Οι κατά συρροή εξελίξεις της εβδομάδας που πέρασε δεν μας άφησαν χρόνο για να σκύψουμε στην ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με το δημοσίευμα μας για το ποσοστό των μετοχών που θα έπρεπε οι παλαιοί ιδιοκτήτες της Τράπεζας Κύπρου να έχουν στο νέο σχήμα, το οποίο προκύπτει από την απορρόφηση της Λαϊκής στην τράπεζα τους.

Υπενθυμίζουμε πως σύμφωνα με μελέτη που διενήργησε ομάδα αναλυτών, κανονικά θα έπρεπε να υπολογισθούν κέρδη από την αγορά της Λαϊκής ύψους 2,4 δις τα οποία φυσικά αποτελούν κέρδος για τους παλαιούς μετόχους. Τα κέρδη αυτά δεν υπολογίσθηκαν,  με αποτέλεσμα οι παλαιοί μέτοχοι,  με βάση τους υπολογισμούς της Κεντρικής,  να μείνουν με ποσοστό 0,6% στην τράπεζα τους ενώ κανονικά το ποσοστό τους θα έπρεπε να φτάνει τουλάχιστον στο 26%.

Το κέρδος προκύπτει από το γεγονός ότι η Λαϊκή έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου δάνεια (ενεργητικό δηλαδή) ύψους κοντά στα 11,4 δις. Τα δάνεια αυτά η  Κύπρου τα αγόρασε για 9 δις,  θεωρώντας ότι θα εισπράξει μελλοντικά μόνον 9  από τα 11,4 δις. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με την Τράπεζα Πειραιώς η οποία αγόρασε και τις τρεις κυπριακές τράπεζες στην Ελλάδα έναντι χαμηλότερου ποσού από αυτό που αξίζουν τα δάνεια τους. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η Πειραιώς ανακοίνωσε ότι από την αγορά των τριών τραπεζών έχει κέρδη κοντά στα 3,4 δις, επειδή ακριβώς αγόρασε σε χαμηλότερη τιμή τα δάνεια τους, δηλαδή με έκπτωση. Η έκπτωση που παραχωρήθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς όπως και η έκπτωση  που παραχωρήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή, αντιπροσωπεύουν πραγματοποιηθέν κέρδος (πραγματικό κέρδος), που έκαμαν τόσο η Πειραιώς όσο και η Τράπεζα Κύπρου.

Το δημοσίευμα μας προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο θύελλα αντιδράσεων από πλευράς παλαιών μετόχων οι οποίοι συγκεντρώθηκαν την περασμένη Πέμπτη και προχώρησαν στην δημιουργία Συνδέσμου ο οποίος θα προωθήσει το αίτημα τους να τους αποδοθεί το κέρδος των 2,4 δις.

Η Κεντρική Τράπεζα από τη δική της πλευρά, τέσσερις μέρες μετά, εξέδωσε ανακοίνωση για να απαντήσει στο δημοσίευμα μας αλλά και στις αντιδράσεις των μετόχων.

Η ανακοίνωση δεν αποτελούσε διάψευση, φυσικά, του δημοσιεύματος. Ήταν αιτιολόγηση του τρόπου με τον οποίο η Κεντρική κατέληξε στο ποσοστό της Λαϊκής και δεν άγγιξε καθόλου την ουσία του δημοσιεύματος μας.

Αξία και ποσοστά: Μια τεράστια διαφορά

Όλα όσα αναφέρονται στην ανακοίνωση είναι ορθά. Με μια μόνο διαφορά. Η Κεντρική τιτλοφορεί την απάντηση της ως ακολούθως:

«Διευκρινήσεις για το ποσοστό συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου».

