Οι νέοι σήμερα συχνά αντιμετωπίζουν αντιφατικά μηνύματα σχετικά με το σεξ και τη σεξουαλικότητα, ενώ η άγνοιά τους γύρω από το θέμα μπορεί να τους οδηγήσει σε ριψοκίνδυνες αποφάσεις, αναφέρθηκε σήμερα κατά τη διάρκεια του συνεδρίου με τίτλο «Η Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση στην Κύπρο και στην Ευρώπη», που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία, από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Οικογενειακού Προγραμματισμού (ΚΣΟΠ).

Παρόλο που η σεξουαλική αγωγή περιλαμβάνεται από φέτος στα νέα Αναλυτικά Προγράμματα της Βιολογίας και της Αγωγής Υγείας, εντούτοις οι γονείς στην Κύπρο νιώθουν ακόμα απροετοίμαστοι και δυσκολεύονται να συζητήσουν με τα παιδιά τους για το σεξ και για ότι σχετίζεται με αυτό.

Όπως προκύπτει από το συνέδριο, οι γονείς θα πρέπει άμεσα να μάθουν ό,τι χρειάζεται να ξέρουν για να αρχίσουν να μιλούν με τα παιδιά τους, αφού - όπως τονίστηκε - αν δεν το κάνουν, θα το κάνει σίγουρα κάποιος άλλος, που ίσως να μην είναι και τόσο κατάλληλος.

Σύμφωνα με την Πρόεδρο του Κυπριακού Συνδέσμου Οικογενειακού Προγραμματισμού Μαργαρίτα Καψού έρευνες που διεξήχθησαν πρόσφατα στην Κύπρο καταδεικνύουν ανησυχητική άγνοια στους νέους σε θέματα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας.

Όπως πρόσθεσε, οι ίδιοι οι νέοι κρίνουν ως περιορισμένες τις πηγές και τις υπηρεσίες για θέματα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και δικαιωμάτων και θεωρούν ως μη ικανοποιητική τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση που λαμβάνουν από το σχολείο και το περιβάλλον τους.

Η κ. Καψού κρίνει αναγκαία και απαραίτητη τη διάνοιξη ενός καναλιού διαλόγου γύρω από τα θέματα σεξουαλικότητας, αφού φαίνεται πως οι νέοι που έχουν ανοικτή επικοινωνία με τους γονείς τους ή με κάποιο ενήλικα που νοιάζεται γι’ αυτούς, είναι καλύτερα προετοιμασμένοι να επικοινωνήσουν με ειλικρίνεια για τη σεξουαλικότητα και είναι λιγότερο πιθανόν να εκδηλώσουν ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδα Κουρσπουμπά ανέφερε πως «είναι σαφές ότι υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα να καλύψουμε μέχρι την ουσιαστική ριζική μεταστροφή και τη συγκρότηση μιας ευρύτερης συναίνεσης στο πλαίσιο της κοινωνίας, που να ευνοεί και να αποδέχεται την αξία και ως εκ τούτου να προωθεί και να εφαρμόζει στην πράξη μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης ολοκληρωμένης και πλήρως ενσωματωμένης στο δημόσιο αναλυτικό πρόγραμμα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης».

Σημείωσε ότι σύμφωνα με την Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η εκπαίδευση θα πρέπει να έχει ως στόχο το κάθε παιδί να μαθαίνει ουσιαστικές δεξιότητες ζωής και να μη φεύγει κανένα παιδί από το σχολείο χωρίς να έχει εφοδιαστεί κατάλληλα για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, με τις οποίες αναμένεται να έρθει αντιμέτωπο.

«Η Επιτροπή επισημαίνει», πρόσθεσε, «πως πέραν από την ανάγνωση και τη γραφή, οι βασικές δεξιότητες περιλαμβάνουν την ικανότητα ισορροπημένων αποφάσεων, καλές κοινωνικές σχέσεις, ευθύνη και κριτική σκέψη. Καθίσταται σαφές ότι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών σχετίζεται άμεσα με τα δικαιώματα τους. Είναι για τούτο που ως Επίτροπος του Παιδιού έχω υποστηρίξει ότι το κράτος έχει ευθύνη για την ανάδειξη συμβουλευτικών προγραμμάτων σχετικά με την αναπαραγωγική και σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών».

Εξέφρασε την εκτίμηση πως τα συμβουλευτικά προγράμματα θα πρέπει να απευθύνονται σε παιδιά όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης και να θεμελιώνονται στις αρχές που κατοχυρώνει η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, προσθέτοντας πως «θα πρέπει να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα, παιδαγωγικά προσαρμοσμένα στο επίπεδο ανάπτυξης ωριμότητας των παιδιών, τα οποία απευθύνονται».

«Αποφάσεις οι οποίες θεμελιώνονται στη γνώση και τον ελεύθερο προβληματισμό είναι δυνατόν να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια σε σχέση με αποφάσεις εδραιωμένες στο φόβο, την προκατάληψη και τη μερική, ελλειμματική και μονοδιάστατη γνώση», είπε η κ. Κουρσουμπά.

Διαβεβαίωσε ότι τα σχολικά προγράμματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης «δεν οδηγούν σε πρόωρη σεξουαλική δραστηριότητα ή στην αύξηση λήψης επικινδύνων αποφάσεων σε θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά αντίθετα η πλειοψηφία των εν λόγω προγραμμάτων, τα οποία αξιολόγησε η Διεθνής Ομοσπονδία Οικογενειακού Προγραμματισμού, οδήγησε είτε στην έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας σε μεγαλύτερη ηλικία, είτε σε μείωση των σεξουαλικών συντρόφων στη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας.»