News Local Τα χωριά του Ακάμα ερημώνουν λόγω της αστυφιλίας (ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ)

Τα χωριά του Ακάμα ερημώνουν λόγω της αστυφιλίας (ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ)

Τα πετρόχτιστα σπίτια, οι πλακόστρωτοι δρόμοι και η απαράμιλλης ομορφιάς φύση του Ακάμα είναι μόνο ένα μέρος του σκηνικού που συνθέτει την περιοχή. Το
υπόλοιπο, αφορά κυρίως τις ατελέσφορες προσπάθειες των λιγοστών κατοίκων να ανατρέψουν τη σταδιακή ερήμωση των χωριών τους. Στους δρόμους του Νέου Χωριού επικρατεί τόση ησυχία που ακούμε μόνο τα βήματά μας καθώς περπατάμε. Τα περισσότερα από τα πετρόχτιστα σπίτια που βλέπουμε κατά μήκος
του κεντρικού δρόμου ήταν μικρές επιχειρήσεις που έχουν κλείσει, είτε αγροτουριστικά καταλύματα που αποκτούν ζωή μόνο μια – δυο φορές τον χρόνο. Η ταβέρνα δίπλα ακριβώς από το κτήριο του Κοινοτικού Συμβουλίου σταμάτησε να λειτουργεί πριν από τρία χρόνια. Παρακάτω, δύο κουρεία που έκλεισαν, ένα μανάβικο που δεν λειτουργεί πια κι ένα καφενείο που έβαλε οριστικά λουκέτο τον Ιανουάριο.
 
 
Όπως μας εξηγεί ο κοινοτάρχης του Νέου Χωριού, Ανδρέας Χριστοδούλου Μάχιμος, πριν από 30 χρόνια τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. «Τότε λειτουργούσαν στην κοινότητα πέντε καφενεία, ενώ σήμερα υπάρχει μόνο ένα, το οποίο μάλιστα υπολειτουργεί». Φθάνοντας στο τελευταίο καφενείο που έχει μείνει όρθιο στην κοινότητα, η ιδιοκτήτριά του μας καλωσορίζει και μας φιλεύει λεμονάδα και καφέ.

 
Το μοναδικό καφενείο
 
Η κ. Μαρία μάς πληροφορεί ότι ανοίγει το καφενείο της γύρω στις 11 το πρωί και το κλείνει λίγο μετά το μεσημέρι καθώς «δεν υπάρχει πολύς κόσμος για να το κρατώ ανοιχτό περισσότερες ώρες». Οι δύο θαμώνες που βρίσκονται στο καφενείο και ακούνε τη συζήτηση, διαμαρτύρονται ευγενικά για το ωράριο λειτουργίας του, προτείνοντας στην κ. Μαρία να το ανοίγει τουλάχιστον νωρίς το πρωί και να κλείνει το απόγευμα. Όπως λένε, δεν υπάρχει κάτι άλλο στο χωριό για να ψυχαγωγηθούν και να κοινωνικοποιηθούν. «Η μόνη διέξοδος στη μοναξιά μας είναι αυτό το καφενείο». Ο ένας από τους δύο είχε κουρείο και το έκλεισε, ο άλλος ήταν κάτοικος Αφρικής που ήθελε πάντα να επιστρέψει στο χωριό του. «Τα κατάφερα πριν από δύο περίπου χρόνια. Επέστρεψα πίσω μαζί με τα παιδιά μου. Εκείνα, ωστόσο, δεν μένουν στο χωριό, καθώς δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας εδώ». Μιλώντας για τη ρουτίνα του στο χωριό, μας λέει ότι φροντίζει τον κήπο του σχεδόν καθημερινά, επισκέπτεται για λίγο το καφενείο με την ελπίδα ότι θα βρει και άλλους εκεί για να ανταλλάξουν μια κουβέντα και ύστερα ακολουθεί το μάζεμα
εποχιακών προϊόντων, όπως η κάππαρη και τα μανιτάρια, για να περάσει η ώρα.



