News Local PISA: Πού οφείλεται η χαμηλή επίδοση των Κύπριων μαθητών

PISA: Πού οφείλεται η χαμηλή επίδοση των Κύπριων μαθητών

Πραγματοποιήθηκε σήμερα, στο Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΠΑΝ), συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας PISA (Programme for International Student Assessment) 2018.


Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της συνέντευξης αναφέρθηκε ότι το Πρόγραμμα PISA διοργανώνεται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και στοχεύει στην αξιολόγηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών που συμμετέχουν σε αυτό.

Αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές έρευνες στον χώρο της εκπαίδευσης και υλοποιείται σε τριετείς κύκλους από το 2000. Επικεντρώνεται στην αξιολόγηση του γραμματισμού δεκαπεντάχρονων μαθητών/τριών σε τρία διαφορετικά γνωστικά πεδία: την Κατανόηση Κειμένου, τα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες. Σε κάθε κύκλο υλοποίησης του Προγράμματος, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε ένα από τα τρία γνωστικά πεδία. Στην έρευνα PISA 2018, στην οποία συμμετείχαν συνολικά 79 χώρες και οικονομίες, το υπό έμφαση γνωστικό πεδίο ήταν η Κατανόηση Κειμένου.

Την υλοποίηση της έρευνας PISA 2018 στην Κύπρο ανέλαβε -εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΠΑΝ)- το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης (ΚΕΕΑ) του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Η συλλογή των δεδομένων στην Πιλοτική Φάση πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου 2017 με τη συμμετοχή 1411 μαθητών/τριών από 31 δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Η Κύρια Φάση πραγματοποιήθηκε κατά την αντίστοιχη περίοδο του 2018 (Μάρτιο-Μάιο) με τη συμμετοχή 5503 δεκαπεντάχρονων μαθητών/τριών από 92 δημόσια και ιδιωτικά σ χολεία.

Η συλλογή των δεδομένων έγινε μέσα από: (α) ηλεκτρονικό δοκίμιο αξιολόγησης, το οποίο εξέτασε τον βαθμό στον οποίο οι μαθητές/μαθήτριες μπορούν να εφαρμόσουν, στα τρία γνωστικά πεδία, γνώσεις και δεξιότητες, τις οποίες απέκτησαν κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσής τους σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής και όχι απαραίτητα στο πλαίσιο συγκεκριμένης διδακτέας ύλης, (β) ερωτηματολόγιο μαθητή/μαθήτριας, το οποίο συνέλεξε πληροφορίες για τους μαθητές/μαθήτριες και το οικογενειακό τους περιβάλλον και (γ) ερωτηματολόγιο σχολείο, μέσα από το οποίο συνελέγησαν στοιχεία για κάθε σχολική μονάδα που συμμετείχε στην έρευνα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, ο μέσος όρος των μαθητών/τριών της Κύπρου ήταν 424 στην Κατανόηση Κειμένου, 451 στα Μαθηματικά και 439 στις Φυσικές Επιστήμες, επιδόσεις στατιστικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (482 στην Κατανόηση Κειμένου, 489 στα Μαθηματικά και 484 στις Φυσικές Επιστήμες).

Σε σχέση με τις προηγούμενες συμμετοχές της χώρας μας στο Πρόγραμμα (2012, 2015), εντοπίστηκαν κάποιες διαφοροποιήσεις στους μέσους όρους επίδοσης. Συγκριτικά με το 2015, το 2018 η επίδοση των μαθητών/τριών παρουσίασε στατιστικά σημαντική βελτίωση κατά 14 περίπου μονάδες στα Μαθηματικά και κατά 6 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες.

