Παράνομη και αντισυνταγματική η αποκοπή των μισθών των Δικαστών, αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο, επικαλούμενο συγκεκριμένη πρόνοια του Συντάγματος.  Το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε του Δικαστές, οι οποίοι προσέφυγαν κατά των δύο νομοθεσιών που θεσπίστηκαν τον Αύγουστο και τον Νοέμβριο του 2011, οι οποίοι και προνοούν μειώσεις στους μισθούς  τους.

Η απόφαση του Ανωτάτου, η οποία εκδόθηκε της Παρασκευή  κρίνει τους δύο νόμους ως αντισυνταγματικούς, διότι παραβιάζουν,  όπως επισημαίνεται, το άρθρο 158.3 του Συντάγματος που διασφαλίζει την ανεξαρτησία  των δικαστών και ορίζει πως η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας τους δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς μετά τον διορισμό τους.

Στην απόφαση τους, οι Δικαστές κάνουν αναφορά και στην απόφαση Λαούτας V Κυπριακής Δημοκρατίας (2001), στην οποία τονίζεται ότι «το Άρθρο 158.3 του Συντάγματος αποκλείει τη μεταβολή των όρων υπηρεσίας δικαστή μετά το διορισμό αυτού». Προστίθεται ακόμα ότι «Το Άρθρο 158.3 του Συντάγματος αποτελεί μια από τις διασφαλίσεις της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και των λειτουργών της».

Δεν υπάρχει αμφβήτηση, τονίζουν οι δικαστές, «ότι ο σκοπός του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος είναι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαστικής υπηρεσίας, καθώς και της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών που είναι διάχυτη στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας».  

Επισημαίνεται ότι μετά την προσφυγή τους στο Ανώτατο για το θέμα και τον σάλο αντιδράσεων που ξέσπασε μετά την γνωστοποίηση της, πολλοί εκ των 37 Αιτητών είχαν προχωρήσει τελικά σε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της οποίας τόνιζαν ότι ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της προσφυγής τους, θα συνέχιζαν να καταβάλλουν εθελοντικά ως εισφορά, το ποσό της αποκοπής.

Σημειώνεται ότι αρχικά στο Ανώτατο είχαν προσφύγει 85 Δικαστές, ωστόσο μετά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα και τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης, πολλοί εξ αυτών απέσυραν την προσφυγή τους. Η σημερινή απόφαση αφορά τις 37 εναπομείναντες προσφυγές

Βολές κατά του Γενικού Εισαγγελέα

Στην απόφαση τους, οι δικαστές εξαπολύουν βολές κατά του Γενικού Εισαγγελέα για τη στάση του απέναντι τους.

Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων,  στην αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι δυο πλευρές εξέθεταν τα επιχειρήματα τους, «ο Γενικός Εισαγγελέας ανάλωσε τα πρώτα τριάντα λεπτά της προφορικής του αγόρευσης σε μια ομιλία χείμαρρο, που ήταν πλήρης συναισθηματικών τοποθετήσεων αλλά φτωχή σε νομικά επιχειρήματα», Στην ουσία, προτίθεται, «ήταν ένας ισχυρισμός ότι στη δεινή οικονομική κατάσταση που βρίσκεται η πατρίδα μας, υπό την πίεση της οποίας όλοι οι πολίτες πρέπει να συνεισφέρουν αναλόγως των δυνάμεων τους, οι καλοπληρωμένοι δικαστές αρνούνται να το πράξουν για να αποφύγουν την αποκοπή ευτελών, κατά την άποψη του, ποσών από την ψηλή αντιμισθία τους».

«Θεωρούμε καθήκον μας να παρατηρήσουμε», προσθέτουν οι δικαστές, «ότι η επίθεση αυτή κατά των Αιτητών ήταν άδικη, καθ’ ην στιγμή όλοι δήλωναν ότι σκοπός τους ήταν η διαφύλαξη των συνταγματικών επιταγών και οι πλείστοι από αυτούς δεσμεύονται ότι, οποιαδήποτε κι αν ήταν η απόφαση του Ανωτάτου, θα έκαναν εθελοντικά την εισφορά που τους αναλογούσε».
 

Διαβάστε αυτούσια την απόφαση εδώ