Η επιστολή ημερομηνίας 20/6/2012 δεν είχε καμία σχέση με τις κεφαλαιακές ανάγκες της Τράπεζας Κύπρου αλλά με το ενδεχόμενο υποβολής αιτήματος για παράταση της προθεσμίας για κάλυψη του κεφαλαιακού της ελλείμματος μέχρι τις 30/6/2012, ανέφερε, μεταξύ άλλων, σήμερα ο τότε Διευθύνων Σύμβουλος του συγκροτήματος Ανδρέας Ηλιάδης ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, κατά την αντεξέτασή του από την Εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής Πωλίνα Ευθυβούλου.
Ο κ. Ηλιάδης είναι κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και άλλων τεσσάρων πρώην ανώτατων στελεχών της, με κύρια κατηγορία αυτή της χειραγώγησης της αγοράς.
Εκτός από την Τράπεζα Κύπρου, ως νομικό πρόσωπο, και τον κ. Ηλιάδη, κατηγορούμενοι στην ίδια υπόθεση, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της απολογίας των κατηγορουμένων, είναι επίσης οι Θεόδωρος Αριστοδήμου, Ανδρέας Αρτέμης, Γιάννης Πεχλιβανίδης και Γιάννης Κυπρή.
Ερωτηθείς ποίος ήταν ο στόχος της επιστολής ημερομηνίας 20/6/2012, ο κ. Ηλιάδης είπε ότι στόχος ήταν να δώσουμε στο Διοικητή της ΚΤΚ όλα τα στοιχεία, περιλαμβανομένου και του αξιόπιστου σχεδίου(credible plan) για να μπορέσει να ζητήσει από την ΕΑΤ ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας κάλυψης του κεφαλαιακού ελλείμματος πέραν της 30ης Ιουνίου του 2012.
Ο κ. Ηλιάδης υποστήριξε επίσης ότι μετά από αίτημα του τότε Υπουργού Οικονομικών Βάσου Σιαρλή δόθηκε αντίγραφο της επιστολής και προς τον ίδιο ενόψει του ταξιδιού του στην Ευρώπη προκειμένου, όπως είπε, να συμβάλει και ο ίδιος στην εξασφάλιση της παράτασης της προθεσμίας.
Ο κ. Ηλιάδης απέρριψε υποβολή της κα. Ευθυβούλου ότι αυτό που τους είχε ζητήσει ο κ. Σιαρλή, σύμφωνα και με τα όσα ο ίδιος ο τέως Υπουργός Οικονομικών είχε αναφέρει ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου, ήταν να καταγράψουν και να τεκμηριώσουν με ακρίβεια τις κεφαλαιουχικές ανάγκες της τράπεζας λόγω της πρόθεσης της Κύπρου να αιτηθεί βοήθεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στηριξης.
«Εξ ου και γράψατε ότι στις 20/6 οι κεφαλαιακές ανάγκες της τράπεζας ήταν στα €400 εκ. περίπου», ανέφερε η κα. Ευθυβούλου με νέα της υποβολή, η οποία απορρίφθηκε και πάλι από τον κατηγορούμενο.
Ο κ. Ηλιάδης ξεκαθάρισε ότι η συγκεκριμένη επιστολή δεν είχε καμία σχέση με τις κεφαλαιακές ανάγκες της τράπεζας αλλά με το ενδεχόμενο υποβολής αιτήματος παράτασης της προθεσμίας που είχε θέσει η ΕΑΤ προς την τράπεζα για κάλυψη του κεφαλαιακού της κενού.
«Ο κ. Σιαρλή δεν μίλησε μαζί μας για το ποιες ήταν οι κεφαλαιακές ανάγκες της τράπεζας γιατί ούτε και εμείς γνωρίζαμε ποίο ήταν το ακριβές ποσό. Αυτό που ήταν σίγουρο ήταν ότι το ποσό αυτό δεν ήταν πολύ μεγάλο σε σύγκριση με το ποσό που είχε τεθεί από την ΕΑΤ», υποστήριξε, προσθέτοντας ότι «και είχαμε καλύψει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού».
Ακολούθως, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλε ότι «ο ίδιος ο κ. Σιαρλή, ενόρκως στο δικαστήριο – και δεν το αμφισβητήσατε – κατέθεσε ότι όπως και η Λαϊκή Τράπεζα έτσι και η Τράπεζα Κύπρου είχαν ανάγκη κρατικής στήριξης. «Ποτέ δεν συζητήσαμε με τον κ. Σιαρλή για κρατική ενίσχυση…αλλά μιλούσαμε για το θέμα έκδοσης Cocos», ήταν η απάντηση του κ. Ηλιάδη.
