Το 27,7% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας ή ζούσε σε νοικοκυριά με σοβαρή υλική στέρηση ή ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας, σύμφωνα με την έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών για το 2016.
Δείκτης Κινδύνου Φτώχειας ή Κοινωνικού Αποκλεισμού (AROPE) 27,7%
Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης 2016, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2015, 27,7% του πληθυσμού ή 233.942 άτομα βρίσκονταν σε Κίνδυνο Φτώχειας ή σε Κοινωνικό Αποκλεισμό (δείκτης AROPE, ένας από τους 9 βασικούς δείκτες στη Στρατηγική της ΕΕ «Ευρώπη 2020»).
Πιο συγκεκριμένα, 27,7% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας ή ζούσε σε νοικοκυριά με σοβαρή υλική στέρηση ή ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας. Ο δείκτης παρουσιάζει βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά που ήταν στο 28,9%.
Η βελτίωση αντικατοπτρίζεται τόσο στα ποσοστά των αντρών όσο και των γυναικών, 26,6% και 28,7% αντίστοιχα, διατηρώντας όμως διαχρονικά τις γυναίκες σε δυσμενέστερη θέση έναντι των αντρών. Το διάγραμμα 1 παρουσιάζει την εξέλιξη του δείκτη αυτού από το 2008 μέχρι και το 2016.
Δείκτης Κινδύνου Φτώχειας (AROP)
Το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε Κίνδυνο Φτώχειας, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημά του βρισκόταν κάτω από το Χρηματικό Όριο Κινδύνου Φτώχειας, παρουσίασε μια οριακή μείωση, φτάνοντας στο 16,1% σε σχέση με 16,2% που ήταν το 2015, το οποίο ήταν και το ψηλότερο ποσοστό που έφτασε ποτέ ο δείκτης αυτός.
Το Χρηματικό Όριο Κινδύνου Φτώχειας το 2016 ήταν στα €8.412 για νοικοκυριά ενός ατόμου, σε σχέση με €8.276 το 2015 και στα €17.665 για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά, σε σχέση με €17.380 το 2015.
Δείκτης Σοβαρής Υλικής Στέρησης (SMD)
Το ποσοστό του πληθυσμού με Σοβαρή Υλική Στέρηση, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που λόγω οικονομικών δυσκολιών, δεν μπορούσε για παράδειγμα να αποπληρώσει τους λογαριασμούς του ρεύματος/νερού ή τα δάνεια του, να έχει το χειμώνα ικανοποιητική θέρμανση, να αντιμετωπίσει μια έκτακτη αλλά αναγκαία δαπάνη (βλ. ορισμούς στις μεθοδολογικές πληροφορίες), μειώθηκε το 2016 στο 13,6% σε σχέση με 15,4% που είχε φτάσει το 2015.
Δείκτης Πολύ Χαμηλής Έντασης Εργασίας (LWI)
Το ποσοστό του πληθυσμού στις ηλικίες 0-59 ετών, το οποίο ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό Δείκτη Έντασης Εργασίας, δηλαδή οι ενήλικες στο νοικοκυριό εργάστηκαν κατά την περασμένη χρονιά λιγότερο από 20% της συνολικής τους δυνατότητας, παρουσιάζει επίσης μια οριακή μείωση το 2016 μετά από μια συνεχή άνοδο τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας στο 10,6% σε σχέση με 10,9% που είχε φτάσει το 2015.
Στο διάγραμμα 2 παρουσιάζονται ξεχωριστά οι πιο πάνω δείκτες, οι οποίοι συμβάλλουν στον καταρτισμό του στρατηγικού δείκτη σε Κίνδυνο Φτώχειας ή σε Κοινωνικό Αποκλεισμό.
Οικονομική Ανισότητα
Το μέσο ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού για το 2016, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2015, ήταν €29.942, παραμένοντας στα ίδια περίπου επίπεδα με το αντίστοιχο της προηγούμενης χρονιάς που ήταν €29.959.
Η οικονομική ανισότητα εκφράζεται, κυρίως, με το δείκτη κατανομής εισοδήματος σε πεμπτημόρια (S80/S20) και το δείκτη άνισης κατανομής εισοδήματος, συντελεστή Gini. Το 2016 οι δύο συντελεστές οικονομικής ανισότητας, με περίοδο αναφοράς το 2015, παρουσιάζουν μείωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, υποδηλώνοντας βελτίωση στην κατανομή του εισοδήματος των νοικοκυριών.
Συγκεκριμένα, ο δείκτης S80/S20, ο οποίος εξετάζει το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού προς το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, παρουσιάζει βελτίωση φτάνοντας το 2016 στο 4,9. Δηλαδή, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 4,9 φορές ψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, σε σχέση με 5,2 που ήταν το 2015. Επίσης, ο συντελεστής Gini, ο οποίος υπολογίστηκε στο 32,1%, μειώθηκε σε σχέση με το 2015 ο οποίος είχε φτάσει στο 33,6%.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ταυτότητα της έρευνας
Η έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC) διεξάγεται με βάση τον Κανονισμό αρ.1177/2003 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (EUROSTAT) ως η κύρια πηγή συγκριτικών στοιχείων μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σε θέματα που αφορούν στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση ορισμένων κοινωνικό-οικονομικών μεγεθών που επηρεάζουν τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού, ο καταρτισμός συστηματικών στατιστικών σχετικά με τις εισοδηματικές ανισότητες, τις ανισότητες στις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό καθώς και ο καταρτισμός διαρθρωτικών δεικτών κοινωνικής συνοχής.
