Σοβαρό πρόβλημα αναφορικά με τον τρόπο διαχείρισης των υποθέσεων που αφορούν σε εμπορία προσώπων (trafficking) φαίνεται ότι αντιμετωπίζει η Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς πολλές απ' όσες φτάνουν στη Δικαιοσύνη, τελικά δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά.

Οι εν λόγω υποθέσεις, από το 2015 και μετά εξετάζονται από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, πριν διαβιβαστούν στη Νομική Υπηρεσία, επιφέροντας φυλάκιση μέχρι και 10 ετών για τους ενόχους.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ΜΚΟ Cyprus Stop Trafficking, από τις 17 υποθέσεις που διαβίβασε η Αστυνομία το 2016, οι οποίες έπρεπε να δικαστούν από το Κακουργιοδικείο, εν τέλει υποβαθμίστηκαν και απεστάλησαν σε Επαρχιακά Δικαστήρια, με αποτέλεσμα τις χρονοβόρες διαδικασίες, τις συνεχείς αναβολές κι εν τέλει την κακή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Όσον αφορά στο 2017, αστυνομικές πηγές που έχουν πολύ καλή γνώση του θέματος, δηλώνουν στο SigmaLive ότι όλες οι υποθέσεις που έστειλε η Αστυνομία έχουν υποβαθμιστεί στα Επαρχιακά Δικαστήρια, με τη Νομική Υπηρεσία, όπως υπογραμμίζουν, λόγω μεγάλου φόρτου εργασίας και έλλειψης προσωπικού.

“Τα Επαρχιακά δικαστήρια, ωστόσο, είναι πολύ πιο φορτωμένα”, αναφέρουν και σημειώνουν ότι οι υποθέσεις είναι πολύπλοκες, μεγάλες και πολλές φορές σε αυτές εμπλέκονται “γνωστά” πρόσωπα, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά. Έτσι, προσθέτουν, σήμερα φτάσαμε στο σημείο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να εκδικάζει υποθέσεις του 2013 και του 2014.

Τι οδηγεί στην υποβάθμιση;

Μιλώντας στο SigmaLive, η Ανδρούλα Χριστοφίδου από την ΜΚΟ Cyprus Stop Trafficking, αναφέρει ότι πολλές υποθέσεις για τις οποίες η Αστυνομία είχε συλλέξει στοιχεία που αποδείκνυαν ότι πρόκειται για σοβαρές περιπτώσεις εμπορίας προσώπων, εν τέλει πέφτουν στα μαλακά.

Σύμφωνα με την κυρία Χριστοφίδου, δύο είναι τα ενδεχόμενα που οδηγούν σε υποβάθμιση των υποθέσεων:

α) Η Αστυνομία δεν κάνει καλά τη δουλειά της, νομίζοντας ότι πρόκειται για υποθέσεις trafficking, χωρίς να αυτό να ισχύει, με αποτέλεσμα όταν η Νομική Υπηρεσία μελετάει τους φακέλους να τις χαρακτηρίζει ως υποθέσεις “ζειν από κέρδη πορνείας”. “Αυτό μπορεί να σημαίνει χίλια πράγματα, πάντως αποτελεί πλημμέλημα”, λέει.

(β) Η Νομική Υπηρεσία αποφασίζει να στείλει μερικές υποθέσεις στα Επαρχιακά “για δικούς της λόγους. Πολλές φορές επικαλείται φόρτο εργασίας…”, προσθέτει με νόημα.

Επιπλέον, σχεδόν πάντα, τέτοιου είδους δίκες, παίρνουν διαδοχικές αναβολές, οι οποίες πάντα ευνοούν τον κατηγορούμενο. “Αυτό σημαίνει ότι οι δίκες αργοπορούν, τα θύματα κουράζονται, οι διακινητές κυκλοφορούν ελεύθεροι και το πρόβλημα διαιωνίζεται”, λέει, προσθέτοντας ότι οι αναβολές πάντα ευνοούν τον κατηγορούμενο. “Τόσες πολλές αναβολές είναι κάτι το εξωφρενικό. Αργοπορούν οι δίκες, τα θύματα κουράζονται, οι διακινητές κυκλοφορούν ελεύθεροι και το πρόβλημα διαιωνίζεται”, επισημαίνει. 

Επίσκεψη στο Γενικό Εισαγγελέα

Όπως αναφέρει η κα Χριστοφίδου, η οργάνωσή της ζήτησε και είχε συνάντηση με τον Γενικό Εισαγγελέα, προκειμένου να καταθέσει τις προτάσεις της και να συζητήσει το ζήτημα.

Οι προτάσεις της Οργάνωσης έχουν ως εξής:

(α) Η Νομική Υπηρεσία να δώσει προτεραιότητα στις υποθέσεις trafficking, καθώς πρόκειται για το μεγαλύτερο αναγνωρισμένο έγκλημα στον κόσμο, με την Κύπρο να έχει πολύ σοβαρό πρόβλημα.