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ειδοποιός διαφορά. Η Κεντρική μίλησε για το ποσοστό συμμετοχής και όχι για την αξία των μετοχών. Αν ο τίτλος της ανακοίνωσης της ήταν «Η αξία των μετοχών…» δεν θα έμενε καμία σκιά για τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε, όπως τον περιγράφει η ίδια. Η Κεντρική στηρίχθηκε-και πολύ ορθά- στις αποτίμηση που ετοίμασε ο ελεγκτικός οίκος KPMG Λονδίνου, ο οποίος με βάση τα στοιχεία  που του δόθηκαν, κατέληξε ότι η εύλογη αξία των δανείων της Λαικής  κυμαίνεται γύρω στα 9 δις και σταμάτησε εκεί. Δεν προχώρησε-γιατί δεν ήταν στους όρους εντολής του- στο επόμενο βήμα , του καθορισμού δηλαδή της δίκαιης αξίας των δανείων που αγοράστηκαν και να υπολογίσει κατ’ επέκτασιν  το ποσοστό της συμμετοχής των παλαιών μετόχων. Ο οίκος KPMG έκανε αυτό που ήταν εντεταλμένος να κάμει. Να  καθορίσει  την εύλογη αξία των δανείων για σκοπούς πώλησης τους.

Ετοίμασε, αντιλαμβανόμαστε, διάφορες παραδοχές σε σχέση με την αποτίμηση, στηριγμένες σε συντηρητικά σενάρια. Το αποτέλεσμα της αποτίμησης του χαρτοφυλακίου των δανείων της Λαικης ήταν 9 δις.

Δεν προχώρησε στον καθορισμό των ποσοστών. Δεν ήταν αυτό που του είχε ζητηθεί από την Κεντρική. Τα ποσοστά καθορίσθηκαν στη συνέχεια από την ίδια την Κεντρική με τη συνεργασία της Τρόικας και του Υπουργείου Οικονομικών.

Ο καθορισμός των ποσοστών έγινε με βάση την «εύλογη αξία» των περιουσιακών στοιχείων και όχι την «δίκαιη αξία». Η διαφορά στη χρήση της πρακτικής αυτής είναι τεράστια και στην περίπτωση των μετόχων της Τράπεζας Κύπρου φθάνει τα 2,4 δισεκατομμύρια.

Όπως μας εξηγήθηκε σε περιπτώσεις που οι όροι εντολής αφορούν αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, ο ελεγκτής  κάνει ακριβώς αυτό και τίποτε περισσότερο.

Στη συνέχεια, και μόνον αν το απαιτούν οι όροι εντολής του, προχωρά καθορίζοντας την αξία των μετοχών  των διαφόρων κατηγοριών μετόχων της συγκεκριμένης εταιρίας. Τέλος και εντελώς τέλος, με βάση τα ευρήματα, προχωρεί στον καθορισμό του ποσοστού της συμμετοχής ενός εκάστου των μετόχων. Και πάλιν όμως αν του ζητηθεί να κάνει κάτι τέτοιο.Ορθά  όμως  δεν του ζητήθηκε επειδή δεν προβλέπεται στις πρόνοιες του άρθρου 22 του Νόμου Περί Εξυγίανσης, το οποίο αναφέρεται επίσης στην ανακοίνωση της Κεντρικής.

Η KPMG Λονδίνου είχε όρο εντολής να  αποτιμήσει περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις. Αυτό και μόνον.Το είπε επανειλημμένα ο ίδιος ο Διοικητής της Κεντρικής  όταν απαντούσε στα ανυπόμονα ερωτήματα των μετόχων για το ύψος της συμμετοχής τους. Επαναλάμβανε διαρκώς ότι τα ποσοστά δεν μπορούν να καθοριστούν αν δεν ολοκληρωθεί η αποτίμηση (αξιολόγηση) των ξένων ελεγκτών. Μόνον όταν ολοκληρώθηκε η αποτίμηση αυτή και παραδόθηκε από την KPMG Λονδίνου στην  Κεντρική,  προχώρησε η τελευταία να λογαριάσει τα ποσοστά. Ηταν καθαρά δική της δουλειά, ενώ στην ανακοίνωση αφήνεται να νοηθεί, με βάση και τον τίτλο της,  ότι στον καθορισμό των ποσοστών είχε χέρι και ο ξένος ελεγκτικός οίκος. Αυτό θεωρείται από οικονομικούς αναλυτές όχι μόνον λάθος αλλά και άκρως παραπλανητικό. «Μιλούμε για δισεκατομμύρια», τόνισαν.

