«Κορυφαίας σημασίας» χαρακτηρίζει την ανάγκη κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού των μικρών και μεσαίων μεγέθους επιχειρήσεων στην Κύπρο, έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβιώσεως και Εργασίας (Eurofound), που έχει ως έδρα το Δουβλίνο.

Τίτλος της 24σέλιδης έκθεση που εκδόθηκε στις 14 Μαΐου, αλλά δεν έχει προλάβει να λάβει υπόψη τις πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις, είναι «Αναδιάρθρωση στις Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις: Κύπρος». Συνιστά τμήμα πανευρωπαϊκής μελέτης.
Η έκθεση αναφέρει πως η παρατεταμένη οικονομική κρίση και ο απότομος περιορισμός δράσης της αγοράς πιστώσεων, κυρίως του τραπεζικού δανεισμού, προκαλεί προβλήματα στις μικρότερες εταιρείες. Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα σχέδιο δράσης, με το Eurofound να προτείνει τέσσερις πυλώνες:

- Ένα πρόγραμμα εξασφάλισης δανείων που θα παρέχει εγγυήσεις (collateral) έναντι τραπεζικών δανείων προς βιώσιμες επιχειρήσεις
- Ένα πρόγραμμα μετοχικών επενδύσεων που θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις στη μετοχική βάση των μικρών εταιρειών με δυνατότητα καινοτομίας και προοπτική ανάπτυξης
- Αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος ώστε να γίνεται σεβαστή η ιδρυτική φιλοσοφία των ιδιοκτητών-διευθυντών των μικρών εταιρειών
- Προώθηση ενός κώδικα διακυβέρνησης των μικρότερων, ιδιωτικών εταιρειών – με ειδικές πρόνοιες για τις οικογενειακές επιχειρήσεις.
Στα προβλήματα που επισημαίνει η έκθεση αναφορικά με τη λειτουργία των κυπριακών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (σσ: ως τέτοιες ορίζονται εταιρείες με προσωπικό έως 100 ατόμων) περιλαμβάνεται το γεγονός ότι η επιχειρηματική, νομική και φορολογική πολιτική που ακολουθείται είναι πολύ γενική και δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιορρυθμίες του τομέα. Αναφέρεται ότι έως ένα βαθμό αυτό είναι κατανοητό λόγω του μικρού μεγέθους της αγοράς, ωστόσο συστήνεται καλύτερη έρευνα και καταγραφή των δεδομένων για τη βελτίωση του στρατηγικού σχεδιασμού και της διαδικασίας αναδιάρθρωσης τέτοιων επιχειρήσεων. Χαρακτηρίζεται επιτακτική η δημιουργία εξειδικευμένων προγραμμάτων στήριξης των μικρομεσαίων εταιρειών, ανάλογα με το μέγεθος του κύκλου εργασιών, τους τομείς δραστηριοποίησης ή το καθεστώς ιδιοκτησίας.

Σε πιο μεσο-βραχυπρόθεσμο επίπεδο διατυπώνεται η πρόταση εξέτασης σύστασης ενός Συμβουλίου Μικρών Επιχειρήσεων, στο οποίο θα εκπροσωπούνται όλες οι διαφορετικές αρχές και οργανισμοί που ασχολούνται με τις μικρές επιχειρήσεις. Με τον τρόπο αυτό πιστεύεται ότι τα συμφέροντα των επιχειρήσεων θα εκπροσωπούνται καλύτερα. Αναφέρεται επίσης ότι αυτοί που καθορίζουν την επιχειρηματική πολιτική «λένε πολλά λόγια αλλά δεν είναι τόσο αποτελεσματικοί στην πράξη». Σημειώνεται ενδεικτικά ότι ακόμα δεν έχει συσταθεί το Συμβούλιο Προώθησης Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων που είχε εξαγγελθεί το 2004. Επικρίνεται δε η υπερβολική εξάρτηση από την ντιρεκτίβα της ΕΕ για τις Επιχειρήσεις και τη Βιομηχανία.
Ως τροχοπέδη στη διαδικασία αναδιάρθρωσης σημειώνεται ο συχνά αποκλειστικός έλεγχος των μικρών εταιρειών από τον ιδιοκτήτη, που συνήθως εμπιστεύεται μόνο μέλη της οικογένειάς του. Η πρακτική αυτή εκτιμάται ότι εμποδίζει τη διαδικασία αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που χρειάζεται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα του οικονομικού περιβάλλοντος είτε με κήρυξη πτώχευσης ή κλείσιμο, είτε με συγχωνεύσεις, είτε με εξαγορές, είτε με άλλες συνεργασίες και αλλαγές μοντέλου λειτουργίας.

Επικρίνεται επίσης η φορολόγηση των θεωρούμενων μερισμάτων, δηλαδή η επιβολή φόρου 17,5% επί του 70%  των κερδών της εταιρείας εφόσον διακρατηθούν επί μια διετία, καθώς μετά από αυτό το διάστημα θεωρούνται ως οιονεί μέρισμα.
Σημειώνεται ότι αυτό οδηγεί τις εταιρείες στην καταβολή μερισμάτων που δεν επανεπενδύονται και δεν επιτρέπει την ενίσχυση της μετοχικής βάσης των εταιρειών με αποτέλεσμα να εξαρτώνται από την εξωτερική χρηματοδότηση.

Ως εμπόδια στη σωστή αναδιάρθρωση αναφέρονται μεταξύ άλλων η αδυναμία προσέλκυσης εγχώριου εργατικού δυναμικού από μικρές κυπριακές κατασκευαστικές εταιρείες, διότι η πλειοψηφία των εργαζομένων θέλει δουλειά στον τομέα των υπηρεσιών και σε μεγαλύτερες εταιρείες, το «κενό τεχνολογίας» με την υπόλοιπη Ευρώπη λόγω των απαιτούμενων μεγάλων επενδύσεων, οι περιορισμοί λόγω της τοποθεσίας και της περιπλοκότητας στην έκδοση οικοδομικών αδειών, η αδύναμη παραγωγικότητα του εργατικού κεφαλαίου σε ορισμένες περιπτώσεις και το κενό χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2010, οι μικρές και μεσαίου μεγέθους εταιρείες (που απασχολούν δηλαδή έως 100 υπαλλήλους) αποτελούσαν πάνω από το 99% των επιχειρήσεων στην ΕΕ των 27, ενώ το 92% των ευρωπαϊκών εταιρειών απασχολούσαν κάτω από 10 υπαλλήλους. Στην Κύπρο υπολογίζεται ότι το 99,8% των επιχειρήσεων απασχολούσαν έως 100 εργαζόμενους (συνολικά 42,609 έναντι 79 μεγάλων επιχειρήσεων). Το 91,8% αυτών δεν είχαν περισσότερους από δέκα υπαλλήλους.

Σε αυτές τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις εργαζόταν συνολικά το 83,2% των απασχολούμενων στον κυπριακό ιδιωτικό τομέα. Πιο ειδικά, στην κατηγορία των μικρών επιχειρήσεων κάτω των δέκα υπαλλήλων υπαγόταν το 38,9% του συνόλου των εργαζομένων σε επιχειρήσεις. Επίσης, το 2010 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην κυπριακή οικονομία ήταν 75% έναντι 25% των μεγάλων επιχειρήσεων.