Ελεγκτές, νομικοί και αναλυτές επιρρίπτουν την ευθύνη για το μηδενισμό σχεδόν του μετοχικού κεφαλαίου των παλαιών μετόχων της BOCY και των μελών του Συνεργατισμού στην Κεντρική Τράπεζα
 
ΑΝ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ χρησιμοποιούσε τις ορθές,  διεθνώς βέλτιστες  μεθόδους, η Τράπεζα Κύπρου ίσως να εκρίνετο βιώσιμη και οι Συνεργατιστές θα είχαν τουλάχιστον 45%
 
Απαντήσεις εδώ και τώρα απαιτούν οι παλαιοί μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου και τα μέλη του Συνεργατισμού από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με την ενέργεια της να μηδενίσει σχεδόν  τα κεφάλαια τους εν μια νυκτί και να τους αφήσει μετέωρους διαγράφοντας περιουσίες οι οποίες χρειάστηκε δεκαετίες να δημιουργηθούν.
Συνολικά,  με τις μεθόδους τις οποίες χρησιμοποίησε η Κεντρική,  χάθηκαν  3,7 έως 4,1 δισεκατομμύρια, περιουσία των μελών των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και των παλαιών μετόχων της Τράπεζας Κύπρου. Εξαφανίστηκαν ταχυδακτυλουργικά, όπως χαρακτηριστικά μας ανέφερε μέλος της ηγεσίας του Συνεργατισμού, 1300 εκατομμύρια,  οι κόποι 104 χρόνων. Από πλευράς Τράπεζας Κύπρου τηρείται σιγή ιχθύος για τα χαμένα 2,4 ή και 2,8 δισεκατομμύρια. Τα κεφάλαια,  που αποτελούν το κέρδος από την αγορά της Λαϊκής Τράπεζας και  ανήκουν αποκλειστικά και μόνον στους παλαιούς μετόχους,  με βάση όχι απλουστευμένους υπολογισμούς αλλά με βάση διεθνώς παραδεκτές  και παγκοσμίως αναγνωρισμένες και χρησιμοποιούμενες  πρακτικές, αυτές που επιβάλλουν τα Διεθνή  Λογιστικά Πρότυπα.
 
Η Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να λογοδοτήσει, δήλωσαν στην εφημερίδα μας στελέχη του Συνεργατισμού και νομικοί οι οποίοι εκπροσωπούν τους παλαιούς μετόχους της Τράπεζας Κύπρου. Δεν είναι δυνατόν καταστρατηγώντας κάθε διεθνώς χρησιμοποιούμενη βέλτιστη πρακτική, να αφαιρέσει από τους δικαιούχους,  δισεκατομμύρια, για λόγους οι οποίοι ποτέ δεν εξηγήθηκαν, ούτε και αντέχουν  στη βάσανο της λογικής και των διεθνώς αποδεκτών μεθοδων. 
Θυελλώδεις συνελεύσεις
 
Το θέμα των λανθασμένων μεθόδων  που η Κεντρική Τράπεζα  χρησιμοποίησε για να ετοιμάσει  τον ισολογισμό στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου θα τεθεί εμφαντικά, όπως πληροφορούμαστε  στην αυριανή  γενική συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας αυτής, μετά τη λογοδοσία του προέδρου του μεταβατικού διοικητικού της συμβουλίου  ο οποίος θα δεχθεί ερωτήσεις από τους μετόχους του συγκροτήματος. Άτομα εγνωσμένου κύρους με  ευρύ  επαγγελματικό υπόβαθρο διεθνώς,  τα οποία έχουν μελετήσει  επισταμένα το θέμα του μηδενισμού των κεφαλαίων των μετόχων , θα ζητήσουν εξηγήσεις  από το δ.σ. για την άνευ όρων αποδοχή του τρόπου με τον οποίο η Κεντρική  επεξεργάστηκε τον ισολογισμό  της Τράπεζας Κύπρου και τον δημοσιοποίησε στις 16 Μαΐου, αφήνοντας έξω τα κέρδη που το συγκρότημα απεκόμισε από την αγορά της Λαϊκής. Τα κέρδη αυτά, όπως σημειώνουν, κυμαίνονται  2,4 και 2,8  δις, ποσό το οποίο η εφημερίδα μας είχε αναφέρει προ δεκαημέρου, σε δημοσίευμα το οποίο προκάλεσε και την έκτακτη συνέλευση των παλαιών μετόχων οι οποίοι  οργανώθηκαν σε σύνδεσμο για να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.
 