Αντίθετα, στην Κατανόηση Κειμένου, η επίδοση των μαθητών/τριών παρουσίασε στατιστικά σημαντική πτώση κατά 19 μονάδες. Διαχρονικά, έχοντας ως αφετηρία την πρώτη συμμετοχή της Κύπρου στο Πρόγραμμα το 2012, διαφαίνεται μια τάση στην επίδοση των μαθητών/τριών στα Μαθηματικά, μια σταθερή κατάσταση στις Φυσικές Επιστήμες και μια πτωτική τάση στην Κατανόηση Κειμένου.

Το Πρόγραμμα PISA αξιοποιεί, παράλληλα, επίπεδα γραμματισμού για να περιγράψει τις δεξιότητες τις οποίες είναι ικανοί να χρησιμοποιούν οι μαθητές/μαθήτριες, καθώς και τα προβλήματα που μπορούν να επιλύουν σε κάθε επίπεδο. Το Επίπεδο 1 είναι το χαμηλότερο και το Επίπεδο 6 το υψηλότερο, ενώ το Επίπεδο 2 θεωρείται ως το επίπεδο αναφοράς (baseline level) για τις βασικές δεξιότητες. Οι μαθητές/μαθήτριες που κατατάσσονται στο επίπεδο αναφοράς βρίσκονται στο στάδιο απόκτησης των βασικών δεξιοτήτων, οι οποίες θεωρούνται ουσιώδεις, ώστε μελλοντικά να ε ίναι σε θέση να συμμετέχουν αποτελεσματικά και δημιουργικά στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Σε σχέση με την κατανομή των μαθητών/τριών στα επίπεδα γραμματισμού, το 2018 τα αποτελέσματα (όπως και στις προηγούμενες φάσεις - κύκλους του 2012 και του 2015) ανέδειξαν δύο ζητήματα για τους/τις δεκαπεντάχρονους μαθητές/μαθήτριες της Κύπρου: (α) τη συγκέντρωση μεγάλου ποσοστού μαθητών/τριών κάτω από το Επίπεδο 2 στην Κατανόηση Κειμένου (43,7%), τα Μαθηματικά (36,9%) και τις Φυσικές Επιστήμες (39%) και (β) το πολύ χαμηλό ποσοστό μαθητών/τριών στα ανώτερα γνωστ ικά Επίπεδα 5 και 6 (Κατανόηση Κειμένου: 1,8%, Μαθηματικά: 4,4%, Φυσικές Επιστήμες: 1,7%).

Εντούτοις, αξίζει να σημειωθεί ότι σε σχέση με το 2015, το 2018 στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάστηκε στατιστικά σημαντική μείωση 5,7 και 3,2 μονάδων αντίστοιχα, στο ποσοστό μαθητών/τριών κάτω από το Επίπεδο 2. Παράλληλα, στα Μαθηματικά παρουσιάστηκε και ταυτόχρονη στατιστικά σημαντική αύξηση κατά 1,2 μονάδες στο ποσοστό μαθητών/τριών στα Επίπεδα 5 και 6. Όσον αφορά στην Κατανόηση Κειμένου, παρουσιάστηκε ταυτόχρονη στατιστικά σημαντική αύξηση στο ποσοστό μαθητών/τριών κάτω από το Επίπεδο 2 (8,1%) και μείωση στο ποσοστό μαθητών/ τριών στα Επίπεδα 5 και 6 (1,3%).
Ως προς το φύλο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του 2018, τα κορίτσια παρουσίασαν στατιστικά καλύτερη επίδοση από τα αγόρια και στα τρία γνωστικά πεδία. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζεται και στις χώρες της ΕΕ, με εξαίρεση τα Μαθηματικά στα οποία τα αγόρια υπερτερούν των κοριτσιών, με στατιστικά σημαντική διαφορά 4 μονάδων. Σε σχέση με το 2015, το 2018 τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια στην Κύπρο παρουσίασαν στατιστικά σημαντική μείωση της επίδοσής τους στην Κατανόηση Κειμένου και βελτίωση της επίδοσής τους στα Μαθηματικά.

