Δραματική είναι η οικονομική κατάσταση εκατοντάδων συμπολιτών μας. Μέρα με τη μέρα η ανεργία αυξάνεται, το ίδιο και οι αιτήσεις για καταβολή πλεονασμού, αλλά και οι πτωχεύσεις. Οι αριθμοί σοκάρουν και προβληματίζουν, την ώρα που οι πολίτες νιώθουν μόνοι και αβοήθητοι, με τα προβλήματά τους να πολλαπλασιάζονται και να γίνονται ακόμη πιο δυσβάσταχτα.
Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα που πραγματοποίησε η «Σ», με στοιχεία που έλαβε από τα αρμόδια κυβερνητικά τμήματα, σήμερα ενώπιον του Τμήματος Πλεονασμού βρίσκονται πέραν των δέκα χιλιάδων αιτήσεων, ενώ ίδιος αριθμός προσώπων βρίσκονται σε πτώχευση. Την ίδια ώρα, δεκάδες εκατομμύρια ευρώ φεύγουν από τα ταμεία του κράτους για πληρωμή ανεργιακών επιδομάτων και πλεονασμάτων.
Όσον αφορά τις πτωχεύσεις ατόμων και τις εκκαθαρίσεις εταιρειών, μιλώντας στη «Σ» ο Επικεφαλής του Κλάδου Πτωχεύσεων και Εκκαθαρίσεων του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών, Γιώργος Καρροτσάκης, ανέφερε πως ο αριθμός των διαταγμάτων πτωχεύσεων και εκκαθαρίσεων αυξάνεται δραματικά καθημερινά. Όπως είπε, πέραν του υπάρχοντος αριθμού διαταγμάτων, εκκρεμούν στο δικαστήριο αρκετά αλλά, ενώ σημαντικός αριθμός διαταγμάτων βρίσκονται υπό μελέτη και για άλλα δεν ξεκίνησε η μελέτη τους, λόγω της μη καταβολής των τριακοσίων ευρώ που πρέπει να καταβάλουν στον Κλάδο οι πιστωτές.
Οι πτωχεύσαντες σύμφωνα με τον κ. Καρροτσάκη, αλλά και τα στοιχεία που διατηρεί ο Κλάδος Πτωχεύσεων και Εκκαθαρίσεων, από το 1988 έχουν κηρυχθεί πτωχεύσαντες ή εκκαθαρίστηκαν 13.905 άτομα και εταιρείες, ενώ άλλα 5.316 άτομα/εταιρείες αυτοπτώχευσαν. Η κατάσταση, βάσει των στοιχείων, άρχισε να
χειροτερεύει από το 2007, καθώς από τότε μέχρι σήμερα έχουν πτωχεύσει 5.410 άτομα, έχουν εκκαθαριστεί 878 εταιρείες, ενώ πραγματοποιήθηκαν και 3.434 εκούσιες πτωχεύσεις/εκκαθαρίσεις. Σύμφωνα πάλι με τα στοιχεία που διατηρεί ο Κλάδος τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από το 2009 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των αυτοπτωχεύσαντων αυξάνεται με ραγδαίο βαθμό. Πιο συγκεκριμένα, το 2009 (έναρξη οικονομικής κρίσης) οι αυτοπτωχεύσαντες ήταν 548, το 2010 750, το 2011 981 και μέχρι το τέλος Αυγούστου του 2012 683.
Ο Επικεφαλής του Κλάδου Πτωχεύσεων και Εκκαθαρίσεων μας ανέφερε, ακόμα, πως οι τράπεζες βγάζουν σε πτώχευση όσους δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους ως ένα μέτρο πίεσης προς την πλευρά των δανειζομένων για να διευθετήσουν τις εκκρεμότητές τους έναντί τους. «Σε καμία περί- πτωση, όμως, δεν σημαίνει πως όποιος βγει σε πτώχευση διαφεύγει του χρέους του στην τράπεζα και ότι δεν θα το καταβάλει. Το χρέος θα μένει εκεί ως εκκρεμότητα και οφείλει ο πτωχεύσας, για να μπορέσει πρώτα απ’ όλα να βγει από την πτώχευση, να αποπληρώσει ό,τι οφείλει στον πιστωτή του, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι τράπε- ζες», σημείωσε ο κ. Καρροτσάκης.
Πρόβλημα η στελέχωση
Ο κ. Καρροτσάκης, παράλληλα, αναφέρθηκε και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, αφού, όπως είπε, τα 23 άτομα προσωπικό που απαριθμεί δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον μεγάλο όγκο από τα διατάγματα που πρέπει να εξεταστούν.