Μηδένισαν τους κόπους τριών γενεών
Το ίδιο θα πράξουν και τα μέλη του Συνεργατισμού στην ετήσια γενική συνέλευση της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, που θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Πέμπτη.  «Δεν είναι δυνατόν να αποδεχθούμε, ανέφεραν στελέχη του Συνεργατισμού, μηδενισμό των κόπων και του ιδρώτα όχι μόνο της δικής μας γενιάς αλλά και αυτής των πατεράδων και των παππούδων μας. Η Κεντρική Τράπεζα με μεθόδους πρωτόγνωρες , οι οποίες δεν συνάδουν με καμία λογιστική αρχή, αποφάσισε αδιαφανώς, χωρίς να αιτιολογήσει ποσώς  γιατί, και ακολούθησε δικές της επινοήσεις εξαφανίζοντας  τα κεφάλαια μας  κι αφήνοντας   400.000 μέλη μας με μόλις 15 εκατομμύρια. Απαιτούμε- και δεν θα σταματήσουμε να το κάνουμε μέχρι να πάρουμε αυτό που δίκαια μας ανήκει και αναλογεί- εξηγήσεις βασισμένες σε διεθνώς αποδεκτά πρότυπα και όχι σε νεοφανείς  μεθόδους που πρωτοχρησιμοποιούνται στην Κύπρο».
 
Σημείωναν επίσης,  τις δηλώσεις στην εφημερίδα μας, οικονομικών αναλυτών, πριν από μια εβδομάδα, σύμφωνα με τις οποίες το ποσοστό που αναλογεί στα μέλη του Συνεργατισμού δεν είναι το 1% το οποίο αποφάσισε η Κεντρική ότι πρέπει να τους παραχωρηθεί, αλλά ποσοστό το οποίο κυμαίνεται στο 45%. Υπενθυμίζεται ότι με βάση τους αριθμούς, το μετοχικό κεφάλαιο των μελών του Συνεργατισμού ανέρχεται στα 1,3 δις. Το κεφάλαιο με το οποίο  το κράτος   θα στηρίξει το Κίνημα ανέρχεται στο 1,5 δις. Η διαφορά μεταξύ των δύο ποσών είναι μόλις 200 εκατομμύρια, σύμφωνα όμως με τη φόρμουλα της Κεντρικής,  η αναλογία σε ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο διαμορφώθηκε σε μόλις 1% για τα μέλη του Συνεργατισμού ενώ ανήλθε στο  99% για το κράτος.
 
Αν υπήρχε συναίνεση στη συμμετοχή
Η αποκάλυψη αυτή ήταν  που πυροδότησε και τις εκρηκτικές αντιδράσεις στην συνεδρία της Βουλής για την έγκριση του μνημονιακού νομοσχεδίου για το Συνεργατισμό, αφού πίσω από αυτές βρισκόταν πρωτίστως η  δίκαιη αγανάκτηση των Συνεργατιστών για το μηδενισμό των κεφαλαίων τους. 
Είναι φανερό πως αν επιδεικνύετο συναίνεση στο ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των μελών του Συνεργατισμού, ανέφεραν στην εφημερίδα μας άτομα που προέρχονται από το ΑΚΕΛ, ώστε να αποδοθεί το μερίδιο  που δικαιούνται στους ανθρώπους αυτούς, δεν θα ετίθετο σε κίνδυνο ολόκληρο το Πρόγραμμα Στήριξης της Κύπρου.
 
Φυσικά, από βουλευτές της συμπολίτευσης σημειώνεται ότι δεν  θα επαρατηρείτο ο εκτροχιασμός  της κατάστασης στην Ολομέλεια της περασμένης Πέμπτης, αν υπήρχε εξ αρχής συνεννόηση κι εζητούντο εξηγήσεις  εκ μέρους του Συνεργατισμού, από την Κεντρική Τράπεζα, αντί από την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
 
Αγνοήθηκαν κεφάλαια 3,7 έως 4,1 δις
Ελεγκτές και νομικοί από τους οποίους ζητήσαμε ενημέρωση σε σχέση με  το τεχνικό μέρος όλων των πιο πάνω αντιδράσεων, ανέφεραν στην εφημερίδα μας ότι από πλευράς Κεντρικής Τράπεζας αγνοήθηκαν όντως αυθαίρετα κεφάλαια ύψους 3,7 έως 4,1 δις  κεφάλαια τα οποία ανήκουν στους παλαιούς μετόχους της Τράπεζας Κύπρου και των μελών του Συνεργατισμού.
 
Σε ερώτηση μας πώς είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο για ένα τόσο υπέρογκο ποσόν,  μας αναφέρθηκε πως εκείνο που τεχνοκρατικά φαίνεται ότι πήγε λάθος,   είναι ότι υπήρξε παρανόηση στις έννοιες  εποπτικά κεφάλαια και κεφάλαια ιδιοκτητών τα οποία  μηδενίστηκαν.
 