Πού οφείλεται η χαμηλή επίδοση των Κύπριων μαθητών

Αξιοποιώντας δεδομένα από το ερωτηματολόγιο μαθητή/μαθήτριας και από το ερωτηματολόγιο σχολείου, διερευνήθηκαν συγκεκριμένοι παράγοντες που πιθανόν να σχετίζονται με την επίδοση των μαθητών/τριών στην Κατανόηση Κειμένου και οι οποίοι αφορούν στο υπόβαθρο των μαθητών/τριών, το σχολικό κλίμα και την ποιότητα της ζωής τους. Ανάμεσα σε άλλα, η διερεύνηση αυτή κατέδειξε τα ακόλουθα:

i.   Ως προς το υπόβαθρο των μαθητών/τριών:

─    Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο μπορεί να ερμηνεύσει τη διαφοροποίηση της επίδοσης των μαθητών/τριών, παρόλο που αυτό συμβαίνει σε μικρότερο βαθμό στην Κύπρο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

─    Το 2018, το ποσοστό των Κυπρίων «ανθεκτικών[1]» μαθητών/τριών αυξήθηκε στο 12,8% (2012: 1,9%, 2015: 10,1%), με το αντίστοιχο ποσοστό στις χώρες της ΕΕ να βρίσκεται στο 11% (2012: 5,9%, 2015: 27,1%).
 ii.        Ως προς το σχολικό κλίμα:

─    Οι μαθητές/μαθήτριες οι οποίοι/ες αναφέρουν ότι είτε είναι θύματα σχολικού εκφοβισμού, είτε φοιτούν σε τάξεις στις οποίες υπάρχει μόνιμο πρόβλημα πειθαρχίας, είτε απουσιάζουν αδικαιολόγητα από μαθήματα, παρουσιάζουν χαμηλότερη επίδοση από τους/τις υπόλοιπους/ες μαθητές/μαθήτριες.

─    Στην Κύπρο περίπου ένας/μία στους/στις τρεις μαθητές/μαθήτριες (34%) αναφέρει ότι υπήρξε θύμα σχολικού εκφοβισμού τουλάχιστον μερικές φορές κατά τη διάρκεια ενός μήνα (EE: 24%). Το ποσοστό των μαθητών/τριών αυτών στην Κύπρο αυξήθηκε κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες από το 2015 στο 2018, με την αύξηση αυτή να είναι η μεγαλύτερη από όλες τις συμμετέχουσες χώρες (ΕΕ: 4,6%).

─   Ο ενθουσιασμός των εκπαιδευτικών κατά τη διδασκαλία, η στήριξη που δέχονται οι μαθητές/μαθήτριες από τους εκπαιδευτικούς τους, αλλά και η συνεργασία ανάμεσα στους μαθητές/μαθήτριες και η ανάπτυξη του αισθήματος του ανήκειν στο σχολείο αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που σχετίζονται με αυξημένη επίδοση τόσο στην Κύπρο όσο και σε όλες τις συμμετέχουσες χώρες.

 iii.  Ως προς την ποιότητα της ζωής των μαθητών/τριών:

─   Το πόσο ικανοποιημένοι νιώθουν οι μαθητές/μαθήτριες από τη ζωή τους φάνηκε να σχετίζεται με την επίδοσή τους, αφού όσοι/ες δήλωσαν «μέτρια ικανοποιημένοι/ες» με τη ζωή τους είχαν υψηλότερη επίδοση από τους υπόλοιπους συμμαθητές/συμμαθήτριές τους.

Το ΥΠΠΑΝ θα αξιοποιήσει τα δεδομένα που προέκυψαν από την έρευνα PISA 2018 στοχευμένα, με στόχο τη βελτίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Συγκεκριμένα, θα μελετηθούν σε βάθος τόσο τα αποτελέσματα, όσο και τα πλούσια δεδομένα της έρευνας για καταγραφή σχετικών απόψεων και εισηγήσεων, οι οποίες θα αξιοποιηθούν στη συνέχεια για τη λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων και δράσεων.

Top