24,5 εκατομμύρια διεκδικεί η ΑΗΚ από το κράτος για την ενοικίαση των μονάδων παραγωγής ενέργειας, μετά την έκρηξη στο Μαρί και την καταστροφή του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού στο Βασιλικό. Το θέμα έθιξε ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του οργανισμού Χάρης Θράσου, στην επιτροπή Ελέγχου της Βουλής όπου συζητείτο η ετήσια έκθεση της Γενικού Ελεγκτή για την ΑΗΚ.
Ανοικτό ωστόσο είναι το ενδεχόμενο αν το κράτος δεν πληρώσει, το κόστος αυτό να μετακυλιστεί στους καταναλωτές.
Ο Βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών Γιώργος Περδίκης, ανέφερε ότι με βάση της έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας για τα πεπραγμένα της ΑΗΚ για το 2011, ένα μεγάλο μέρος από αυτό το μεγάλο κόστος της τραγωδίας καλέστηκαν άδικα να το πληρώσουν οι απλοί καταναλωτές που ήταν τελικά για δεύτερη φορά τα θύματα.
Όπως αποκαλύφθηκε ενώπιον της επιτροπής οι ανείσπρακτοι λογαριασμοί ανέρχονται στα 40 εκατομμύρια ευρώ μέχρι τον Ιούνιο του 2012, ενώ οι βουλευτές αντέδρασαν έντονα, κάνοντας λόγο για άνιση μεταχείρηση των καταναλωτών.
«Μεταφράζοντας αυτά που μας γράφει στην έκθεση της η Γενική Ελέγκτρια αυτά που απάντησε στις ερωτήσεις μας, ξεκάθαρα προκύπτει πως αντί να αναλάβει το κόστος αυτός που φταίει, δηλαδή η Κυβέρνηση και η ΑΗΚ τελικά κλήθηκε ένα μεγάλο μέρος να το πληρώσει ο απλός καταναλωτής κατά τρόπον άδικο και αστόχευτο», ανέφερε.
Ανέφερε επίσης ότι όπως είπε και η Γενική Ελέγκτρια, σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε η έκτακτη εισφορά που επιβλήθηκε επί των λογαριασμών της ΑΗΚ να επιφορτιζόταν και με το ΦΠΑ. Πρόσθεσε ότι ήταν μια άδικη και λανθασμένη, κατά την εκτίμηση της, πρακτική που εφάρμοσε και επέβαλε η Κυβέρνηση πάνω στους αθώους καταναλωτές.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου, Γιώργος Γεωργίου, αναφέρθηκε, επίσης, στα ανείσπρακτα έσοδα της ΑΗΚ για τα οποία, όπως είπε, η ΑΗΚ χρησιμοποιεί απέναντι σε πελάτες της δύο μέτρα και δύο σταθμά.
«Η ΑΗΚ διακόπτει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε περιπτώσεις ασήμαντων οφειλών από νοικοκυριά, μικρούς καταναλωτές, αλλά δεν κάνει το ίδιο σε περιπτώσεις μεγάλων καταναλωτών όπως είναι εταιρείες, εργοστάσια και άλλα», ανέφερε. Πρόσθεσε ότι η συνεχιζόμενη ανοχή μιας κρατικής αρχής στη μη καταβολή οφειλών μιας επιχείρησης, συνιστά κρατική ενίσχυση που δεν επιτρέπεται από το κοινοτικό κεκτημένο.