Τα κεφάλαια των ιδιοκτητών, μας εξήγησαν, επιβάλλεται να υπολογιστούν με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (IFRS).  Αντ’ αυτού η Κεντρική Τράπεζα προέβη στους υπολογισμούς της με βάση τα εποπτικά κεφάλαια. Η διαφορά είναι τεράστια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι της τάξης των 3,7 έως 4,1  δις. Η  μέθοδος υπολογισμού των εποπτικών κεφαλαίων χρησιμοποιήθηκε ορθά για να καθοριστούν τα επιπρόσθετα κεφάλαια που χρειάζεται μια τράπεζα  ώστε να διατηρεί το ελάχιστο 9% που απαιτεί η ΕΕ (CT1) στη διάρκεια του Προγράμματος Στήριξης,  αλλά και μετά από αυτό. Τα ποσοστά συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο όμως,   καθορίζονται πάντοτε με  βάση  τα IFRS τα οποία προνοούν πώς εκτιμάται και εξάγεται η καθαρή εσωτερική αξία (Νet Assets Value ), η οποία αποτελεί   το υπόβαθρο του καθορισμού των  ποσοστών συμμετοχής  μαζί με την καλή φήμη (goodwill) που η συγκεκριμένη τράπεζα (ή και εταιρία) δημιούργησε μέσα από τη διαχρονική της πορεία. Η αποτίμηση δηλαδή μιας εταιρίας αποτελείται από το άθροισμα της καθαρής εσωτερικής της αξίας και της καλής της φήμης.
 
Η καθαρή εσωτερική αξία
Σε ερώτηση μας πώς προκύπτει η καθαρή εσωτερική αξία μιας εταιρίας,  μας αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η καθαρή εσωτερική αξία προκύπτει ξεκάθαρα από τον ισολογισμό ο οποίος όμως θα πρέπει να ετοιμασθεί με βάση τα IFRS.Φυσικά για τον Συνεργατισμό δεν υπάρχει ενοποιημένος ισολογισμός αφού το κάθε ΣΠΙ ετοιμάζει τον δικό του. Η καλή φήμη αντιπροσωπεύει την διαφορά  μεταξύ του αποτελέσματος αποτίμησης (valuation) της επιχείρησης - και όχι των περιουσιακών της στοιχείων- και της καθαρής εσωτερικής της αξίας. Τα περιουσιακά στοιχεία  εξάλλου συμπεριλαμβάνονται εν πάση περιπτώσει, στην καθαρή εσωτερική αξία».
 
Αποτίμηση Κεντρικής ως να έχουν ζωή τριών μόνον χρόνων
Σε άλλη ερώτηση μας πως γίνεται η αποτίμηση μιας επιχείρησης,  μας αναφέρθηκε πως  οι διεθνώς βέλτιστες πρακτικές και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται   είναι αυτές που ονομάζονται «Προεξόφληση Μελλοντικών  Ταμειακών Ροών» (Discounted Cash Flows),  γνωστές  παγκοσμίως με τα αρχικά DCF.
 
Βασικό χαρακτηριστικό της μεθόδου DCF, ανέφεραν, είναι ότι η προεξόφληση των καθαρών μελλοντικών ταμειακών ροών ισχύει επ’  αόριστον (perpetuity). Στις περιπτώσεις τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και του Συνεργατισμού,  καμία αποτίμηση των δυο επιχειρήσεων  δεν έγινε,  από κανέναν.  Αντ’ αυτού, φαίνεται ότι η Κεντρική Τράπεζα προχώρησε μονομερώς και αυθαίρετα να καθορίσει τα ποσοστά για την Τράπεζα Κύπρου στο 0,5% και για τον Συνεργατισμό στο 1% κοιτάζοντας και τις δυο επιχειρήσεις,  ως εάν η ζωή τους  τελειώνει στις 30 Ιουνίου 2015, με την λήξη δηλαδή του Προγράμματος Στήριξης.
 