(β) Να οριστούν συγκεκριμένοι δικαστές και εισαγγελείς οι οποίοι θα έχουν γνώση του αντικειμένου και θα αναλαμβάνουν να εκδικάζουν τις υποθέσεις κι όχι αυτό να επαφίεται στην τύχη.

(γ) Οι δικαστές και οι εισαγγελείς της Κυπριακής Δημοκρατίας, να επιμορφωθούν σχετικά, για να αντιμετωπίσουν πιο σοβαρά και αποτελεσματικά το πρόβλημα.

“Όσον αφορά στο τρίτο, πήραμε τη διαβεβαίωση ότι κάτι τέτοιο έχει δρομολογηθεί, ενώ έχει ήδη οριστεί υπεύθυνος για τη διοργάνωση σεμιναρίων. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς, δεν έχουν ιδέα τι εκδικάζουν. Πολλές φορές οι ίδιοι οι δικαστές, προφανώς λόγω του φόρτου εργασίας, ξεφυλλίζουν πάνω στην έδρα τη δικογραφία, δεν έχουν χρόνο να προετοιμαστούν”, αναφέρει και προσθέτει ότι όσον αφορά στα υπόλοιπα δύο, απάντηση δεν δόθηκε καμία.

Επιπλέον, επισημαίνει ότι οι φάκελοι που φτάνουν από την Αστυνομία στη Νομική Υπηρεσία, δεν εξετάζονται από τον Γενικό Εισαγγελέα, αλλά από συνεργάτες του, θέτοντας ένα ερωτηματικό, αναφορικά με τον ρόλο που εκείνοι επιτελούν στο χειρισμό των θεμάτων.

“Επειδή η Νομική Υπηρεσία είναι ανεξάρτητος θεσμός, κανείς δεν μπορεί να τους ζητήσει το λόγο. Κρίνουν με βάση τα στοιχεία που έχουν μπροστά τους και αποφασίζουν”, προσθέτει.

Τα δομικά προβλήματα

Εκείνο που επισημαίνεται, είναι ότι η όλη διαδικασία αντιμετωπίζει και δομικά προβλήματα. Αρχικά, η Αστυνομία χρειάζεται μερικούς μήνες προκειμένου να στήσει μια υπόθεση, να συλλέξει στοιχεία, να συλλάβει τους διακινητές και να εντοπίσει τα θύματα. Στη συνέχεια, τα θύματα αναλαμβάνει το Γραφείο Ευημερίας, ενώ μετά, διάφορες ΜΚΟ παίρνουν τη σκυτάλη για να πείσουν τα θύματα να μείνουν στην Κύπρο για να καταθέσουν ως μάρτυρες ενάντια στους διακινητές τους.

“Αυτό είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία για τα θύματα. Πρέπει να σταθούν απέναντι σε δικηγόρους οι οποίοι κάνουν εξευτελιστικές ερωτήσεις, προσπαθώντας να τα φορτίσουν ψυχολογικά ώστε τα θύματα να πέσουν σε αντιφάσεις. Αν πέσουν σε αντιφάσεις, ο δικαστής δικαιούται να τα χαρακτηρίσει ως αναξιόπιστους μάρτυρες”, υπογραμμίζει η κα Χριστοφίδου. 

Ο χρόνος εκδίκασης 

Πηγές της Αστυνομίας, πάντως, εντοπίζουν το πρόβλημα στο χρόνο εκδίκασης. “Η σύντομη εκδίκαση είναι το παν. Οι υποθέσεις πρέπει να εκδικαστούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Οι μάρτυρες συνήθως είναι τα θύματα, συνήθως αλλοδαπές κοπέλες, χαμηλού κοινωνικού, οικονομικού και πνευματικού επιπέδου, άτομα που έχουν οικογένειες στις χώρες τους και φεύγουν. Πολλές από αυτές απειλούνται, άλλες πληρώνονται για να εξαφανιστούν”.

Το λάθος, προσθέτουν, είναι ότι δεν υπάρχει μακροχρόνιο υποστηρικτικό πλαίσιο για τα θύματα, δηλαδή ένα σχέδιο εργοδότησης, ψυχολογικής στήριξης και κάποιου ελέγχου από την Κοινωνική Υπηρεσία.

“Αν μια κοπέλα μείνει στην Κύπρο μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή της τι θα κάνει; Δουλειά δεν μπορεί να βρει για να στείλει χρήματα στην οικογένειά της. Πρέπει να παρέχεται κίνητρο σε αυτή, για να μείνει και να βοηθήσει την Αστυνομία να πολεμήσει την υπόθεση. Ειδάλλως, γιατί να μείνει εδώ, φοβισμένη, κινδυνεύοντας και ξέροντας ότι στο τέλος ο κατηγορούμενος ίσως να μην καταδικαστεί”, καταλήγουν.