Πολλά είναι τα ερωτηματικά που δημιουργεί η έκθεση του διεθνούς οίκου Alvarez & Marsal, αναφορικά με ενέργειες των δύο μεγάλων τραπεζών της Κύπρου, της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής. Η έκθεση, που είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες, δίνει διάφορες απαντήσεις για τις αιτίες που οδήγησαν τις δύο μεγάλες τράπεζες της Κύπρου να ζητήσουν τη βοήθεια του κράτους για την ανακεφαλαιοποίησή τους. Οι πιο πολυσέλιδες από τις εκθέσεις είναι αυτές που αφορούν την απορρόφηση της Marfin Egnatia Bank από τη Marfin Popular Bank και την αγορά ελληνικών ομολόγων από την Τράπεζα Κύπρου. Οι άλλες δύο αφορούν την εξαγορά της ρουμανικής Banca Transilvania από την Τράπεζα Κύπρου το 2009 και της ρωσικής Uniastrum, επίσης από την Τράπεζα Κύπρου, το 2008.

Μια άλλη έκθεση καταγράφει τα συμπεράσματα του οίκου, ενώ σημειώνει ότι  χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση ορισμένα θέματα, παρά το γεγονός ότι η έρευνα κράτησε σχεδόν πέντε μήνες.

Συγκεκριμένα, η Α&Μ εισηγείται όπως διερευνηθούν περαιτέρω οι απώλειες που είχε η Μαρφίν Λαϊκή εξαιτίας της έκθεσής της στα ελληνικά ομόλογα, τα αμφισβητούμενα ή θεωρούμενα ως προνομιακά δάνεια που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή Τράπεζα, καθώς και η επέκταση της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα.

Με νομικά εμπόδια η έρευνα

Στην έκθεση με τα συμπεράσματά της η Α&Μ σημειώνει με ιδιαίτερη αναφορά  τους περιορισμούς που συνάντησε στην πορεία της έρευνας λόγω νομικών εμποδίων, την άρνηση ορισμένων στελεχών τραπεζών να παρουσιαστούν ενώπιόν της και να απαντήσουν σε ερωτήσεις, καθώς και το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός στοιχείων που βρισκόταν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές είχαν διαγραφεί. Οι υπολογιστές, στους οποίους αναφέρεται η Α&Μ, ανήκουν στον πρώην εκτελεστικό διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου Ανδρέα Ηλιάδη και στον εκ των στελεχών της ίδιας τράπεζας Χρίστο Πατσαλίδη. Στους υπολογιστές αυτούς εντοπίστηκε λογισμικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή του υλικού. Σημαντικό μέρος των στοιχείων στον υπολογιστή του Χρ. Πατσαλίδη διεγράφη στις 18 Οκτωβρίου 2012.

Σε σχέση με τα εμπόδια στους ελέγχους, η Α&Μ αναφέρει ότι η έρευνα  περιορίστηκε στις εξουσίες που έχει η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, γι' αυτό και επικεντρώθηκε στους οργανισμούς και τα φυσικά πρόσωπα τα οποία βρίσκονται υπό την εποπτεία της Κεντρικής.

Τονίζεται, επίσης, ότι η ομάδα που έκανε την έρευνα δεν είχε τη δυνατότητα να καλεί σε συνεντεύξεις άτομα που δεν εργάζονταν σε οργανισμούς εκτός εποπτείας της Κεντρικής, ούτε μπορούσε να έχει πρόσβαση σε έγγραφα ή άλλο υλικό τέτοιων οργανισμών. Για τα άτομα αυτά ήταν εθελοντική η συμμετοχή στην έρευνα, γι' αυτό και συγκεκριμένα πρόσωπα αρνήθηκαν να πάρουν μέρος ή προέβαλαν απαράδεκτες απαιτήσεις προκειμένου να συμμετάσχουν. Το ίδιο  έγινε και με έγγραφα τα οποία η Α&Μ ζήτησε αλλά δεν της δόθηκαν.

