Την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δακτυλοδείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για την αλόγιστη παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας στη Λαϊκή Τράπεζα.
Αναφέρει ότι η χορήγηση του ELA είναι εθνική υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι από τις 2 Ιουλίου 2012 «όλη η χρηματοδότηση» της Λαϊκής Τράπεζας γινόταν μέσω του μηχανισμού έκτακτης ρευστότητας που παρείχε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χρεώνοντας στις κυπριακές εποπτικές αρχές τις αποφάσεις που οδήγησαν στην εκτόξευση του ποσού στα 9,6 δισ. ευρώ.
• Στο τέλος του 2011, ως αποτέλεσμα της αναγνώρισης του συνολικού ποσού των ζημιών που προκύπτουν από το ελληνικό PSI (σ.σ. κούρεμα) και μια σημαντική αύξηση του ποσού των προνοιών δανειοδότησης, οι δείκτες φερεγγυότητας της Λαϊκής Τράπεζας υποχώρησαν κάτω από τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.
• Στις 2 Ιουλίου 2012, «το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να αναστείλει τη Λαϊκή Τράπεζα ως αντισυμβαλλόμενο μέρος για πράξεις νομισματικής πολιτικής, για προληπτικούς λόγους. Από εκείνη την ημέρα, όλη η χρηματοδότηση της Λαϊκής Τράπεζας από την Κεντρική Τράπεζα, γινόταν μέσω ELA, που παρείχε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και αυξήθηκε περαιτέρω ως αποτέλεσμα των εκροών καταθέσεων».
Οι θέσεις που διατυπώθηκαν από τον επικεφαλής της ΕΚΤ δεν πείθουν, πάντως, καθώς η Φρανκφούρτη θα μπορούσε να είχε μπλοκάρει την παραχώρηση δισεκατομμυρίων ευρώ σε μια αφερέγγυα τράπεζα, όπως ακριβώς αποφάσισε να πράξει στις 21 Μαρτίου 2013, όταν απείλησε την κυβέρνηση Αναστασιάδη ότι εάν δεν προσυπέγραφε τις απαράδεκτες πρόνοιες του Μνημονίου, τότε θα τραβούσε την πρίζα από τη Λαϊκή Τράπεζα.
Αναφορικά με σημερινό δημοσίευμα για την παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας στη Λαϊκή Τράπεζα, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επαναλαμβάνει τα ακόλουθα:
-
Μέχρι τις 21 Μαρτίου 2013, οι δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες αντλούσαν ELA από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χωρίς ένσταση (no objection) από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), διότι εκτιμάτο από το τελευταίο ότι υπήρχε προοπτική για εφαρμογή του Προγράμματος Στήριξης. Στις 21 Μαρτίου 2013, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα και με τις προηγούμενες αποφάσεις του, θα διέκοπτε την παροχή ELA στις δύο κυπριακές τράπεζες διότι δεν υπήρχαν σαφείς και δεσμευτικές πολιτικές αποφάσεις εκ μέρους της κυπριακής πλευράς για εφαρμογή του προγράμματος.
- Οι κυπριακές τράπεζες με βάση τους κανόνες της ΕΚΤ για την παροχή ELA παρέμειναν φερέγγυες μέχρι και τις 25 Μαρτίου 2013. Οι προβλέψεις για τις ζημιές των τραπεζών κάτω από το ακραίο σενάριο της Pimco, που αφορούν σε ορίζοντα τριών χρόνων, δεν λαμβάνονταν υπόψη για σκοπούς ισολογισμού των τραπεζών και παρά τα ελλείμματα κεφαλαίου, οι τράπεζες δεν θεωρούνταν αφερέγγυες διότι υπήρχε η προοπτική της ανακεφαλαιοποίησης τους μέσα από το Πρόγραμμα Στήριξης. Υπενθυμίζεται ότι στο προκαταρκτικό Μνημόνιο του Νοεμβρίου 2012, υπήρχε πρόνοια για ποσό €10 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση των κυπριακών τραπεζών. Με αυτό το δεδομένο, οι τράπεζες θεωρούνταν φερέγγυες. Όταν είχε απορριφθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων η πρώτη πρόταση της συνάντησης του Eurogroup που είχε πραγματοποιηθεί στις 15 Μαρτίου 2013 και ως εκ τούτου δεν υπήρχε η προοπτική του Προγράμματος, μέσω του οποίου θα γινόταν η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τότε ήταν που οι τράπεζες έπαυσαν να θεωρούνται φερέγγυες για σκοπούς παροχής ELA.
- Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ με απόφαση του στις 21 Μαρτίου αποφάσισε τον τερματισμό παροχής ρευστότητας στις δύο κυπριακές τράπεζες μέσω του ELA με απαίτηση αποπληρωμής την 26η Μαρτίου. Η υλοποίηση αυτής της απόφασης θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτη χρεωκοπία των δύο τραπεζών λόγω της άμεσης ενεργοποίησης του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων, του οποίου τα κεφάλαια δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τις ασφαλισμένες καταθέσεις των δύο τραπεζών. Το κόστος αυτό θα μετακυλούσε στην Κυπριακή Δημοκρατία, γεγονός που θα προκαλούσε την άτακτη χρεωκοπία του κυπριακού κράτους.
- Υπενθυμίζεται ότι ο Μηχανισμός Επείγουσας Παροχής Ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance – ΕLA), είναι εργαλείο μέσω του οποίου παραχωρείται ρευστότητα στις τράπεζες έναντι ικανοποιητικών εξασφαλίσεων. Για να γίνει αυτό, οι τράπεζες πρέπει να είναι φερέγγυες και αξιόχρεες.
