Ο σωστός συντονισμός όλων των κρατικών Υπηρεσιών που εμπλέκονται σε περιπτώσεις παιδιών με ένα εκ των δύο γονέων να παρουσιάζει παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστούν όσα πιθανά σοβαρά αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει το γεγονός αυτό σε ένα παιδί, όπως για παράδειγμα ο κοινωνικός αποκλεισμός.

Σε δηλώσεις της στο Sigmalive, η Κλινική Ψυχολόγος Αριστονίκη Θεοδοσίου σημείωσε πως αυτό που προέχει σε περιπτώσεις που ένα παιδί έχει γονιό ο οποίος έχει καταδικαστεί για σοβαρά εγκλήματα ή βρίσκεται αντιμέτωπος με τον νόμο, είναι να γνωρίζουν οι αρμόδιοι εάν ο γονιός που μένει πίσω με το παιδί είναι κατάλληλος.

«Οι Υπηρεσίες του κράτους θα πρέπει να μεριμνήσουν με πολλή ευαισθησία για τον γονέα ή τον κηδεμόνα που θα αναλάβει πλέον χρέη φροντιστή της οικογένειας, ο οποίος θα πρέπει, επίσης, να παρακολουθείται από ψυχολόγο. Το παιδί θα πρέπει να χαίρει υποστήριξης για να καλυφθεί το κενό, αλλά και στήριξης στο σχολικό περιβάλλον, ώστε να μην αφεθεί στο έλεος των οποιωνδήποτε συνθηκών μπορεί να προκύψουν», επεσήμανε η κ. Θεοδοσίου.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού

Το σχολείο, όντας ο χώρος όπου περνάει τις περισσότερες ώρες ένα παιδί, έχει να παίξει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή αντιμετώπιση παιδιού με τη συγκεκριμένη ψυχολογία.

Όμως, η κ. Θεοδοσίου πιστεύει πως ένας δάσκαλος ή ένας καθηγητής δεν μπορεί να παρατηρεί συνέχεια συμπεριφορές ή να αντιμετωπίσει βλέμματα. «Ρόλος του εκπαιδευτικού είναι να στηρίξει όσο δύναται περισσότερο το παιδί, όσο του επιτρέπει το πρόγραμμα, αλλά δεν μπορεί να είναι ψυχολόγος», επισημαίνει.

«Είναι ό,τι χειρότερο να πεις σ’ ένα παιδί ότι ο γονιός του είναι κακός άνθρωπος»

Με πιο σημαντικές την πρώτη σχολική ηλικία ενός παιδιού και τη φάση της προεφηβείας, η κ. Θεοδοσίου θεωρεί πως, στις συγκεκριμένες περιόδους, το παιδί δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο γεγονός, γιατί είναι αρκετά δύσκολο να δεχθεί ότι ο γονιός του είναι κακός άνθρωπος.

Το δύσκολο, όπως αναφέρει, είναι ότι το παιδί έχει να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι ένας από τους γονείς του κρίνεται από όλον τον κόσμο, από τα δικαστήρια και την κοινή γνώμη, χαρακτηρίζεται ως κακός άνθρωπος.

«Είναι το χειρότερο πράγμα που μπορείς να πεις σ’ ένα παιδί, ότι ο γονιός του είναι κακός άνθρωπος ή ότι μπορεί να του μοιάσεις ή, ακόμη, ότι το παιδί μερικές φορές θα πρέπει να γίνεται υπόλογο για όσα έκανε ο γονιός του», και εξηγεί πως «στο νηπιαγωγείο είναι λίγο πιο εύκολα τα πράγματα. Είναι έτσι δομημένο το εκπαιδευτικό σύστημα, που επιτρέπει σωστή αντιμετώπιση, αλλά και λόγω της ηλικίας του παιδιού η μνήμη δεν έχει τόσο μεγάλο εύρος και τα παιδιά βρίσκονται σε νηπιακή εξέλιξη, είναι πιο χαρούμενα για να δώσουν σημασία σε τέτοια πράγματα».

Όσον αφορά την πρώτη σχολική ηλικία, δηλαδή τα παιδιά είναι από Α΄ μέχρι Γ΄ τάξη του Δημοτικού, η κ. Θεοδοσίου σημειώνει πως «πρέπει να βλέπουμε με πολλή προσοχή τους φίλους, γιατί η περίοδος αυτή είναι η πρώτη προσπάθεια κοινωνικοποίησης. Οι εκπαιδευτικοί έχουν να παίξουν σημαντικό ρόλο, να δώσουν κίνητρα στα παιδιά με ομαδικά παιχνίδια και άλλα, ώστε να μην αλλάξουν στάση τα άλλα παιδιά απέναντι στο συγκεκριμένο παιδί».

«Στη δεύτερη σχολική ηλικία - προεφηβεία, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα», εξηγεί, τέλος, η κ. Θεοδοσίου, «γιατί οι φίλοι είναι πιο σημαντικοί και, εάν τυχόν δεχθούν εκφοβισμό, το παίρνουν πιο κατάκαρδα και κλείνονται περισσότερο στον εαυτό τους. Εκ των πραγμάτων, τα παιδιά απομακρύνονται από τους γονείς και έχουν γενικά την αίσθηση πως δεν τους καταλαβαίνει κανείς, οπότε σε περίπτωση που ένας γονέας είναι εγκληματίας, είναι δύσκολο να το διαχειριστεί με τον εγωκεντρισμό που τον διακατέχει στην εξελικτική φάση της ηλικίας».