Όπως εξήγησε, για την εξέταση κάθε διατάγματος πτώχευσης/εκκαθάρισης απαιτείται η λήψη προσωπικών συνεντεύξεων
από τους «υποψήφιους» πτωχεύσαντες, με καταγραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων που έχουν και πώς έχει η κατάστασή τους (χρέη, κ.ά.) για να μπορέσει το Τμήμα να κάνει καλύτερα τη δουλειά του.
Αυξήθηκαν κατά 37% οι πλεονασμοί
Σε ό,τι αφορά τις αιτήσεις πλεονασμού και τα χρήματα που βγαίνουν από τα ταμεία του κράτους για πληρωμή πλεονασμάτων και ανεργιακών επιδομάτων, οι αριθμοί είναι ακόμα χειρότεροι.
Όπως φαίνεται από τα στοιχεία του Κλάδου Στατιστικής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από το 2007 μέχρι το τέλος Ιουνίου του τρέχοντος έτους έχουν υποβληθεί 28.822 αιτήσεις πλεονασμού και από αυτές οι 16.175 έχουν εγκριθεί, οι 4.498 έχουν απορριφθεί, ενώ βγήκαν από το ειδικό ταμείο για πλεονάσματα 140 εκ. 524 χιλιάδες ευρώ.
Μιλώντας στη «Σ» ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πλεονασμού, Χρίστος Βασιλειάδης, ανέφερε πως μόνο πέρσι υποβλήθηκαν 7.419 αιτήσεις και μέχρι σήμερα οι αιτήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο είναι αυξημένες κατά 36 με 37%. Όπως ανέφερε, σήμερα βρίσκονται ενώπιον του Τμήματος 10.500 αιτήσεις και αυτήν τη στιγμή εξετάζονται οι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί τον Απρίλιο-Μάιο του 2011. Ερωτηθείς γιατί παρατηρείται τόση μεγάλη διαφορά από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι την εξέτασή της, ο κ. Βασιλειάδης είπε πως αυτό οφείλεται κυρίως στο μειωμένο προσωπικό του Τμήματος. Κληθείς να πει με ποιους τρόπους προσπαθεί το Τμήμα να ανταποκριθεί στον αυξημένο αριθμό των αιτήσεων, ο κ. Βασιλειάδης σημείωσε πως προσπαθούν να απλοποιήσουν τις διαδικασίες και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους.
Ο χρόνος εξέτασης
Ερωτηθείς, ακόμη, πόσος καιρός απαιτείται για εξέταση κάθε αίτησης, ο Προϊστάμενος του Τμή- ματος Πλεονασμού είπε πως αυτό εξαρτάται από την υπόθεση. «Υπάρχουν υποθέσεις οι οποίες είναι καθαρές, δηλαδή το τμήμα έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται για να προχωρήσει στην εξέταση της υπόθεσης και άλλες που είναι πιο δύσκολες, όπως για παράδειγμα ο εργοδότης να προχωρήσει σε νέα πρόσληψη, ενώ έβγαλε έναν εργαζόμενό του ως πλεονάζοντα. Μια αίτηση μπορεί να εξεταστεί σε μια βδομάδα και κάποια άλλη μπορεί να πάρει δύο μήνες. Δεν υπάρχει καθορισμένος χρόνος εξέτασης και ο χρόνος εξαρτάται και από το πόσο συνεργάσιμος είναι ο εργοδότης και εάν δώσει όλα τα στοιχεία που πρέπει και χρειάζονται για να προχωρήσει η εξέταση της αίτησης», πρόσθεσε ο κ. Βασιλειάδης.
Τα ανεργιακά επιδόματα
Αναφορικά, τώρα, με τον αριθμό των δικαιούχων επιδομάτων ανεργίας, καθώς και το ποσό πληρωμής τα τελευταία τέσσερα χρόνια (από το 2009), βάσει των στοιχείων της Στατιστικής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έχει ως εξής:
Ο μέσος μηνιαίος αριθμός δικαιούχων επιδομάτων ανεργίας το 2009 ήταν 12.968,
ενώ ολόκληρο το έτος δαπανήθηκαν για πληρωμή ανεργιακών επιδομάτων 77.869.786 ευρώ. Για το 2010 ο αριθμός των δικαιούχων ανήλθε στα 14.169 άτομα, ενώ δαπανήθηκαν 85.809.195 ευρώ.
Για το 2011 ο αριθμός των δικαιούχων ανέβηκε στους 16.103, ενώ δαπανήθηκαν 98
εκ. ευρώ. Τους πρώτους μήνες του 2012 και συγκε- κριμένα τον Ιανουάριο ο αριθμός των δικαιούχων ανήλθε στα 24.501 άτομα, τον Φεβρουάριο στα 23.879, τον Μάρτιο στα 23.162 και τον Απρίλιο στα 20.363, ενώ κατά μέσο όρο για καθέναν από τους προαναφερθέντες μήνες δαπανήθηκαν περί τα 13 εκ. ευρώ.




