Η Λύση είναι από χθες φτωχότερη. Ένας από τους πρωτοπόρους και στυλοβάτες του ωραίου αγώνα των Λυσιωτών για πρόοδο και ανάπτυξη στο χωριό αλλά και στην προσφυγιά, ο Αντρέας Καρουλλάς, έφυγε στα 84 του χρόνια με ανεκπλήρωτο τον πόθο της επιστροφής.
Άνθρωπος της δημιουργίας και της προσφοράς, μια ζωή μπροστάρης σε κάθε προσπάθεια για το κοινό καλό, πιστός στρατιώτης της οικογένειας και της πατρίδας.
Κατά τη διάρκεια του αγώνα του 55-59 ο Αντρέας Καρουλλάς πολλές φορές καταζητήθηκε αλλά παρέμεινε ασύλληπτος μέχρι τη λήξη του αγώνα. Σε μια περίπτωση διέφυγε της σύλληψη μεταμφιεσμένος σε παραδοσιακό γέροντα βρακοφόρο.
Για αυτό μετά τον αγώνα όλοι στη Λύση τον ήξεραν με το παρατσούκλι «ο Γέρος».
Υπήρξε επίσης συμπαίχτης στην αγαπημένη του ομάδα ΛΑΛΛ και συναγωνιστής του Σταυραετού του Μαχαιρά Γρηγόρη Αυξεντίου.
Η κηδεία του θα γίνει την Κυριακή 27/10 στις 15.00 στον Ιερό Ναό Αγίου Ραφαήλ στην Ξυλοτύμβου.
Για όσους δεν γνώρισαν τον Αντρέα Καρουλλα. Διασκευασμένο απόσπασμα από τη βιογραφία του, γραμμένη από το Πανίκο Πέτσα και δημοσιευμένη στην εφημερίδα ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ τον Απρίλη του 2000.
Ο Αντρέας Καρουλλάς γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου 1929 από τον Ξέναρο και τη Μηλιά του Γιάννου και ήταν παιδί πενταμελούς οικογένειας. Κατάφερε να φοιτήσει μόνο μέχρι την τρίτη τάξη του δημοτικού. Ο πατέρας του ήταν κτίστης του πληθαριού και έτσι έπρεπε κάποιος να ποτίζει στα περβόλια. Παρέμεινε στις δουλειές των περιβολιών μέχρι που παντρεύτηκε τον Νοέμβριο του 1955.
Ο Αντρέας Καρουλλάς ήταν ο καφετζής της ΛΑΛΛ από το 1960 μέχρι το 1974. Δεν ήταν, όμως, μόνο ο καφετζής της. Ήταν η καρδιά, η ψυχή, και ο πνεύμονας του σωματείου. Χωρίς αυτόν δεν λειτουργούσε τίποτα σωστό. Ήταν ο άνθρωπος που διευθετούσε τα πάντα, ακόμα και τα συναισθήματατων των νέων του χωριού, ο εμψυχωτής, ο δάσκαλος τους στη ζωή. Η προσφορά του στην κοινωνία της Λύσης ήταν ανεκτίμητη σε πολλούς τομείς.
Υπήρξε έντονα αναμεμιγμένος στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ 55-59 συμμετέχοντας σε ομάδες κρούσεις. Καταζητούμενος, καθώς ήταν, έφυγε από την Λύση για έξι μήνες και δούλεψε στο Λευκόνικο. Η συμμετοχή του συνεχίστηκε καθ' όλη την διάρκεια του αγώνα με ουσιαστική προσφορά, πότε στη Λύση και πότε σε άλλα χωριά. Κατόρθωσε δε να παραμείνει ασύλληπτος μέχρι το τέλος του αγώνα.
Η προσφυγιά του 74 τον έφερε στην Ξυλοτύμπου. Δραστηριοποιήθηκε ξανά και ο «καφενές» του στη Ξυλοτύμπου έγινε ξανά το απάνεμο λιμάνι των νέων. Στάθηκε δίπλα σε μια διαφορετική νεολαία αυτή την φορά, την νεολαία της προσφυγιάς που γύρευε να σταθεί στα πόδια της, μέσα σε όλο το χάος που επέφερε ο ξεριζωμός. Οι νέοι βρήκαν στο πρόσωπο του, ξανά πάλι, τον εμψυχωτή και τον δάσκαλο.
Ένα περισατικο από τη ζωή του Αντρέα Καρουλλα που παρέμεινε στη μνήμη των Λυσιωτών είναι το εξής:
Κάποτε σε ένα μεγάλο «κέρφιου» (απαγόρευση κυκλοφορίας) στη Λύση, έπρεπε να παρουσιαστούν οι άντρες του χωριού στο δημοτικό σχολείο κοντά στην εκκλησία. Σε μια τάξη του σχολείου ήταν γραμμένα τα ονόματα όλων των καταζητούμενων, περιλαμβανομένου και αυτό του Αντρέα Καρουλλά.
Πέρασε τον έλεγχο αφού στην ταυτότητα του δεν αναφερόταν το επίθετο Καρουλλάς και καθώς απομακρυνόταν ένας συχωριανός του, αθέλητα τον φώναξε με το παρατσούκλι του. Αμέσως οι Άγγλοι άρχισαν να ρωτούν ποιος είναι ο Καρουλλάς. Έφεραν και τον πατέρα του και του ζήτησαν να τον αναγνωρίσει. Εκείνη την ημέρα ο Καρουλλάς ήταν με τις «ποΐνες» (μπότες) και ένα γεροντικό σάκο. Φόρεσε και ένα «μαντό» (σκέπασμα κεφαλιού) και πέρασε δίπλα από τον πατέρα του που συνέχιζε να ρωτά τους συχωριανούς αν είδε κανένας τον γιο του. Ένας Άγγλος στρατιώτης όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν γέροντας, τον συνέλαβαν ξανά και τον οδήγησαν σε μια τάξη όπου μαζί με άλλους συχωριανούς του, συνέχισαν να τους ρωτούν αν είδαν τον Καρουλλά. Σε μια στιγμή αγανακτισμένος ο Άγγλος από τις αρνητικές απαντήσεις που έπαιρνε ρώτησε τον ίδιο τον Καρουλλά: «Εσύ είδες τον Καρουλλά;»
Αιωνία σου η μνήμη παππού!
Καλό Παράδεισο