 
Η έκταση της εγκατάλειψης
 
Μαθαίνουμε από τον κ. Χριστοδούλου ότι οι λιγοστές θέσεις εργασίας που έχουν απομείνει στο χωριό αφορούν τον τουριστικό τομέα και τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας. Όπως συμβαίνει στις περισσότερες απομακρυσμένες και λιγότερο ευνοημένες περιοχές, η γεωργοκτηνοτροφία αποτελεί το κυριότερο στοιχείο της τοπικής οικονομίας. Τα χωριά του Ακάμα κινδυνεύουν να ερημώσουν λόγω της αστυφιλίας, αφού η πλειοψηφία της νεολαίας έχει φύγει, αναζητώντας εργασία στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν την έκταση της εγκατάλειψης. Σύμφωνα με την απογραφή του 1976, ο πληθυσμός των επτά κοινοτήτων του Ακάμα ήταν 2527, ενώ κατά την απογραφή του 2011 καταγράφηκαν μόλις 1498 κάτοικοι, δηλαδή σημειώθηκε μείωση του πληθυσμού κατά 41%.
Προχωρώντας πιο βαθιά στο χωριό, όπου αυτή την περίοδο γίνονται αναπλαστικά έργα, φθάνουμε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά και στο κοιμητήριο. «Το μόνο που μεγαλώνει στο χωριό είναι το κοιμητήριο» σημειώνει ο κοινοτάρχης, υπογραμμίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του, δηλαδή τα τελευταία οκτώ χρόνια, έχουν καταγραφεί στο Νέο Χωριό 54 θάνατοι και μόνο 7 γέννες.

 
«Εμείς προστατεύσαμε τον Ακάμα»
 
Η περιδιάβαση στα σοκάκια του χωριού φθάνει στο τέλος της και επιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο του Κοινοτικού Συμβουλίου για να μια σύντομη περιήγηση στην πανέμορφη φύση του Ακάμα. Το αυτοκίνητο είναι κατάλληλα εξοπλισμένο, όπως μας εξηγεί ο κοινοτάρχης, για να μπορεί να ανταποκριθεί σε κατάσβεση πυρκαγιάς. «Έχουμε πολλές φορές τρέξει σε πυρκαγιές για να σώσουμε τον Ακάμα. Αυτό που ο περισσότερος κόσμος δεν καταλαβαίνει, είναι ότι εμείς, οι κάτοικοι της περιοχής, νιώθουμε τον Ακάμα σπίτι μας και η προστασία του είναι προτεραιότητά μας. Εμείς προστατεύσαμε τον Ακάμα τόσα χρόνια και
θα συνεχίσουμε να τον προστατεύουμε» σημειώνει ο κοινοτάρχης. Αναφερόμενος στην ήπια ανάπτυξη που ζητούν εδώ και χρόνια να επιτραπεί εντός των
ιδιωτικών περιουσιών τους που είναι εγκλωβισμένες στον Ακάμα, ο κ. Χριστοδούλου εξηγεί ότι το ζητούμενο δεν είναι να γίνουν Αγία Νάπα ή Λεμεσός. «Αυτό που θέλουμε είναι μια ήπια, αειφόρος και συμβατή με το περιβάλλον της περιοχής ανάπτυξη, η οποία θα επαναφέρει τα χωριά μας σε τροχιά ευημερίας. Ωστόσο, έχει επικρατήσει η άποψη ότι εμείς, οι κάτοικοι της περιοχής, θέλουμε να καταστρέψουμε τον Ακάμα, τον τόπο όπου
μεγαλώσαμε κι εμείς και τα παιδιά μας».
 
«Αισθανόμαστε πρόσφυγες»
 
