Ήταν στην αυλή του σπιτιού του, στην ίδια μικρή γωνιά κάτω από το γιασεμί, όπως συνήθιζε να κάνει τους τελευταίους μήνες, ύστερα από εκείνο το φοβερό δυστύχημα στα μέσα της άνοιξης, που τον καθήλωσε στο αναπηρικό καροτσάκι.
O Ανδρέας Χ., 20 χρόνων έχασε τούτο τον χρόνο, μια νύκτα, τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και από τότε βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι. Είχε καταναλώσει αλκοόλ προηγουμένως, ενώ ταυτόχρονα έτρεχε όταν οδηγούσε.
Ο Διευθυντής Τροχαίας Αρχηγείου Δημήτρης Δημητρίου επιβεβαίωνε στο τηλέφωνο στην αίθουσα σύνταξης πριν την έναρξη της συνέντευξης με τον Ανδρέα, ότι ποσοστό 30% από το συνολικό αριθμό των θυμάτων της ασφάλτου στον τόπο μας, είναι νεαρά πρόσωπα κάτω από την ηλικία των 25 χρόνων.
Πρώτη αιτία στα θανατηφόρα δυστυχήματα γενικά, σημείωνε, είναι το αλκοόλ, αλλά σε θανατηφόρα δυστυχήματα που εμπλέκονται νέοι, είναι η ταχύτητα.
Πόσον μάλλον ταχύτητα και αλκοόλ μαζί, πρόσθεσε, που είναι ένας συνδυασμός θανατηφόρος από μόνος του.
Δυστυχώς, έλεγε ο κ. Δημητρίου, τα σοβαρά δυστυχήματα συμβαίνουν λόγω υπερβολικής ταχύτητας.
«Αν τα όρια ταχύτητας των οδηγών μειωθούν, τότε και οι σοβαρές αλλά και θανατηφόρες συγκρούσεις θα μειωθούν σε πολύ μεγάλο βαθμό», είπε.
Εστω κι αν ακόμα ο οδηγός είναι μεθυσμένος, παρατήρησε, όταν πηγαίνει με χαμηλή ταχύτητα, ίσως να είναι σε θέση τουλάχιστον να αποφύγει ένα σοβαρό ή θανατηφόρο δυστύχημα.
Η συνέντευξη αυτή αλλιώτικη και καθώς περνούσαμε την είσοδο του σπιτιού του Ανδρέα, άρχισαν να γεννώνται ένα σωρό ερωτηματικά ως προς την έκβαση της. Η εικόνα του νέου που αντικρίζουν τα μάτια, βασανιστική.
Το βλέμμα σκεφτικό, τα μάτια λυπημένα και τα χέρια να σκεπάζουν τα πόδια που πια δεν περπατούν, με το κεντητό σεντονάκι που έφτιαξε η μάνα, σαν να θέλουν να χώσουν εκείνο το κακό, να μην υπάρχει πια…
Πιο πέρα τα παιδιά της γειτονιάς να παίζουν μπάλα, κι αυτός να πετιέται κάθε φορά που ακούει την κόρνα αυτοκινήτου θέλοντας να τα προστατεύσει…
Η απαλή μουσική από το τρανζίστορ ακούγεται σιγανά κι αυτός θέλει να παρασυρθεί στη μελωδία της και να ξεχάσει.
Να ξεχάσει εκείνη τη μέρα που είχε το δυστύχημα. Να ξεχάσει το τρομερό εκείνο λάθος που έκανε να τρέχει σαν τρελός. Μα είναι νέος, ήθελε κι αυτός να δοκιμάσει να τρέξει, να χαθεί στην ελευθερία της ταχύτητας.
Αλήθεια, γιατί αρέσει στους νέους η ταχύτητα στον δρόμο, είναι το ερώτημα που τίθεται στον ψυχολόγο Σταύρο Σταύρου.
Πρώτα να διευκρινίσουμε, σημειώνει, ότι η ταχύτητα στον δρόμο δεν αρέσει σε όλους τους νέους. Επίσης, να αναφέρουμε ότι υπάρχουν σήμερα και νέες που τους αρέσει η ταχύτητα αν και στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει τόση μεγάλη συχνότητα όσο στους νέους.
Να διευκρινίσουμε ακόμη, προσθέτει, ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες επιστημονικές έρευνες που μας δίνουν επακριβώς το λόγο που ωθεί τους νέους στη συμπεριφορά αυτή. Υπάρχουν όμως θεωρητικές προσεγγίσεις που αναφέρονται υποθετικά στη συμπεριφορά αυτή με σημαντικότερη την ψυχοδυναμική.
"Η θεωρία αυτή προτείνει ότι η ταχύτητα είναι παράγωγο ορμής και εξιδανικευμένη μορφή επιθετικής ενέργειας. Ο νέος, για παράδειγμα, ο οποίος βιώνει έντονη και συνεχή απογοήτευση αναπτύσσει μέσα του θυμό, ο οποίος παράγει ενέργεια η οποία είτε αποθηκεύεται στο ασυνείδητο είτε διοχετεύεται προς τα έξω, μέσα από επιθετική ή ακραία συμπεριφορά", σημειώνει.