«Η αλήθεια κ. Ηλιάδη είναι ότι ο κ. Σιαρλή σας είχε ζητήσει να καταγράψετε τις πραγματικές (κεφαλαιακές) ανάγκες της τράπεζας και εσείς γνωρίζοντας αυτές τις ανάγκες γράψατε ότι ανέρχονται στα €400 εκ.» του υπέβαλε η κα. Ευθυβούλου λέγοντας ταυτόχρονα ότι γνώριζε ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να δοθεί παράτασης της προθεσμίας.
«Απορρίπτω κατηγορηματικά αυτή την υποβολή», απάντησε ο κ. Ηλιάδης υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω επιστολή είναι σαφέστατη και δεν μιλά για κεφαλαιακό έλλειμμα €400 ε. αλλά ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει στα €400 εκ. «εάν κάποιοι παράγοντες εξελίσσονταν αρνητικά».
«Πώς καταλήξατε στα €400 εκ.; Λέτε ότι θέλετε; Ήσασταν μια σοβαρή τράπεζα, η μεγαλύτερη της Κύπρου, και λέγατε ότι θέλετε δέκα μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας της ΕΑΤ;» συνέχισε λέγοντας του η κα. Ευθυβούλου με τον κ. Ηλιάδη να απαντά ότι «σκοπός της επιστολής δεν ήταν να προσδιορίσουμε το ακριβές ποσό του κεφαλαιακού ελλείμματος . Αυτό δεν μπορούσαμε να το κάνουμε…βάλαμε ένα μεγαλύτερο ποσό από αυτό που ανακοινώθηκε στις 10/5/12 (€200 εκ.). Δεν είχε σημασία να βάλουμε το ακριβές ποσό».
«Ναι, ήμασταν σοβαρή τράπεζα, αλλά δεν είχε σημασία να βάλουμε το ακριβές ποσό», επανέλαβε ο κ. Ηλιάδης, εκφράζοντας τη θέση ότι πολύ σωστά είχε ετοιμαστεί η συγκεκριμένη επιστολή.
Σε ερώτηση γιατί δεν πουλήθηκαν οι ασφαλιστικές εταιρείες του συγκροτήματος τον Ιούνιο του 2012, ο κ. Ηλιάδης είπε «διότι τα γεγονότα μας πρόλαβαν» και η Κύπρος μπήκε στο Μηχανισμό Στήριξης και έτσι δεν συνεχίσαμε την προσπάθεια.
Στη γραπτή του δήλωση, την οποία είχε διαβάσει και καταθέσει ως μέρος της κύριας εξέτασης του, ο κ. Ηλιάδης είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «ακόμη και σήμερα, πιστεύω ότι μια ανακοίνωση όπως αυτή που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, δηλαδή ότι ‘οι κεφαλαιακές ανάγκες της ΤΚ είχαν αυξηθεί σημαντικά σε περίπου €400εκ. σε σχέση με το ποσό των €200εκ. που είχαν ανακοινωθεί στις 10/5/2012’ θα ήταν λανθασμένη, ελλιπής και παραπλανητική».
Υποστήριξε ότι «τα ποσά σε εκείνο το στάδιο ήταν αβέβαια και ασαφή και εξαρτιόνταν από αποφάσεις που θα λαμβάνονταν αργότερα, είτε από τα αρμόδια Σώματα εντός της Τράπεζας όταν όλα τα δεδομένα θα ήταν έτοιμα, είτε από τρίτους εκτός Τράπεζας όπως τους εξωτερικούς ελεγκτές και την ESMA, ή την ΕΑΤ».
Η αντεξέταση του κ. Ηλιάδη θα συνεχιστεί κατά την αυριανή δικάσιμο στις 9.30 το πρωί.
Το Κακουργιοδικείο με ενδιάμεση απόφαση του στις 27 Απριλίου 2016 έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, καλώντας τους σε απολογία.
Οι Θεόδωρος Αριστοδήμου και Ανδρέας Αρτέμης έχουν ήδη ολοκληρώσει την απολογία τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο είχε απαλλάξει τους κατηγορούμενους από την κατηγορία της συνωμοσίας για την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση.
Για όλους τους κατηγορούμενους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Πηγή: ΚΥΠΕ