Το μεσημέρι κάνουμε μία στάση στο εστιατόριο «Σούλι» στο Λατσί, ένα από τα λίγα που είναι ανοιχτά στην περιοχή εκτός καλοκαιρινής περιόδου, για να γευματίσουμε μαζί με τον κοινοτάρχη του Νέου Χωριού, αλλά και τον κοινοτάρχη Ίνειας, Γιάγκο Τσίβικο. Οι υπόλοιποι επισκέπτες του εστιατορίου είναι όλοι τουρίστες και ένας οδηγός σαφάρι, ο οποίος κατάγεται από την Ίνεια. «Η ενασχόληση με το σαφάρι στην περιοχή του Ακάμα» είναι από τις ελάχιστες πηγές
απασχόλησης των κατοίκων της περιοχής» λέει. «Εγώ ασχολούμαι με το επάγγελμα αυτό από το 1996, αν και στα σχέδιά μου όταν επέστρεψα από την Αγγλία το 1994 ήταν να αγοράσω μία καφετέρια στην Πάφο. Ενώ είχα συμφωνήσει για την αγορά της καφετέριας και τα είχα όλα έτοιμα, πληροφορήθηκα ότι ήταν αδύνατο να βάλω για υποθήκη το χωράφι της μητέρας μου, καθώς δεν είχε καμία αξία. Αναφέρομαι στην επιβολή των μηδενικών συντελεστών της Δήλωσης Πολιτικής του 1989, η οποία απαγόρευσε την παραμικρή ανάπτυξη εντός των ιδιωτικών περιουσιών δυτικά των κοινοτήτων. Ειδικά στην περίπτωση της Ίνειας, όλη η περιουσία των κατοίκων της επηρεάστηκε από το διάταγμα του 1989. Οι περισσότεροι Ιννειάτες αισθανόμαστε πρόσφυγες, εκτοπισμένοι». Σύμφωνα με τον κοινοτάρχη Ίνειας, οι περιουσίες των κατοίκων παραμένουν εγκλωβισμένες στον Ακάμα μέχρι σήμερα. «Καμία κυβέρνηση δεν επέδειξε πολιτική βούληση για επίλυση του προβλήματος των ιδιωτικών ιδιοκτησιών εντός της χερσονήσου του Ακάμα, είτε δίνοντας αποζημιώσεις, είτε προχωρώντας με ανταλλαγή γης. Η δέσμευση των περιουσιών των κατοίκων επιβλήθηκε χωρίς κανένα αντισταθμιστικό μέτρο, με αποτέλεσμα η περιοχή να
υποβαθμιστεί».
 
Με την ομίχλη να πέφτει, κατευθυνόμαστε μετά το γεύμα μας προς την τελευταία μας στάση, το χωριό Ίνεια. Η Ίνεια σου δίνει την εντύπωση ενός περιποιημένου, γραφικού χωριού που ωστόσο μοιάζει ερειπωμένο. Στο καφενείο, εκεί όπου χτυπά η καρδιά κάθε χωριού, πιάνουμε κουβέντα με τους ντόπιους, οι οποίοι μας περιγράφουν την κατάσταση που επικρατεί στο χωριό. «Αισθανόμαστε απομονωμένοι και εγκαταλελειμμένοι. Τίποτα δεν κινείται εδώ παρά μόνο το καλοκαίρι. Ακόμη και τότε, ωστόσο, δεν έχουμε την κίνηση που μπορεί να φέρει πραγματική αναζωογόνηση στο χωριό». Όπως μας πληροφορεί ο κοινοτάρχης του χωριού, πολλοί ιδιοκτήτες αγροτουριστικών καταλυμάτων, λόγω χαμηλής, έως και μηδαμινής ζήτησης, νοικιάζουν πλέον τα καταλύματά τους σε Σύριους πρόσφυγες.
Μετά το καφενείο του χωριού, κατευθυνόμαστε προς την εκκλησία της Παναγίας Χρυσελεούσης και το δημοτικό σχολείο.
 
 
Η Ίνεια είναι από τα λίγα χωριά της περιοχής που έχουν δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο. Σύμφωνα, βέβαια, με τον κ. Τσίβικο, και τα δύο υπολειτουργούν. «Αυτή τη στιγμή το νηπιαγωγείο φιλοξενεί έξι μαθητές και το δημοτικό σχολείο 12-13. Χωρίς μαθητές για να γεμίσουν τις τάξεις, τα δύο σχολεία βρίσκονται υπό καθεστώς κλεισίματος, κάτι που θα οδηγήσει την περιοχή σε περαιτέρω υποβάθμιση» προειδοποιεί ο κοινοτάρχης.


Αφήνοντας πίσω τα χωριά του Ακάμα, κρατάμε ωραίες εικόνες από την ιδιαίτερη ομορφιά της περιοχής, αλλά και την έντονη ανησυχία των κατοίκων ότι εάν δεν προωθηθούν σύντομα δραστικές αλλαγές, οι κοινότητες θα οδηγηθούν σε πλήρη εγκατάλειψη. Ήδη οι κοινότητες του Ακάμα αντιμετωπίζουν πληθυσμιακό και δημογραφικό πρόβλημα, αφού οι κάτοικοι είναι κυρίως συνταξιούχοι. Με την προϊούσα γήρανση του εναπομείναντα πληθυσμού, τα χωριά
αυτά οδηγούνται σταδιακά σε ερήμωση.

Top