Διάκριση, κακοπιστία και παραπλάνηση από το Υπουργείο Υγείας σε βάρος ωρομίσθιου υπαλλήλου, φορέα του HIV/AIDS, εντοπίζει σε έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ελίζα Σαββίδου.

Η έκθεση, που ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες, αφορά τη διερεύνηση παραπόνου που υπέβαλε στην Επίτροπο το οροθετικό άτομο στις 8 Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τον χειρισμό του αιτήματός του για μετάθεσή του από τη θέση καθαριστή σε κρατικό νοσηλευτήριο σε άλλη θέση, λόγω της οροθετικότητάς του.

Κοινωνικός στιγματισμός

«Ο κοινωνικός στιγματισμός των φορέων HIV/AIDS μπορεί να αντιμετωπιστεί σε σημαντικό βαθμό με την εξασφάλιση της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ατόμων αυτών μέσω και της επαγγελματικής αποκατάστασής τους. Η κοινωνική ενσωμάτωση εμπαθών ομάδων, όπως τα οροθετικά άτομα, συμβάλλει στην ποιοτική αναβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου και στην εξασφάλιση της μέγιστης κοινωνικής συνεισφοράς των ατόμων αυτών» αναφέρει, αρχικά, στην έκθεσή της η Επίτροπος. Περαιτέρω, σημειώνει πως είναι ευρύτερα αποδεκτό το γεγονός ότι η επαγγελματική απασχόληση των ασθενών μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στη σωματική και ψυχική τους υγεία.

Ως εκ τούτου, η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για την προώθηση των οροθετικών ατόμων στην απασχόληση αποτελεί το σημαντικό θετικό μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς τα οροθετικά άτομα αποτελούν μια ευάλωτη κοινωνική ομάδα με ιδιαίτερες ανάγκες όσον αφορά την εργασία. «Παρ΄ όλα αυτά», υπογραμμίζει η κ. Σαββίδου, «η απλή υιοθέτηση ενός σχεδίου για την προώθηση των ατόμων αυτών στην εργασία, παρά το θετικό του περιεχόμενο, δεν μπορεί να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, εάν δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή των ρυθμίσεών του».

Είχε προτεραιότητα, αλλά...

Σύμφωνα με την έκθεση, ο εν λόγω παραπονούμενος είχε επανειλημμένα γνωστοποιήσει, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, το αίτημα του στο Υπουργείου Υγείας για μετακίνηση σε άλλη ωρομίσθια θέση, όπως προνοούν οι σχετικοί κανονισμοί. «Σε ανταπόκριση του αιτήματος αυτού, αλλά και βάσει των εισηγήσεων που υπέβαλα με την προηγούμενη έκθεσή μου, το Υπουργείο Υγείας ενημέρωσε τον παραπονούμενο με δύο τουλάχιστον επιστολές ότι το αίτημά του εξεταζόταν και ότι σε περίπτωση που υπάρχουν κενές θέσεις στα κρατικά νοσηλευτήρια θα κληθεί ως υποψήφιος», αναφέρει η κ. Σαββίδου, για να προσθέσει: «Μάλιστα, η τελευταία επιστολή του Υπουργείου Υγείας στάλθηκε στον παραπονούμενο εντός του 2012, την ίδια, δηλαδή, χρονική περίοδο που ολοκληρώθηκε η διαδικασία πλήρωσης της μιας ωρομίσθιας θέσης για την οποία ο παραπονούμενος είχε προτεραιότητα, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου».

Δεν ενημερώθηκε για τη θέση ημεροφύλακα

Παρότι η αρμόδια υπηρεσία διαβεβαίωνε, αναφέρει η Επίτροπος, τον παραπονούμενο ότι θα κληθεί ως υποψήφιος σε διαδικασία πλήρωσης οποιασδήποτε θέσης, τελικά ουδέποτε κλήθηκε να συμμετάσχει στη συγκεκριμένη διαδικασία.

Επιπλέον, κατά την αλληλογραφία της Ελίζας Σαββίδου με το Υπουργείο Υγείας, η αρμόδια Αρχή αρχικά αρκέστηκε να αναφέρει ότι ο παραπονούμενος δεν ενδιαφέρθηκε για να κληθεί ως υποψήφιος. «Ως εκ τούτου, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς συνάγεται η έλλειψη ενδιαφέροντος από τον παραπονούμενο, δεδομένου ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για τη συγκεκριμένη θέση από την αρμόδια Αρχή, ενώ είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για άμεση μετακίνησή του σε οποιαδήποτε άλλη θέση, υποβάλλοντας το αίτημά του στην αρμόδια Αρχή, όπως προβλέπεται», αναφέρει η Επίτροπος, που θεωρεί πως η στάση της αρμόδιας Αρχής οδήγησε τελικά στον αποκλεισμό του παραπονούμενου από τη διαδικασία επιλογής για την εν λόγω θέση ημεροφύλακα, στην οποία θα προωθείτο κατά προτεραιότητα ως φορέας HIV/AIDS.

