατά την διερεύνηση της καταγγελίας από την Αστυνομία ενδεχομένως να αποτρέπει τα ΛΟΑΤΙ άτομα, από το να καταγγέλλουν ομοφοβικές συμπεριφορές, φοβούμενα περαιτέρω θυματοποίηση και χλευασμό.
Συμπεράσματα Επιτρόπου:
Αποτελεί καθήκον κάθε σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των πολιτών και την προστασία των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις. Στο πλαίσιο αυτό, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΙ προσώπων δεν αποτελούν ειδικά προνόμια, αλλά θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ η κάθε δράση που στοχεύει στην εξάλειψη των διακρίσεων στην βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σεβασμού της κάθε μορφής ετερότητας και προστασίας των δικαιωμάτων όλων των μελών μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Τονίζεται, επιπλέον, ότι, παρά τις, αδιαμφισβήτητα, σημαντικές βελτιώσεις σε νομοθετικό επίπεδο αναφορικά με το θέμα της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΙ κοινότητας, τα φαινόμενα βίας και μίσους εναντίον των προσώπων αυτών εξακολουθούν να υφίστανται.
Γι' αυτό και τα σχετικά περιστατικά θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναγνωρίζονται και να αξιολογούνται ως ομοφοβικά/τρανσφοβικά αδικήματα, χωρίς να υποτιμάται η σοβαρότητα και η βιαιότητά τους.
Προς αυτή την κατεύθυνση, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η ενδελεχής ευαισθητοποίηση και εξειδικευμένη εκπαίδευση των αστυνομικών που είναι επιφορτισμένοι με τη διερεύνηση ομοφοβικών/τρανσφοβικών αδικημάτων, με στόχο την καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης, συνεργασίας και ασφάλειας ανάμεσα στα θύματα και τις διωκτικές αρχές, ούτως ώστε να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της απουσίας καταγγελιών (underreporting).
Η παράλειψη ουσιαστικής αντιμετώπισής τους δεν μπορεί παρά να συνιστά ένα σοβαρό πλήγμα στο κράτος δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων με αφορμή το εν λόγω παράπονο, υποβλήθηκε η παρούσα Έκθεση στον Αρχηγό Αστυνομίας, με την εισήγηση όπως η ευαισθητοποίηση και εξειδικευμένη εκπαίδευση των αστυνομικών που είναι επιφορτισμένοι με την διερεύνηση ομοφοβικών/τρανσφοβικών αδικημάτων, καταστεί συνεχής, καθώς επίσης και η ένταξη στην κατάρτιση των Αστυνομικών όλων των βαθμίδων ενός σχετικού προγράμματος εκπαίδευσης.
Περαιτέρω, καθίσταται αναγκαία η έκδοση σχετικών κατευθυντήριων οδηγιών προς όλο το Σώμα, για τον τρόπο χειρισμού τέτοιων ειδικών περιπτώσεων .