Ο υπολογιστής του Α. Ηλιάδη

Στην έκθεση συμπερασμάτων αναφέρεται ότι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ανδρέα Ηλιάδη της Τράπεζας Κύπρου δεν εντοπίστηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προσωπικά αρχεία και δεν κατέστη δυνατό να επανακτηθούν. Ο μη εντοπισμός μπορεί να σημαίνει, κατά την Α&Μ, ότι είτε ο συγκεκριμένος υπολογιστής δεν χρησιμοποιήθηκε από τον Α. Ηλιάδη, είτε ότι διαγράφηκαν όλα τα αρχεία με συγκεκριμένο λογισμικό, είτε ότι ο σκληρός δίσκος του υπολογιστή αναβαθμίστηκε ή καθαρίστηκε από το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας μετά την αποχώρησή του.

Επίσης, αναφέρεται ότι τα emails τα οποία στάλθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου ήταν ελλιπή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την περίοδο 2009-2010. Μόνο σε μερικές περιπτώσεις μπορούσε να δικαιολογηθεί το γεγονός αυτό, αναφέρεται, ενώ «σε αρκετές περιπτώσεις οι διαγραφές οφείλονταν σε σκοπιμότητες».

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, ο πρώην εκτελεστικός της Τράπεζας Κύπρου Ανδρέας Ηλιάδης δεν συμμετείχε στην έρευνα και δεν ανταποκρίθηκε στα επανειλημμένα emails που του στάλθηκαν και στα επίμονα τηλεφωνήματα που  του έγιναν. Ανταποκρίθηκε, αναφέρει η Α&Μ, στις 26 Φεβρουαρίου 2013 και προσφέρθηκε να βοηθήσει, μετά που ολοκληρώθηκε η έρευνα.

Τέλος, αναφέρεται ότι υπήρξαν σημαντικά κενά και στη συλλογή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από υπολογιστές της Τράπεζας Κύπρου κατά την περίοδο 2007-2010, μια σημαντικότατη περίοδο για την έρευνα. Αυτό οφειλόταν σε αναβαθμίσεις που έγιναν στα συστήματα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αρχεία, ενώ καμία ενέργεια δεν έγινε προκειμένου να κρατηθεί αρχείο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των υπαλλήλων. Όλοι μπορούσαν να κρατήσουν ή να διαγράψουν όσα emails ήθελαν.

Τα ελληνικά ομόλογα 

Για την αγορά ελληνικών ομολόγων εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, η έκθεση αναφέρεται με λεπτομέρεια στο ιστορικό της αγοράς. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι μέχρι το 2009 η Τράπεζα Κύπρου κατείχε ελληνικά ομόλογα αξίας 500 εκ. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 2009 αυξήθηκε σημαντικά η αγορά ελληνικών ομολόγων από την τράπεζα κι έφτασε το 1,75 δις.

Το 2009 η τράπεζα Κύπρου προέβαινε σε συνεχείς συναλλαγές (αγοραπωλησίες)  με τα ομόλογα αυτά.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2009 ο Γιάννης Κυπρή ενημέρωσε την αγορά, ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε πωλήσει ελληνικά ομόλογα αξιας 1,7 δις, τονίζοντας ότι από την αρχή του χρόνου εκείνου η τράπεζα είχε μειώσει την έκθεσή της στα ελληνικά ομόλογα από το 1 δις στο 0,1 δις.

Την ίδια μέρα, η Τράπεζα Κύπρου άρχισε να επαναγοράζει ελληνικά ομόλογα, αυξάνοντας ραγδαία το χαρτοφυλάκιό της στα σχεδόν 2,4 δις μέχρι τον Ιούνιο του 2010.

Από τα ομόλογα η Τράπεζα Κύπρου υπέστη μεγάλες ζημιές €1,9 δις, εκ των οποίων τα €910 εκ. έχουν σχέση με το κούρεμα του ελληνικού χρέους.

 «Τα έγγραφα που εξετάσαμε, αναφέρει η Α&Μ, δεν καταγράφουν ξεκάθαρη αιτιολόγηση ή σκεπτικό για την απόφαση να γίνει συσσώρευση ελληνικών ομολόγων», αναφέρει ο οίκος. Κάποιες ενδείξεις για το σκεπτικό, λέει ο οίκος, είναι η αύξηση του κέρδους και του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου.

Απάντησαν δύο χρόνια μετά για τις συναλλαγές

Η έκθεση επισημαίνει τα διαδικαστικά κενά που υπήρχαν στη λειτουργία της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων της Τράπεζας Κύπρου και τη νοοτροπία του συγκροτήματος, και υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα «δώρα» που έπαιρναν δυο  ανώτατα στελέχη εξηρτώντο από τα κέρδη που παρουσίαζε η τράπεζα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη λήψη αποφάσεων από τους Ανδρέα Ηλιάδη και Νικόλα Καρυδά, καθώς και στις προβληματικές δομές ελέγχου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προβληματικής δομής, αναφέρεται, ήταν ότι ο Ν. Καρυδάς ήταν γενικός διευθυντής του συγκροτήματος για διαχείριση κινδύνων και γενικός διευθυντής του Συγκροτήματος υπεύθυνος για ζητήματα αγορών.

Σημειώνεται, επίσης, ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε ολοκληρωμένη εικόνα για τις συναλλαγές της Τράπεζας Κύπρου σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου, ιδίως το πρώτο τρίμηνο του 2010, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να δώσει στοιχεία με επιστολή που της εστάλη, αλλά δεν απαντήθηκε έγκαιρα. Συγκεκριμένα, η Α&Μ αναφέρει ότι η απάντηση της Τράπεζας Κύπρου εστάλη στην Κεντρική δύο χρόνια μετά.

Πώς αγοράστηκε το 9,7% της Banca Transilvania

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ  

Η έκθεση της Α&Μ ασχολείται και με την υπόθεση της απόκτησης ποσοστού 9,7% της ρουμανικής Banca Transilvania από την Τράπεζα Κύπρου το 2009, έναντι 58 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και με την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον αξιωματούχων της Τράπεζας Κύπρου στη Ρουμανία.

Η επιχείρηση απόκτησης ποσοστού στην Banca Transilvania είχε λάβει την επωνυμία «Βεατρίκη». Σύμφωνα με την Α&Μ, η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε στην επένδυση αυτή, παρά τη συμβουλή που πήρε από ξένο οίκο ότι η επένδυση δεν ήταν συμβατή με το πνεύμα του ρυθμιστικού πλαισίου που υπάρχει στη Ρουμανία. Στην έκθεση αναφέρεται ότι μέχρι στιγμής η Τράπεζα Κύπρου κατάφερε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Ρουμάνων κατηγόρων κατά των στελεχών της, όμως η Α&Μ σημειωνει ότι τα δικά της στοιχεία διαφέρουν από αυτά που βρίσκονται ενώπιον της ρουμανικής δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με την Α&Μ, τα γεγονότα που οδήγησαν στην αγορά μετοχών της Banca Transilvania από την Τράπεζα Κύπρου, και η φύση των συμφωνιών που έγιναν μεταξύ της Τράπεζας και των ιδρυτικών της μετόχων, δεν έχουν δοθεί στο ρουμανικό δικαστήριο.

Η έκθεση καταλήγει ότι έχουν εντοπισθεί τεκμήρια, τα οποία δεν είναι σύμφωνα με την κατάθεση του Ν. Καρυδά στο δικαστήριο.

Κενά και στην εξαγορά της Uniastrum

Για την εξαγορά της ρωσικής Uniastrum από μέρους της Τράπεζας Κύπρου, η έκθεση της Α&Μ αναφέρει ότι η Τράπεζα Κύπρου υπέγραψε μη δεσμευτική πρόταση να εξαγοράσει το 80% της Uniastrum τον Φεβρουάριο του 2008, εκτέλεσε συμφωνία για αγορά της ρωσικής τράπεζας τον Ιούνιο του 2008 και ολοκλήρωσε την εξαγορά τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, λιγότερο από δύο μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Η εκτελεστική διεύθυνση της Τράπεζας προχώρησε στην εξαγορά «παρά τις επιδεινούμενες οικονομικές συνθήκες στη Ρωσία, την κατάρρευση της Lehman Brothers και την ανάγκη της Uniastrum για κεφαλαιακές ενέσεις», αναφέρεται στην έκθεση.

Η διεύθυνση της Τράπεζας Κύπρου στηρίχθηκε στα εξής για την εξαγορά:

-Ότι οι αλλαγές στο οικονομικό περιβάλλον δεν ήταν καλός λόγος τερματισμού της συμφωνίας γιατί δεν επηρέαζαν τη Uniastrum,

-Ότι η προσπάθεια απόσυρσης από τη συμφωνία θα είχε νομικές επιπτώσεις,

-Ότι οι όροι εξαγοράς ήταν ευνοϊκοί,

-Ότι τυχόν ακύρωση της συμφωνίας θα είχε επιπτώσεις στο καλό όνομα της Τράπεζας Κύπρου στη ρωσική αγορά κ.ά.

 Δεν είχαν χρόνο να μελετήσουν τον διαγνωστικό έλεγχο

Στην έκθεση αναφέρεται ότι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου είπαν πως δεν είχαν αρκετό χρόνο για να εξετάσουν την έκθεση διαγνωστικού ελέγχου πριν εγκρίνουν την εξαγορά, ενώ φαίνεται ότι κάποια ευρήματα του ελέγχου δεν ήταν ξεκάθαρα.

Σημειώνεται επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε δανεισμό χρημάτων για να αγοραστούν στοιχεία του ενεργητικού της Uniastrum, ώστε αυτή να στηριχθεί πριν από την εξαγορά.

«Δεν είναι ξεκάθαρο αν το διοικητικό συμβούλιο είχε υπόψη του αυτήν τη χρηματοδότηση», λέει η Α&Μ.

Αναφέρεται, ακόμα, ότι το Τμήμα Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας ενέκρινε την εξαγορά στις 4 Σεπτεμβρίου, η οποία εγκρίθηκε από τον Διοικητή της Κεντρικής  στις 29 Σεπτεμβρίου, δύο βδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Για τη συμπεριφορά της Κεντρικής στο θέμα αυτό η Α&Μ γράφει ότι ενέκρινε την εξαγορά πριν ο ελεγκτικός οίκος Ernst and Young ετοιμάσει την τελική έκθεση  του διαγνωστικού ελέγχου.

Πάντως, καταληκτικά η Α&Μ αναφέρει ότι δεν έχει εντοπίσει στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν φήμες για διαφθορά σε σχέση με την εξαγορά αυτή.

Marfin Egnatia Bank και Marfin Popular

Για τη μετατροπή της Egnatia από θυγατρική σε παράρτημα της Marfin Popular Bank, η έκθεση της Α&Μ αναφέρει ότι το 1,8 δις που χρειάστηκε πέρσι τον Ιούνιο η Λαϊκή οφείλεται και στη μετατροπή της θυγατρικής Marfin Egnatia σε παράρτημα, και τη μεταφορά της υποχρέωσης από την Ελλάδα στην Κύπρο».

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι πριν από τη μετατροπή της ελληνικής θυγατρικής δεν θα υπήρχε νομική υποχρέωση της Marfin Popular Bank (MPB) να ανακεφαλαιοποιήσει τη Marfin Egnatia (MEB) μετά τις ζημιές από το PSI και από τις επισφάλειες. Ως θυγατρική θα ήταν υπό εποπτεία, διαφορετική νομική οντότητα, και επομένως η δημοσιονομική υποχρέωση θα βάραινε την Ελλάδα. Εντούτοις, αριθμός παραγόντων αποδεικνύουν ότι η μητρική, αν και μη νομικά υπόχρεη, θα χρειαζόταν να ανακεφαλαιοποιήσει τη θυγατρική της.

Σύμφωνα με την Α&Μ, πριν από την ολοκλήρωση της μετατροπής, τον Μάρτιο του 2011, η Τράπεζα της Ελλάδος μετέφερε γραπτώς στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου τις ανησυχίες για τη συγκέντρωση κινδύνων της ΜΕΒ και για τις αδυναμίες ελέγχου που εντόπισε στην αξιολόγηση που έκανε, με δεδομένα μέχρι το 2009.

Η Α&Μ αναφέρεται και στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Κεντρική Τράπεζα όταν προσπάθησε, ενόσω ήταν θυγατρική η ΜΕΒ, να αποκτήσει πρόσβαση στη θυγατρική. Αυτό άλλαξε όταν έγινε παράρτημα η ΜΕΒ και έπαψε να είναι θυγατρική.