Αρνητικές οι συνέπειες για την υγεία του

Ως αποτέλεσμα, ο παραπονούμενος αναγκάστηκε να συνεχίσει να εργάζεται υπό συνθήκες που πιθανόν να έχουν αρνητικές συνέπειες στην υγεία του, υπογραμμίζεται στη έκθεση. Η Επίτροπος, επισημαίνει, πως η αρχή της χρηστής διοίκησης υποχρεώνει τα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές του με βάση το περί δικαίου αίσθημα, με αναλογικότητα και επιείκεια και στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας της δημόσιας διοίκησης.

Σύμφωνα με την αρχή αυτή η δημόσια διοίκηση οφείλει να διευκολύνει τους διοικούμενους να προστατεύουν τα συμφέροντά τους και να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους. «Ειδικότερα, η αρχή της καλής πίστης απαγορεύει στη διοίκηση να ενεργεί με τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο, ώστε να εξαπατά ή να ταλαιπωρεί χωρίς λόγο τον διοικούμενο».

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια αρχή, ο εκάστοτε υπάλληλος θα πρέπει να είναι συνεπής όσον αφορά τη διοικητική συμπεριφορά του καθώς και τη διοικητική δράση του οργάνου και εφόσον παραστεί ανάγκη οφείλει να συμβουλευτεί το κοινό πώς να υποβάλλει ένα αίτημα το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει για τον χειρισμό της υπόθεσης. «Τα πιο πάνω προκύπτουν με σαφήνεια τόσο από το εγχώριο νομικό πλαίσιο όσο και από τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος, παρότι δεν αποτελεί δεσμευτικό κείμενο για τα κράτη-μέλη, παρέχει τις κατευθυντήριες αρχές για τη σωστή λειτουργία των διοικητικών οργάνων», αναφέρει η Επίτροπος.

Τα συμπεράσματα

Η ΕΛΙΖΑ Σαββίδου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο χειρισμός του αιτήματος του παραπονούμενου υπήρξε εντελώς πρόχειρος και η στάση που τήρησε η αρμόδια Αρχή έναντι του παραπονούμενου ήταν παραπλανητική, με αποτέλεσμα να προκαλέσει ιδιαίτερη ταλαιπωρία στον παραπονούμενο. Ειδικότερα, η αρμόδια Αρχή αρχικά διαβεβαίωνε επανειλημμένα τον παραπονούμενο ότι θα κληθεί ως υποψήφιος σε διαδικασία πλήρωσης οποιασδήποτε θέσης, δημιουργώντας εύλογα σε αυτόν την πεποίθηση ότι δεν θα απαιτούνταν άλλες ενέργειες για εκδήλωση ενδιαφερόντος.

Ως εκ τούτου, ο παραπονούμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθήσει ώστε το αίτημά του να υποβληθεί με τον δέοντα τρόπο, ενώ ταυτόχρονα η αρμόδια Αρχή δημιούργησε στον παραπονούμενο εσφαλμένες προσδοκίες, για αυτόματη συμμετοχή σε οποιαδήποτε μελλοντική διαδικασία πλήρωσης θέσεων. «Ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αρμόδια Αρχή όφειλε να επιδείξει αυξημένη επιμέλεια στον χειρισμό του αιτήματος του παραπονούμενου, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό προέρχεται από μέλος μιας ευάλωτης ομάδας, ως άτομο που είναι φορέας HIV/AIDS.

Ο κοινωνικός και εργασιακός αποκλεισμός των οροθετικών και οι αυξημένες δυσκολίες στην πρόσβαση στην εργασία δεν λήφθηκαν δεόντως υπόψη κατά τον χειρισμό του αιτήματος του παραπονούμενου, ο οποίος οδήγησε τελικά σε ταλαιπωρία του παραπονούμενου και σε περαιτέρω αποκλεισμό του από την εργασία», αναφέρεται στην έκθεση.

Συστάσεις προς το υπουργείο

Η ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επισημαίνει πως, «δυστυχώς, η διαδικασία πλήρωσης της συγκεκριμένης θέσης έχει ήδη ολοκληρωθεί και τα δικαιώματα που έχουν ήδη δημιουργηθεί υπέρ τρίτων δεν μπορούν να ανατραπούν. Παρ΄ όλα αυτά, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να προβληματίσει ιδιαίτερα το Υπουργείου Υγείας και να οδηγήσει σε μια σειρά ενεργειών, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη τέτοιων φαινομένων στο μέλλον, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάγκη για στήριξη της ευάλωτης ομάδας των οροθετικών.

Ως εκ τούτου», προσθέτει, «υποβάλλω την παρούσα έκθεση στον Υπουργό Υγείας με την εισήγηση όπως εξετάσει το ζήτημα και προχωρήσει σε ενέργειες για αποφυγή παρόμοιων περιπτώσεων». Ταυτόχρονα, εισηγείται όπως ο παραπονούμενος ενημερωθεί άμεσα και ξεκάθαρα από την αρμόδια Αρχή για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προχωρεί σε περίπτωση που επιθυμεί να συμμετάσχει στη διαδικασία πλήρωσης οποιασδήποτε ωρομίσθιας θέσης και όπως το Υπουργείο Υγείας εντείνει τις προσπάθειες για μετακίνηση του παραπονούμενου το συντομότερο δυνατό.