Χρησιμοποιώντας μοτοσικλέτα ή αυτοκίνητο, εξηγεί ο κ. Σταύρου, ο νέος μπορεί να διοχετεύσει την επιθετική αυτή ενέργεια και να τη μετατρέψει σε ιλιγγιώδη ταχύτητα, εκκωφαντικό θόρυβο, ενόχληση και δέος θανάτου στους άλλους..
"Να αναφέρουμε εδώ ότι όλα τα επιθετικά παιγνίδια έχει αποδειχθεί ότι βοηθούν ώστε η απωθημένη ενέργεια μετατοπισθεί και εκτονωθεί μέσα από κοινωνικά αποδεχτούς τρόπους συμπεριφοράς. Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι οι συνεχείς απογοητεύσεις στη ζωή κάποιων νέων παράγουν επιθετική ενέργεια, η οποία μπορεί να εκτονωθεί μέσα από κοινωνικά αποδεχτούς τρόπους ή και αντικοινωνικούς. Η ταχύτητα αν και παράνομη (αντικοινωνική) συμπεριφορά θεωρείται από πολλούς τολμηρή εμπειρία, μαγκιά, υπεροχή. Γι’ αυτό και ο απογοητευμένος νέος που προτιμά την ταχύτητα προσπαθεί να μεταβάλει το θυμό του σε μαγκιά η οποία μπορεί, εκτός από την εκτόνωση να του αναπληρώσει την απογοήτευση", συμπληρώνει ο κ. Σταύρου.
Εφευγε από το σπίτι εκείνη την μαύρη μέρα ο Ανδρέας και θυμάται την μάνα του να του λέει : «πρόσεχε γιε μου στο δρόμο».
«Τι λέει κι αυτή τώρα», πέρασε από το μυαλό του. «Νομίζει ότι είμαστε παιδιά; Είκοσι χρονών είμαστε. Τέλος πάντων κι αυτοί οι γονείς…».
Το να κάνεις ερωτήσεις στον Ανδρέα είναι δύσκολο γι αυτό που βίωσε. Η προσπάθεια όμως απέδωσε.
«Δεν θέλω να τα λέω αν και τα ζω κάθε μέρα στο μυαλό μου, όμως να μάθουν όλοι να μην τρέχουν, να προσέχουν γιατί κοιτάτε πώς κατάντησα εγώ», λέει.
Εφευγα εκείνη την μαύρη νύκτα από το σπίτι για να πάω να βρω τους φίλους μου στο κλαμπ. Περάσαμε καλά, με τα αστεία μας, την κουβέντα. Ναι, ήπιαμε λίγα ποτά παραπάνω…
Θα ήταν αργά στο δρόμο όταν γύριζα πίσω. Δεν ξέρω τι έκανα… Μου είπαν ότι έτρεχα… Όταν ξύπνησα ήμουν στο κρεβάτι του νοσοκομείου… Και να ‘μαι τώρα εγκλωβισμένος σε αυτό το κάθισμα, ψιθυρίζει, καθώς στα μάτια του ένα ποτάμι δάκρυα αρχίζει να τρέχει..
Αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, λέει με αναφιλητά…
Τι μπορεί να πει κάποιος που ακούει αυτόν το νέο να κλαίει; Πώς να απαλύνει κάποιος τον πόνο; Τα λόγια φτωχά και οι λέξεις δύσκολα βγαίνουν από το στόμα για να δώσουν παρηγοριά.
Ναι, η ζωή συνεχίζεται, λέει καθώς συνέρχεται. Αυτό άλλωστε του το λένε όλοι γύρω του…
Γράψετε, να πείτε στον κόσμο να μην τρέχει στους δρόμους και να μην πίνει όταν οδηγεί, είναι η τελική του κουβέντα.
Φεύγει, και μας αφήνει μόνους, να διερωτόμαστε αν του προκαλέσαμε πόνο που του ζητήσαμε να μας μιλήσει…
Τι νιώθει ένας νέος όταν μετά από ένα δυστύχημα μένει ανάπηρος, ρωτούμε τον ψυχολόγο Σταύρο Σταύρου.
"Εξαρτάται από το είδος και το βαθμό αναπηρίας και την ικανότητα του ατόμου να διαχειριστεί το άγχος που του προκαλεί η αναπηρία. Αν η αναπηρία είναι σοβαρή, όπως ο ακρωτηριασμός, η παραμόρφωση, η παράλυση κ.ά. τότε είναι φυσικό να αναπτύξει, τουλάχιστο τον πρώτο χρόνο, καταθλιπτικά αισθήματα με ποικιλία από συμπτώματα όπως η άρνηση, η απάθεια, η απελπισία, ο πανικός, η απομόνωση, η επιθετικότητα, η αυτοκαταστροφική τάση, η αυτοϋποτίμηση κ.ά. Από την ικανότητα τη δική του, αλλά και του κοινωνικού του περιβάλλοντος να αποδεχτεί την αναπηρία, θα εξαρτηθεί και ο βαθμός προσαρμογής του στη νέα του ζωή. Από τη στιγμή που το άτομο με αναπηρία αποδεχτεί το πρόβλημά του μπορεί να ζήσει χωρίς σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Αν υπάρχει αποδοχή και στήριξη από το κοινωνικό περιβάλλον τα προβλήματα αυτά μειώνονται στο ελάχιστο", καταλήγει.
Ταχύτητα και αλκοόλ: δολοφόνοι των νεανικών ονείρων
SigmaLive