Πρωτόγνωρη προσέγγιση
Οι συνέπειες αυτής της κοσμογονικά πρωτόγνωρης προσέγγισης της Κεντρικής, συνέχισαν, ήταν  να φορτώσουν  στους προηγούμενους ιδιοκτήτες της Τράπεζας Κύπρου και του   Συνεργατισμού,  όλες τις υπολογιζόμενες μελλοντικές ζημιές των δανειακών τους χαρτοφυλακίων ,  με βάση την έκθεση της PIMCO, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2015, θεωρώντας ουσιαστικά ότι οι λειτουργικές τους δραστηριότητες  περιορίζονται   στα πλαίσια της διάρκειας του Προγράμματος Στήριξης και τελειώνουν.  Η Κεντρική θεωρεί χωρίς να το λέει, ότι η διεύρυνση της μετοχικής δομης και των δύο οργανισμών  πραγματοποιείται  στις 30 Ιουνίου 2015 και όχι τώρα και προχωρά κατά συνέπεια κι επιβαρύνει  τις υπολογιζόμενες ζημιές μέχρι τις 30/6/2015 στους προηγούμενους ιδιοκτήτες υλοποιώντας τη θέση ότι  τα νέα κεφάλαια του bail out και του  bail in εισάγονται στις 30/6/2015.
 
Η προσέγγιση αυτή πρόσθεταν, πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Η διεύρυνση του μετοχικού κεφαλαίου γίνεται σήμερα και όχι στις 30/6/2015.Η χρησιμοποίηση τηε ημερομηνίας 30/6/2015 είναι ορθή με βάση τους όρους του Προγράμματος και του Μνημονίου Συναντίληψης αλλά μόνον για σκοπούς υπολογισμού των εποπτικών κεφαλαίων στο τέλος του Προγράμματος και για κανέναν άλλο απολύτως λόγο.
 
 
Τι δικαιούνται  οι παλαιοί  της  Τρ. Κύπρου  και τα μέλη του Συνεργατισμού
ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 30%-35% ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΜΕΤΟΧΟΙ ΚΑΙ 45% ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΣΤΕΣ
Το θέμα  του ποσοστού συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο τόσο των παλαιών μετόχων της Τράπεζας Κύπρου όσο και των μελών του Συνεργατισμού στον Συνεργατισμό, θέσαμε ενώπιον οικονομικών αναλυτών για περαιτέρω σχολιασμό. Συμφώνησαν απολύτως με όσα ανέφεραν οι ελεγκτές και οι νομικοί  τονίζοντας  χαρακτηριστικά   ότι με βάση την πιο πάνω προσέγγιση σε περίπτωση που  η Τρόικα ζητούσε ισολογισμό των μελλοντικών ζημιών για περισσότερα χρόνια, π.χ. μέχρι το 2020 ή 2025 ή και  το 2050, αντί το 2015, τότε τόσο η PIMCO  όσο και η Κεντρική Τράπεζα θα ελάμβαναν υπόψη τους τα τεράστια κέρδη που θα προκύψουν  τις επόμενες δεκαετίες,   προς όφελος, πάντα και μόνον,  των παλαιών ιδιοκτητών.
 
Καίριο ερώτημα
Υπογράμμισαν στη συνέχεια πως το ερώτημα που προκύπτει είναι καίριο:
Βάσει ποιάς μεθοδολογίας η ανατίμηση των επιχειρήσεων αυτών λαμβάνει υπόψην την προϋπολογισθείσα πορεία τους μόνον για τα επόμενα τρία χρόνια, κατά τα οποία οι πάντες γνωρίζουμε ότι τα αποτελέσματα τους θα είναι φορτωμένα ζημιές; 
 
Και πρόσθεταν:
Με την παραγνώριση  όλων αυτών των δεδομένων από πλευράς Κεντρικής Τράπεζας, προέκυψε ως συνέπεια, εντελώς μαθηματικά πλέον, το 0,5% για τους παλαιούς μετόχους της Τράπεζας Κύπρου και το 1% για τα μέλη του Συνεργατισμού, πάντοτε αυθαίρετα.
Σε ερώτηση μας  ποια θα ήταν τα ποσοστά αν η Κεντρική χρησιμοποιούσε  τις διεθνώς αποδεκτές και παγκοσμίως υιοθετούμενες  βέλτιστες  τεχνικές αποτίμησης,  μας  ελέχθησαν τα εξής:
 