Αξιοποιείται σε περιπτώσεις κρίσεων δεδομένου ότι οι εθνικές κεντρικές τράπεζες έχουν ένα σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν ως νομισματικές αρχές, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για συμβολή στην ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Το ELA παραχωρείται σε πιστωτικά ιδρύματα έναντι ικανοποιητικής εξασφάλισης. Σε γενικές γραμμές, το νομισματικό αυτό εργαλείο παραχωρείται όταν πιστωτικά ιδρύματα δεν έχουν ικανοποιητική ρευστότητα και τα οποία δεν μπορούν να την εξασφαλίσουν μέσω των αγορών ή μέσω της συνήθους συμμετοχής τους σε πιστοδοτικές πράξεις του Ευρωσυστήματος.
Η χρηματοδότηση μέσω ELA δεν είναι αυτόματη. Το κλειδί βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε εθνικής κεντρικής τράπεζας, η οποία αξιολογεί την κρισιμότητα της κατάστασης και λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης παρέχοντας ELA αφού προηγουμένως εξασφαλίσει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
- Ως εκ τούτου, η παροχή ELA από την ΚΤΚ λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας, αποτρέποντας την άτακτη χρεωκοπία του κυπριακού κράτους.
Η έκτακτη ρευστότητα ύψους 9.6 δις ευρώ από τον ELA προς τη Λαϊκή Τράπεζα είναι από τα πιο σοβαρά θέματα που η Κυπριακή πολιτεία, αλλά και οι μέτοχοι, καταθέτες και κάτοχοι αξιόγραφων της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου πρέπει να ασχοληθούμε, αναφέρει ανακοίνωση του ΔΗΣΥ. "Ιδιαίτερα μετά τις σημερινές αποκαλύψεις του Φιλελευθέρου πως ότι από τις 2 Ιουλίου 2012, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) απεφάσισε να αναστείλει τη Λαϊκή Τράπεζα ως αντισυμβαλλόμενο μέρος για πράξεις νομισματικές πολιτικής", τονίζει.
Όντως η χορήγηση του ELA, υποστηρίζει ο ΔΗΣΥ, είναι εθνική αρμοδιότητα και την ευθύνη φέρει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), η οποία κατά την άποψη μας φέρει βαρύτατες ευθύνες. Ιδιαίτερα και μετά και τη δημόσια παραδοχή του Διοικητή πριν μερικές βδομάδες ότι κρατούσε ζωντανή τη Λαϊκή Τράπεζα, εν γνώση του ότι δεν ήταν φερέγγυα, απλά γιατί ανέμενε την αλλαγή διακυβέρνησης της χώρας.Το ΔΗΣΥ, τονίζει ότι έστω και εάν η ευθύνη για το ELA είναι εθνική αρμοδιότητα, η ΕΚΤ είχε τους μηχανισμούς να ελέγξει τα στοιχεία της ΚΤΚ, και τη δυνατότητα να είχε σταματήσει τη διόγκωση της έκτακτης ρευστότητας που έφθασε τα 9.6 δις ευρώ, καταστώντας την ένα από τα πιο δυσβάσταχτα βάρη στους ώμους της κοινωνίας.
"Οι κανονισμοί της ΕΚΤ είναι ξεκάθαροι. Παραχωρείται έκτακτη ρευστότητα από το ELA μόνο σε φερέγγυες τράπεζες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η Λαϊκή Τράπεζα δεν ήταν φερέγγυα, πολύ πριν από το τέλος του 2012. Για μας υπάρχουν ξεκάθαρες ευθύνες στην ΚΤΚ. Αυτές όμως δεν απαλλάσσουν, κατά την άποψη μας, την ΕΚΤ από τυχών ευθύνες"
Το θέμα, υποστηρίζει ο ΔΗΣΥ, είναι από τα πλέον σοβαρά και γονατίζει με δυσβάσταχτα βάρη τον μέσο Κύπριο πολίτη, προσθέτωντας ότι αναμένει πως στην Ερευνητική Επιτροπή θα κατατεθούν, τόσο τα σημειώματα της ΚΤΚ προς την ΕΚΤ, όσο και όλα τα γραπτά εσωτερικά σημειώματα λειτουργών της ΚΤΚ σχετικά με το θέμα του ELA της Λαϊκής Τράπεζας.
Μ.Καρογιάν:To A και το Ω είναι η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος
Σχολιάζοντας εξάλλου τις επικρίσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προς την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, περί αλόγιστης παραχώρησης έκτακτης ρευστότητας στη Λαϊκή Τράπεζα, ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ διερωτήθηκε πως η ΕΚΤ επέτρεψε τη χρηματοδότηση μιας τράπεζας την οποία η ίδια θεωρούσε αφερέγγυα.
Συγκεκριμένα, όπως είπε, «αν το γενικεύσουμε το ζήτημα και συνδυάζοντας το με μια μετέπειτα τοποθέτηση που είχε κάνει η ΕΚΤ, λέγοντας ότι και οι δυο τράπεζες, δηλαδή η Λαϊκή Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου, ήταν αφερέγγυες και μη αξιόπιστες, τότε ένα ερωτηματικό μπορεί να τίθεται. Πως είναι και δυνατό, έστω και εκ των υστέρων, να χρηματοδοτούσαν μια τράπεζα η οποία στο τέλος της ημέρας να ήταν αφερέγγυα;».
Εκ των υστέρων, συνέχισε, είναι εύκολο να επιρρίπτει ο καθένας ευθύνες στον άλλο, ωστόσο τόνισε ότι το βασικό, «το Α και το Ω», είναι η σταθεροποίηση του τραπεζικού μας συστήματος και η επανεκκίνηση της οικονομίας.




