Έντονη εξακολουθεί να είναι εδώ και ημέρες η μυρωδιά του νερού που φτάνει στα νοικοκοιριά των κοινοτήτων της Πάφου που υδροδοτούνται μέσω του διυλιστηρίου του φράγματος Κανναβιούς.
Η δυσοσμία, είναι αποτέλεσμα άλγης (Blue green alge) που συνδέεται με τις υψηλές θερμοκρασίας που παρατηρούνται στην περιοχή, απαντά στις ανησυχίες των κατοίκων το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων.
Ανάμεσα στις κοινότητες που έχουν επηρεαστεί είναι οι κοινότητες Ίνειας, Δρούσειας, Πολεμίου Στρουμπιού και οι περιοχές της Πέγειας και Πάφου.
«Είναι μυρωδιά λάσπης και είναι ανυπόφορη με αποτέλεσμα εν μέσω οικονομικής κρίσης πολλές οικογένειες να αναγκάζονται να αγοράσουν εμφιαλωμένο νερό», είπε ο πρόεδρος του Κοινοτικού συμβουλίου Ίνειας Γιάγκος Τσίβικος. Μπορεί, πρόσθεσε, το νερό από υγειονομικής άποψης να είναι κατάλληλο, αλλά η έντονη μυρωδιά του το καθιστά εντελώς ακατάλληλο, αφού κανένας δεν μπορεί να το πιει.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Πολεμίου Χαράλαμπος Ιωάννου ανέφερε οτι υπήρχε έντονο πρόβλημα δυσοσμίας του νερού στην κοινότητα του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατόπιν αυτού, πρόσθεσε, η κοινοτική αρχή προχώρησε, εδώ και ένα δεκαήμερο στο κλείσιμο της υδροδότησης μέσω του διυλιστηρίου της Κανναβιού και στο άνοιγμα δικών της γεωτρήσεων. Μετά που ανοίξαμε τις δικές μας γεωτρήσεις, είπε ο κ. Ιωάννου, δεν υπάρχει πρόβλημα δυσοσμίας.
Φυσικό και εποχιακό το πρόβλημα
Ο υδρολόγος του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων Γιώργος Ιωάννου, ερωτηθείς από το ΚΥΠΕ, χαρακτήρισε το φαινόμενο φυσικό και εποχιακό.
Ουσιαστικά, σημείωσε, το φαινόμενο της δυσοσμίας είναι αποτέλεσμα άλγης (Blue green alge) που συνδέεται με τις υψηλές θερμοκρασίας που παρατηρούνται στην περιοχή. Οι συγκεκριμένες οσμές, συνέχισε, έχουν εντοπιστεί και αποδίδονται σε δύο οργανικές ενώσεις, τις GEOSMIN και MIB. Σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου, αυτές οι οργανικές ενώσεις δεν είναι τοξικές ούτε επιβλαβείς στον άνθρωπο, αλλά λόγω της γεύσης και της οσμής που προσθέτουν στο νερό δεν είναι ευχάριστες για κατανάλωση.
Ο κ. Ιωάννου διαβεβαίωσε, επίσης, πως το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων μελετά τρόπους όσον αφορά τη διαχείριση του νερού και την επίλυση του προβλήματος.
Πρόκειται, κατέληξε, για διεθνή φαινόμενο που χρονολογείται εδώ και 60 χρόνια σε όλες τις μεγάλες λίμνες και φράγματα.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση, οι υγειονομικές υπηρεσίες σε συνεργασία με το Γενικό Χημείο του Κράτους στα πλαίσια της εφαρμογής του περί της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης νόμου του 2001 διεξάγουν τακτικούς δειγματοληπτικούς ελέγχους στο πόσιμο νερό με βάση τα σχετικά προγράμματα ελέγχου. Όπως αναφέρει η ανακοίνωση, «από τους μέχρι τώρα ελέγχους πέρα της πιο πάνω απόκλισης στην ποιότητα του νερού δεν προσδιορίστηκαν άλλες αποκλίσεις όσον αφορά τις ελεγχόμενες μικροβιολογικές και χημικές παραμέτρους του πόσιμου νερού και ως εκ τούτου με βάση τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δεν προκύπτει κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία από την κατανάλωση του».
Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, ως φορέας ύδρευσης, έχει εντοπίσει τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος, έχει προχωρήσει στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για αντιμετώπιση της κατάστασης και σύντομα αναμένεται η πλήρης αποκατάσταση της ποιότητας του πόσιμου νερού, προστίθεται στην ανακοίνωση.




