Ενάντια στην πρόταση νόμου για από κοινού διαχείριση, Κεντρικού Τραπεζίτη-Υπουργείου Οικονομικών, ως αρχή εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τάσσεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα(ΕΚΤ). Εκφράζει παράλληλα τους προβληματισμούς της για τις μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, σε σχέση με την ικανότητα του Διοικητή να ασκεί ανεξάρτητα τα καθήκοντα του.

Ως γενική παρατήρηση της, η ΕΚΤ προβάλλει ότι οποιαδήποτε διάταξη δυνάμει της οποίας ανατίθενται τα σχετικά με το  Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθήκοντα του Διοικητή  μιας εθνικής κεντρικής τράπεζας (ΚΤΚ)  σε εκτελεστικό  σύμβουλο ή απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του ΔΣ της ΚΤΚ για τη λήψη  αποφάσεων από τον  Διοικητή, προκαλεί προβληματισμούς σχετικά με την ικανότητα του Διοικητή να ασκεί ανεξάρτητα καθήκοντα που του  ανατίθενται,  εκτός αν οι  εκτελεστικοί σύμβουλοι και τα μέλη του Συμβουλίου της ΚΤΚ υπόκεινται στις ίδιες νομικές  απαιτήσεις και εγγυήσεις ανεξαρτησίας με αυτές  στις οποίες υπόκειται ο  Διοικητής.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήταν συμβατή με το άρθρο 130  της Συνθήκης και το άρθρο 7  του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αναφέρει στη γνωμάτευση της η ΕΚΤ.

Προστίθεται ότι ο Διοικητής  δεν πρέπει  να  επηρεάζεται  από εκτελεστικό σύμβουλο  ή από  τα μέλη του ΔΣ κατά την ενάσκηση των σχετικών με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καθηκόντων,  τα  οποία με βάση το εθνικό δίκαιο ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα στον Διοικητή.

Η ΕΚΤ θεωρεί ότι το σχέδιο νόμου στερείται σαφήνειας αναφορικά με τη φύση των εξουσιών των εκτελεστικών συμβούλων και την κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στο ΔΣ και τον Διοικητή.

Αν και το σχέδιο νόμου επιδιώκει την ανάθεση εκτελεστικών εξουσιών σε δύο μέλη του ΔΣ, πλέον του Διοικητή, δεν διευκρινίζει το εφαρμοστέο στην ΚΤΚ πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης μετά τη θέση σε ισχύ του σχεδίου νόμου .

Κατά την άποψη της ΕΚΤ, το σχέδιο νόμου θα  πρέπει να είναι σαφές σε ό,τι αφορά:

α) το ακριβές πεδίο εφαρμογής των εξουσιών και των καθηκόντων που ανατίθενται στους εκτελεστικούς συμβούλους

β)  τα όρια των αρμοδιοτήτων των εκτελεστικών συμβούλων όταν συνδράμουν τον Διοικητή , ιδίως ,  αναφορικά με το εάν  οι εκτελεστικοί σύμβουλοι θα έχουν εξουσίες λήψης αποφάσεων , και γ) τη θέση  των προτεινόμενων εκτελεστικών συμβούλων στις δομές εσωτερικής οργάνωσης της ΚΤΚ, λ.χ.εάν το προσωπικό της ΚΤΚ θα αναφέρεται απευθείας στους εκτελεστικούς σύμβουλους.

Ειδικότερα, συμπληρώνει η ΕΚΤ, η ανεξαρτησία του Διοικητή της ΚΤΚ πρέπει να  ενισχυθεί διασφαλίζοντας ότι η παροχή συνδρομής από τους εκτελεστικούς συμβούλους προς τον Διοικητή θα διενεργείται υπό την εποπτεία του Διοικητή.

Δίχως σαφήνεια όσον αφορά τα παραπάνω , η ΕΚΤ εκφράζει τον προβληματισμό ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΚΤΚ θα παρακωλύονται.

Η ΕΚΤ διατυπώνει επίσης προβληματισμούς σχετικά με μέτρα τα οποία μπορεί να θίξουν την προσωπική ανεξαρτησία των μελών του Συμβουλίου. Οι κυπριακές αρχές, τονίζει η ΕΚΤ, υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι κάθε τροποποίηση των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τις αποδοχές των μελών του Συμβουλίου της ΚΤΚ θα αποφασίζεται σε συνεργασία με την ΚΤΚ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την γνώμη της ΚΤΚ , ώστε να προστατεύεται η αυτονομία της αναφορικά με ζητήματα που αφορούν το προσωπικό της, η οποία αποτελεί πτυχή της αρχής της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, σύμφωνα με το άρθρο 130 της Συνθήκης.

Δεδομένων των παραπάνω προβληματισμών, η ΕΚΤ καλεί την κυπριακή κυβέρνηση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διαφυλαχθεί η ανεξαρτησία της ΚΤΚ και των μελών των οργάνων λήψης αποφάσεων που συμμετέχουν στην εκπλήρωση των καθηκόντων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.