Για μεγαλύτερη κατανόηση της διαφοράς παραθέτουμε το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης της Κεντρικής:

«Διευκρινήσεις για το ποσοστό συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου

(1)Το ποσοστό συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου υπολογίσθηκε στη βάση της εύλογης καθαρής αξίας των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου στις 29 Μαρτίου 2013, σύμφωνα με την έκθεση αποτίμησης του ανεξάρτητου ελεγκτικού οίκου KPMG Λονδίνου και λαμβάνοντας υπόψη την εύλογη καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου (πριν την απορρόφηση των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων) κατά την ίδια ημερομηνία σύμφωνα με την έκθεση του εν λόγω οίκου.

(2)Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, η ΚΤΚ, ως Αρχή Εξυγίανσης, καλείτο να προσδιορίσει την τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων μετά την ολοκλήρωση της αποτίμησης τους από ανεξάρτητο εκτιμητή σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, καθώς και τη συμμετοχή της Λαϊκής στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου.  Συνεπώς, ήταν ήδη γνωστό ότι η βάση υπολογισμού της συμμετοχής της Λαϊκής θα ήταν τα αποτελέσματα της άσκησης αποτίμησης που θα διενεργούσε ανεξάρτητος εκτιμητής σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Νόμου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι, το άρθρο 22 του Νόμου απαιτεί όπως η αποτίμηση διενεργείται με στόχο την εκτίμηση της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των τραπεζικών ιδρυμάτων υπό εξυγίανση.

(3)Επισημαίνεται ότι, οι σχετικοί υπολογισμοί και η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε έχουν συμφωνηθεί με το Υπ. Οικονομικών και την Τρόικα».

Η ανατρεπτική διαφορά

Όλα  έγιναν έτσι ακριβώς όπως περιγράφονται στην ανακοίνωση. Με μια σημαντική όμως και ανατρεπτική διαφορά: Η αποτίμηση έγινε από την KPMG Λονδίνου με στόχο να βρεθεί η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων  και υποχρεώσεων που της ανατέθηκε να αποτιμήσει. Ο καθορισμός των ποσοστών έγινε από την Κεντρική, την Τρόικα και το Υπουργείο Οικονομικών στη βάση της εύλογης αξίας, χωρίς να ληφθούν υπόψην τα 2,4 δισεκατομμύρια. Το λέει και η ίδια η Κεντρική στην ανακοίνωση της: «η ΚΤΚ, ως Αρχή Εξυγίανσης, καλείτο να προσδιορίσει την τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων μετά την ολοκλήρωση της αποτίμησης τους από ανεξάρτητο εκτιμητή…καθώς και τη συμμετοχή της Λαϊκής στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου». 

Η ορθή προσέγγιση είναι να προσδιορισθούν τα ποσοστά των μετόχων, με βάση τις δίκαιες αξίες των δανειακών χαρτοφυλακίων  οι οποίες επιβάλλεται, όπως τονίζουν οικονομικοί αναλυτές, να συμπεριλαμβάνουν την έκπτωση που παραχώρησε η Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου,  ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων με την πώληση του δανειακού  χαρτοφυλακίου  της στις 29 Μαρτίου 2013.Η έκπτωση αυτή αντιπροσωπεύει καθαρό κέρδος προς όφελος των παλαιών μετόχων της Τράπεζας Κύπρου στις 29 Μαρτίου 2013.Αυτό δεν έγινε και πολλοί διερωτώνται γιατί.