Την ανάγκη καθιέρωσης ενός νέου μοντέλου οικονομικής διαχείρισης του Αθλητισμού εξέφρασε σήμερα ο Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, ότι το κράτος δεν μπορεί «να παράσχει ανεξέλεγκτη ή πρόσθετη στήριξη στον τομέα του αθλητισμού».
Σε ομιλία του στην εκδήλωση της Επιτροπής Αθλητισμού του ΔΗΚΟ, στη Λευκωσία, με θέμα «τα Οικονομικά στον Αθλητισμό, με βάση τα νέα Δεδομένα», ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «σήμερα ο αθλητισμός θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς και ανερχόμενους τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε ολόκληρη την ΕΕ. Η συμβολή του, σύμφωνα με κάποιες μετρήσεις, προσεγγίζει το 4% του ΑΕΠ σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Σημείωσε ότι «η οικονομική διαχείριση του Αθλητισμού στην Κύπρο βρίσκεται σε ένα στάδιο προσαρμογής», προσθέτοντας ότι «αποτελεί κοινή διαπίστωση πως το παραδοσιακό μοντέλο οικονομικής διαχείρισης στα αθλητικά πράγματα του τόπου μας έχει εξαντλήσει τα όρια του».
«Ούτε οι παραδοσιακοί χορηγοί, ούτε οι διοικητικοί παράγοντες είναι σε θέση να συντηρήσουν πλέον τις υφιστάμενες δομές και ούτε βεβαίως το κράτος πρέπει ή μπορεί – ειδικά σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο- να παράσχει ανεξέλεγκτη ή πρόσθετη στήριξη στον τομέα του αθλητισμού», είπε.
Ανέφερε, επίσης, ότι «τόσο σε επίπεδο κάποιων ομοσπονδιών όσο και στο επίπεδο των σωματείων το οικονομικό μοντέλο πρέπει να επανεξεταστεί. Η σύνηθης οικονομική διαχείριση αποτύπωνε όλα αυτά τα χρόνια με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο - και μάλιστα κάποτε στην πιο ακραία μορφή - εκείνη την νοοτροπία που οδήγησε τον τόπο μας στο οικονομικό αδιέξοδο». Επρόκειτο, είπε, «για μια διαχείριση που κατά κανόνα περιελάμβανε δαπάνες πολύ περισσότερες από τα έξοδα που δημιουργούσε συνεχώς ελλείμματα και χρέη».
Μέσα σ’ ένα τέτοιο σκηνικό, συνέχισε, «είναι αναπόφευκτο πως θα προέκυπταν και ζητήματα όχι μόνο κακής διαχείρισης αλλά και ζητήματα που σχετίζονται με την αδιαφάνεια, την διαπλοκή και την παρανομία».
Το ζητημένο, είπε, « είναι η καθιέρωση ενός νέου μοντέλου οικονομικής διαχείρισης που να βασίζεται και να στηρίζεται σε βιώσιμες βάσεις, σε υγιείς πρακτικές και το οποίο θα μένει μακριά από τις υπερβολές και τις αδιαφανείς διαδικασίες». Επεσήμανε ότι «το κράτος θα συνεχίσει να επενδύει στον αθλητισμό επειδή ακριβώς ο αθλητισμός έχει αυτή την καθοριστική, θετική συμβολή σε μια σειρά από άλλους τομείς της κοινωνικής μας οργάνωσης και της οικονομικής μας δραστηριότητας».
«Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε πάντοτε όμως μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας ως κράτος και της ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Θα εξαντλήσουμε κάθε περιθώριο στήριξης του Αθλητισμού με κανένα τρόπο όμως δεν θα πρέπει το δημόσιο χρήμα να συντηρεί καταστάσεις που πολύ απέχουν από τα υγιή αθλητικά πρότυπα ή που αποτελούν κατά συρροή παραβίαση στοιχειωδών υποχρεώσεων», κατέληξε.