Κάλυψη και συλλογή στοιχείων
Η έρευνα, η οποία διενεργήθηκε το 2016 με οικονομικό έτος αναφοράς το 2015, κάλυψε δείγμα 4.178 νοικοκυριών σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου, αγροτικές και αστικές περιοχές.
Η έρευνα διεξάγεται πάνω σε ετήσια βάση με εναλλασσόμενο δείγμα νοικοκυριών από το 2005 και αποτελείται από δύο μέρη (συνιστώσες), τη συγχρονική (cross-sectional) και τη διαχρονική (longitudinal) συνιστώσα. Η συγχρονική συνιστώσα της έρευνας αναφέρεται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή περίοδο, ενώ η διαχρονική αναφέρεται στις αλλαγές που παρουσιάζονται σε ατομικό επίπεδο σε χρονικό διάστημα τριών ή τεσσάρων χρόνων.
Η συλλογή των στοιχείων έγινε με προσωπικές και τηλεφωνικές συνεντεύξεις στα νοικοκυριά με τη χρήση ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων.
Ορισμοί
Ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (AROPE): Ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι το ποσοστό του πληθυσμού που είναι κάτω από το όριο της φτώχειας ή ζει σε νοικοκυριά που έχουν σοβαρή υλική στέρηση ή ζει σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας. Κάθε άτομο υπολογίζεται μόνο μία φορά, έστω και αν εμπίπτει σε πέρα από έναν δείκτη.
Χρηματικό όριο κινδύνου φτώχειας: Το όριο φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο υπολογίζεται διαιρώντας το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού (συνολικό καθαρό εισόδημα όλων των μελών του μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) διά το ισοδύναμο μέγεθος του νοικοκυριού, το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή των ακόλουθων συντελεστών στάθμισης: 1ος ενήλικας = 1,0, υπόλοιπα άτομα ηλικίας 14 χρονών και άνω = 0,5 και άτομα κάτω των 14 χρονών = 0,3. Το ισοδύναμο μέγεθος του νοικοκυριού είναι το άθροισμα των συντελεστών στάθμισης των μελών του.
Ποσοστό κινδύνου φτώχειας (AROP): Ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι το ποσοστό των ατόμων που έχουν εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας. Μετρά τη σχετική φτώχεια και όχι την απόλυτη φτώχεια.
Σοβαρή υλική στέρηση (SMD): Με τον όρο σοβαρή υλική στέρηση εννοούμε τον πληθυσμό που στερείται λόγω οικονομικών δυσκολιών τουλάχιστο τέσσερα από τα ακόλουθα αγαθά και υπηρεσίες: 1) καθυστέρηση στην αποπληρωμή πάγιων λογαριασμών (ρεύμα, νερό κ.λπ.), ενοίκιο ή δόσεις δανείων κύριας κατοικίας ή δόσεις άλλων δανείων, 2) οικονομική αδυναμία για πληρωμή μιας εβδομάδας διακοπών, 3) οικονομική αδυναμία στην αντιμετώπιση έκτακτων αλλά αναγκαίων δαπανών, 4) οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση, 5) οικονομική αδυναμία για διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη μέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης αξίας, 6) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν αυτοκίνητο, 7) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν τηλέφωνο, 8) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν έγχρωμη τηλεόραση, 9) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν πλυντήριο ρούχων.
Πολύ χαμηλός δείκτης έντασης εργασίας (LWI): Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 0-59 που ζει σε νοικοκυριά, των οποίων τα μέλη τους (ηλικίας 18-64) εργάστηκαν λιγότερο από 20% της δυνατότητας απασχόλησης τους κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς. Η ένταση εργασίας του νοικοκυριού ορίζεται ως ο λόγος του συνολικού αριθμού των μηνών που εργάστηκαν όλα τα μέλη του νοικοκυριού ηλικίας 18-64 (δεν περιλαμβάνονται τα εξαρτώμενα παιδιά) προς τον συνολικό αριθμό των μηνών που τα άτομα αυτά θεωρητικά θα μπορούσαν να είχαν δουλέψει, κατά την περίοδο αναφοράς.
Δείκτης κατανομής εισοδήματος (συντελεστής S80/S20): Αναφέρεται στην αναλογία του συνόλου του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος που λαμβάνεται από το 20% του πληθυσμού με το υψηλότερο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ως προς το σύνολο του ανάλογου εισοδήματος που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το χαμηλότερο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα. Συγκρίνει, δηλαδή, το μερίδιο του εισοδήματος του «πλουσιότερου» 20% του πληθυσμού με το 20% του «φτωχότερου».
Δείκτης άνισης κατανομής του εισοδήματος (συντελεστής Gini): Δείκτης ανισότητας ή συγκέντρωσης του εισοδήματος. Αν τα εισοδήματα ήταν εξίσου κατανεμημένα στον πληθυσμό, τότε ο συντελεστής Gini θα ήταν 0 (πλήρης ισότητα). Αν όμως τα εισοδήματα ήταν όλα συγκεντρωμένα σε ένα άτομο, τότε ο συντελεστής Gini θα ήταν 100. Αύξηση στην τιμή του συντελεστή Gini συνεπάγεται και αύξηση της ανισότητας.
Πηγή Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών




