Οι ανακρίσεις για τα αίτια που οδήγησαν την οικονομία στην καταστροφή προχωρούν κανονικά και βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, δηλώνει σε γραπτή του δήλωση ο Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, διαβεβαιώνοντας τους πολίτες ότι θα αποδοθούν ευθύνες εκεί και όπου υπάρχουν. Τόνισε ότι προκειμένου να γίνει σωστή διεκπεραίωση κρίθηκε απαραίτητη η βοήθεια ειδικών εμπειρογνωμόνων έτσι ώστε να συλλεγεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία και να μην αφεθούν κενά ή να γίνουν λανθασμένοι χειρισμοί που αναπόφευκτα θα επηρεάσουν το όλο οικοδόμημα της ποινικής ανάκρισης.

«Με την έγκριση χθες από το Υπουργικό Συμβούλιο της προταθείσας διαδικασίας για επιλογή οίκου εμπειρογνωμόνων, αυτή θα καταστεί δυνατή το ταχύτερο δυνατό και ενώ συνεχίζονται παράλληλα με εντατικούς ρυθμούς οι διεξαγόμενες ανακρίσεις, οι οποίες ουδέποτε έχουν ατονήσει», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κώστας Κληρίδης.

Προσθέτει επίσης ότι η Νομική Υπηρεσία ουδέποτε έχει αμφισβητήσει ή έχει προσπαθήσει να μειώσει τη σοβαρότητα του έργου του κοινοβουλευτικού ελέγχου τον οποίο καθηκόντως και δικαιωματικά επιτελεί η Βουλή των Αντιπροσώπων. «Αντίθετα, οποιοδήποτε χρήσιμο στοιχείο και/ή πληροφορία εξάγεται από τις ακροάσεις ενώπιον κοινοβουλευτικών επιτροπών, αξιοποιείται κατάλληλα από τις αρμόδιες ανακριτικές αρχές, εάν αυτά δεν έχουν ήδη αποκαλυφθεί κατά τις ανακρίσεις. Επισημαίνεται βέβαια ότι τα οποιαδήποτε στοιχεία προκύπτουν κατά τις ακροάσεις σε κοινοβουλευτικές επιτροπές, δεν συνιστούν μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία έτοιμα προς χρήση ενώπιον Δικαστηρίου», διευκρινίζει.

Προειδοποίησε όμως για τους κινδύνους οι οποίοι εγκυμονούν από τις κλητεύσεις ενώπιον της Βουλής προσώπων που είναι δυνατό να είναι μάρτυρες-κλειδιά στις ανακρίσεις.

«Ο κίνδυνος τον οποίο είχα επισημάνει σε προηγούμενες δηλώσεις μου, τον οποίο και επαναλαμβάνω, έγκειται στο ενδεχόμενο να κλητεύονται ενώπιον της Βουλής πρόσωπα τα οποία δυνατό να είναι μάρτυρες-κλειδιά στις ανακρίσεις και τελικά ενώπιον Δικαστηρίου, στους οποίους και να υποβάλλονται ερωτήσεις όχι στοχευμένες στη βάση πληροφοριών που κατέχουν οι αρμόδιες ανακριτικές αρχές, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά αντί όφελος στις εκκρεμούσες διαδικασίες των ανακρίσεων», τόνισε.

Πρόσθεσε επίσης ότι ο άλλος κίνδυνος που πρέπει να αποτραπεί έγκειται στη δημιουργία καταστάσεων ενοχοποίησης προσώπων στην πιθανή διάπραξη αδικημάτων, ενώ αυτά δεν έχουν καν κατηγορηθεί, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να επικαλούνται αυτές τις καταστάσεις αργότερα στο Δικαστήριο ως παράγοντες οι οποίοι επιδρούν ενάντια στο δικαίωμα τους για διεξαγωγή δίκαιης δίκης και για εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας.