Συμπληρωματικό πόρισμα με στόχο να φωτίσει περισσότερο πτυχές που αφορούν τον τραπεζικό τομέα, κατέθεσε το μέλος της Ερευνητικής Επιτροπής για την Οικονομία, Ηλιάνα Νικολάου. Όπως η ίδια δήλωσε στο Ράδιο Πρώτο, πρόκειται για δική της προσέγγιση η οποία τεκμηριώνεται και από επιστημονική ανάλυση για τον τραπεζικό τομέα, ωστόσο όπως είπε δεν αντανακλά τις θέσεις των άλλων μελών της Επιτροπής. 

Διαβάστε το αυτούσιο εδώ

Η Ηλιάνα Νικολάου έκανε λόγο για σύντομη συμπληρωματική παρέμβαση στα συμπεράσματα της Επιτροπής, προσθέτοντας πως αποφασίστηκε, όπως είπε, "να μην αναγνωσθεί γιατί δεν αντανακλά τις θέσεις των δύο άλλων μελών της Επιτροπής". Αξίζει να σημειωθεί ότι στα συμπεράσματα της η Ηλιάνα Νικολάου επικαλείται σε πολλές περιπτώσεις αναλύσεις του Εμπειρογνώμονα της επιτροπής Σταύρου Ζένιου. 

Σημαντικές αναφορές

Σύμφωνα με την Ηλιάνα Νικολάου, «η μεγάλη κρίση της κυπριακής οικονομίας προκλήθηκε από την ενεργοποίηση ενός φαύλου κύκλου αλληλεξάρτησης τραπεζικού συστήματος και δημοσίων οικονομικών. Δεν ευθύνονται μόνο τα δημόσια οικονομικά, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, ούτε είναι μια αμιγώς τραπεζική κρίση όπως την περίπτωση της Ισλανδίας ή της Ιρλανδίας».

Σύμφωνα με την Ηλιάνα Νικολάου, στην Κύπρο οι περισσότερες τράπεζες είναι κυπριακές κάτι που συνεπάγεται μια επιβάρυνση για το δημόσιο με εγγυήσεις που γίνονται πιο επαχθείς με τη μεγέθυνση του τραπεζικού τομέα. Συμπεραίνει επίσης ότι ένα από τα στοιχεία που επέδρασαν στην κρίση και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις κατάρρευσης των τραπεζών, είναι η άγνοια ή μη επαρκής επίγνωση αυτής της αμφίδρομης σχέσης και από το κράτος και από τις τράπεζες. «Για τις τράπεζες τούτο καταδεικνύεται και από την απόφαση για επέκταση της δράσης τους πέρα από τα σύνορα του κράτους χωρίς να συνεκτιμήσουν την ικανότητα του δημοσίου να εγγυηθεί τη σταθερότητα τους.

«Η αλληλεξάρτηση των τραπεζών με τα δημόσια οικονομικά επιβεβαιώθηκε και από την απόφαση των αρχηγών για απομείωση των ΟΕΔ. Οι σημαντικές απώλειες των τραπεζών ήταν αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων τις συνέπειες των οποίων υπέστησαν οι τράπεζες και κατ’ επέκταση οι φορολογούμενοι. 

O ELA της Λαϊκής τράπεζας

Η Ηλιάνα Νικολάου, υποστηρίζει ότι η παροχή ELA ύψους 9,2 δις ευρώ στη Λαϊκή Τράπεζα μέχρι τον Μάρτιο του 2013, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά για τη νομιμότητα της παραχώρησης του σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που το διέπει.

«Φίνεται πως η τράπεζα δεν πληρούσε τον ουσιώδη όρο της φερεγγυότητας τον Ιούνιο του 2012. Ενώ παράλληλα δεν φαίνεται να υπήρχαν επαρκείς εγγυήσεις για το ELA που παραχωρείτο στη Λαϊκή πέραν της 6/6/2012», αναφέρει το συμπληρωματικό πόρισμα, προσθέτοντας ότι η παραχώρηση ELA γινόταν χωρίς να υπάρχουν ολοκληρωμένες μελέτες βιωσιμότητας. 

Η προχειρότητα της ΚΤ

Ενδεικτικό της προχειρότητας, αναφέρεται, είναι το γεγονός ότι κατά περιόδους η Κεντρική Τράπεζα στηριζόταν σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες. « διαχείριση του ELA και τα ελλείμματα της, όπως σημειώνονται πιο πάνω, μεταφράζονται και σε απώλειες από την αποξένωση των καταστημάτων της Λαϊκής στην Ελλάδα που εκτιμώνται σε 3,8 δις ευρώ.»

Για την περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου, η Ηλιάνα Νικολάου αναφέρει ότι στις 19/2/2013 παραχωρήθηκε ELA ύψους 1,55 δις χωρίς να το χρειάζεται η τράπεζα. 

Ερωτηματικά για ΚΤ και Pimco

Τέλος εγείρει ερωτηματικά σε ότι αφορά τη στάση της Κεντρικής Τράπεζας για το θέμα των ερευνών των εταιρειών Pimco και Black Rock, σε σχέση με τις ανάγκες των κυπριακών τραπεζών. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η μελέτη της Pimco έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της κυπριακής κρίσης, αφού το συμπέρασμα της υπήρξε καταλυτικό στη διαχείριση του προβλήματος και στην τελική απόφαση για το κούρεμα καταθέσεων, αφού η εκτίμηση της για τις ανάγκες των τραπεζών σε συνδυασμό με τις ανάγκες του δημοσίου καθιστούσαν το χρέος μη βιώσιμο. Σημειώνει επίσης ότι από καταθέσεις οι οποίες δόθηκαν στην επιτροπή εκφράζονται αμφιβολίες για την ακρίβεια των συμπερασμάτων της έκθεσης και σύμφωνα με συμπληρωματικές μελέτες που ακολούθησαν η Pimco υπερεκτίμησε τις ζημιές κατά τουλάχιστο 2,5 δις ευρώ. Από την άλλη, προκύπτουν ερωτηματικά για τη στάση της ΚΤ η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την κριτική ανάλυση της Black Rock ως επιχειρηματολογία για τις μειωμένες ανάγκες του κυπριακού προγράμματος.

Σε ότι αφορά την πώληση των υποκαταστημάτων της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου, αναφέρεται ότι ήταν απώλεια πλούτου για την Κύπρο, ωστόσο το θέμα δεν κατέστη δυνατό να διερευνηθεί.