Τα ποσοστά συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο, των παλαιών μετόχων στην   Τράπεζα Κύπρου και των μελών του Συνεργατισμού  στο Συνεργατισμό θα ήταν τεράστια και χωρίς αμφιβολία σημαντικά πάνω από το 50% και θα τους επέτρεπε η συμμετοχή αυτή, να διατηρήσουν τον έλεγχο των επιχειρήσεων τους. Αυτή η μέθοδος είναι ιδιαίτερα σημαντική για το Συνεργατισμό ο οποίος μάλιστα να θυμίσουμε ότι κρίθηκε από την Τρόικα και την PIMCO  φερέγγυος και βιώσιμος (solvent and viable) όπως ρητά αναφέρεται στο Μνημόνιο Συναντίληψης. Το Μνημόνιο  αναφέρει επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή είναι αφερέγγυες και μη βιώσιμες  ( insolvent and non viable). Αυτό φυσικά ήταν απόρροια του γεγονότος ότι φόρτωσαν την Λαϊκή με δισεκατομμύρια ζημιών από την πώληση των χαρτοφυλακίων της στην Ελλάδα, στην Τράπεζα Πειραιώς,  και στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου. Να σημειωθεί ότι η ζημιά ύψους 2,4-2,8 δις που υπέστη η Λαϊκή  από την πώληση της στην Τράπεζα Κύπρου,  καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς της Λαϊκής ως ζημιά,  το αντίστοιχο όμως κέρδος που αποκόμισε η Τράπεζα Κύπρου δεν καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς  της τελευταίας  ως κέρδος που ανήκει στους παλαιούς μετόχους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί η Τράπεζα Κύπρου ως αφερέγγυα  και να ακολουθήσει την πορεία εξυγίανσης,  η οποία περιγράφεται στο Μνημόνιο Συναντίληψης.
 
Φερέγγυα  και βιώσιμη η Τράπεζα Κύπρου
Σε παρατήρηση μας ότι με τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Τράπεζα Κύπρου μπορούσε  να μην χαρακτηρισθεί αφερέγγυα, οι ίδιοι κύκλοι ανέφεραν ότι αν οι λογαριασμοί που δημοσίευσε η Κεντρική Τράπεζα στις 16 Μαΐου περιελάμβαναν το κέρδος, όπως άλλωστε επιβάλλουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, τότε, ναι, η Τράπεζα Κύπρου ίσως και να μην εθεωρείτο αφερέγγυα και μη βιώσιμη, όπως δεν κρίθηκαν ούτε ο Συνεργατισμός ούτε η Ελληνική Τράπεζα.
Σημείωσαν επίσης ότι στην περίπτωση της ζημιάς που υπέστη η Τράπεζα Κύπρ0υ από την πώληση των δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα στην τράπεζα Πειραιώς ύψους 1,5 δις περίπου, η ζημιά αυτή καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς που δημοσιοποίησε η κεντρική στις 16/5/2013 ενώ το κέρδος από την αγορά της  Λαϊκής στην Κύπρο αγνοήθηκε παντελώς.
 
«Στην χειρότερη των περιπτώσεων, υπογράμμιζαν,  αν η ανατίμηση και των δυο οργανισμών γινόταν με  την ορθή εφαρμογή  των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων,  τότε τα ποσοστά συμμετοχής των  παλαιών μετόχων της Τράπεζας Κύπρου και των μελών του Συνεργατισμού θα ήταν μεν μειωμένα και στις δύο περιπτώσεις κάτω του 50%, σημαντικά όμως πιο πάνω από το 0,5% και το 1% που η Κεντρική Τράπεζα μονομερώς αποφάσισε».
 
Σε ερώτηση μας τέλος ποια θα ήταν τα ποσοστά για τους μετόχους αυτούς, μας ελέχθη κατηγορηματικά  το εξής:
«Τα ποσοστά συμμετοχής που προκύπτουν με βάση την ορθή εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και χωρίς να λογίζεται οποιοδήποτε ποσόν για την καλή φήμη,  είναι για  τους παλαιούς μετόχους της   Τράπεζας Κύπρου 30%-35% και για τα μέλη του Συνεργατισμού περίπου 45%».
 
Η σημασία της καλής φήμης στην αποτίμηση
Η  καλή φήμη (goodwill) σημείωσαν, αποτελεί άϋλο περιουσιακό στοιχείο,  αναπόσπαστο μέρος  όμως της αξίας ανατίμησης οποιασδήποτε επιχείρησης, συμπεριλαμβάνει δε μεταξύ άλλων το πελατολόγιο, την τεχνογνωσία και λειτουργικά συστήματα που κτίσθηκαν και αναπτύχτηκαν διαχρονικά (ιδιαίτερα σημαντικά στην εξειδικευμένη βιομηχανία της παροχής  χρηματοοικονομικών υπηρεσιών), το εξειδικευμένο προσωπικό τους τα συστήματα και προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, κλπ, κλπ.
 
Η αδιαμφισβήτητη απώλεια εμπιστοσύνης των τελευταίων χρόνων του κοινού στον τραπεζικό τομέα, σε καμία περίπτωση δεν μηδενίζει την αξία της καλής τους φήμης και σίγουρα δεν της προσδίδει αρνητική αξία όπως εμμέσως πλην σαφώς διατείνεται και διακηρύττει η Κεντρική Τράπεζα.