Ηχεί ακόμη στα αυτιά μου η μειλίχια και σε ορισμένες στιγμές τρεμάμενη φωνή του εν αποστρατεία Στρατηγού Παναγιώτη Αδάμου, όταν πριν 10 ακριβώς μέρες (Παρασκευή 8 Αυγούστου 2016, 10.08 π.μ.) σήκωσα το τηλέφωνο για να καταγράψω τη δική του μαρτυρία για τον Τάσο Μάρκου...
 
Ο εν αποστρατεία Στρατηγός, "πέταξε", αιφνιδιαστικά, για τη γειτονιά των αγγέλων την περασμένη Τετάρτη και μοιραία η συνδιάλεξη μας είναι και η τελευταία του μαρτυρία για τον καρδιακό του φίλο και συμπολεμιστή, Τάσο Μάρκου.
 
Ανέμενε το τηλεφώνημα μου. Ευγενέστατος. Καλόβολος και καταδεκτικός. Έτοιμος να βοηθήσει στην έρευνα μου. "Πώς μπορώ να σου αρνηθώ, όταν πρόκειται για τον Τάσο", η πρώτη κουβέντα της συνομιλίας μας. Μιας συνομιλίας, η οποία φέρνει στο φως περιστατικά που συνέβησαν το βράδυ πριν από τη δεύτερη εισβολή και τα οποία καταμαρτυρούν ότι ο Τάσος Μάρκου, παρέμεινε να φυλάξει Θερμοπύλες, χωρίς να επιτρέψει σύλληψη ή και αιχμαλωσία του.
 
Με βασικό στόχο να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρερμηνεία των γραπτών μου, παραθέτω αυτούσια τη συνομιλία μας:
 
Χρειάζομαι να μου ξεδιαλύνετε κάποια πράγματα για τα όσα συνέβησαν το βράδυ της 13ης Αυγούστου. Πού ήσασταν εκείνο το βράδυ;
Γύρω στις 10 το βράδυ, ο Τάσος μου είπε: "Πάναγιώτη μου θέλω μια χάρη. Θέλω να έρθεις μόνος σου να μιλήσουμε." Πράγματι, πήγα. Καθόμασταν στο σημείο που διατηρούσε το επιτελείο του, κοντά στον φράκτη. Ήταν ζέστη πολλή. Κουβεντιάζαμε και παρόν ήταν και ο ασυρματιστής του. Κάποια στιγμή, ήρθε ο διοικητής του Συγκροτήματος Κυθρέας, αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Βότας, ο οποίος του έδωσε εντολή να φύγει.
Η απάντηση του Τάσου ήταν άμεση. "Διοικητής, εδώ, είμαι εγώ και οι Τούρκοι θα περάσουν μόνον πάνω από το πτώμα μου"! Βλέποντας ότι ο Τάσος ήταν αμετάθετος, ο Βότας, απευθύνθηκε σ' εμένα για να τον μεταπείσω. Ο Τάσος, όμως, παρέμενε ανένδοτος και ο Βότας αποχώρησε.
Όταν μείναμε μόνοι μας, φανερά απογοητευμένος και εκνευρισμένος, λαλεί μου: "Ακούεις; Μα, ακούεις; Θέλουν να τα αφήσουμε στους Τούρκους και να φύγουμε".
 
Τι πιστεύετε ότι απέγινε ο Τάσος;
Πιστεύω ότι πέθανε. Και θα σας πω και κάτι που εν το ξαναείπα, αφού διερευνάτε το θέμα. Πάντως, να ξέρετε, τούτον τον καιρό γράφω τα απομνημονεύματα μου και θα το περιλάβω και αυτό.
 
Πέστε μου.
Εκείνο το βράδυ και μετά το περιστατικό με τον Βότα, ο Τάσος με ρώτησε: "Έχεις σφαίρες για σένα; Εγώ, έχω φυλάξει τρεις - τέσσερις μες την πούγκα μου. Αν μας πιάσουν, θα μας σουβλίσουν σαν τον Αθανάσιο Διάκο. Παναή μου, αν δεν το έκαμες, φύλαξε σφαίρες. Έχε έγνοια ρε να μεν πιαστείς στα χέρια των Τούρκων". Τον διαβεβαίωσα ότι κρατούσα τζιαί μου είπε να επιστρέψω στο λόχο μου. Είμαι βέβαιος ότι θα τον σκότωσαν. Πάντως, σίγουρα δεν παραδόθηκε.
 
Αυτή ήταν και η τελευταία σας συνάντηση;
Όχι. Την επομένη (14 Αυγούστου 1974), επήγα πάλε τζιαμαί. Κατά τις 10.30 το πρωί, εφώναξε μου να πάω κοντά του και μου είπε:
- "Παναή φύγε, πήαινε στον λόχο σου! (Σημ. Η μονάδα του τότε ανθυπολοχαγού, Πάναγιώτη Αδάμου ήταν στα μετόπισθεν, σύμφωνα με τον συγγραφέα Πάνο Μυρτιώτη).
- "Δεν φεύγω, θα μείνω μαζί σου", του απάντησα.
- Νευρίασε. "Φύε είπα σου. Είναι διαταγή!" 
- "Θα φύω, όταν φύγεις κι' εσύ."
- "Εμένα η θέση μου είναι εδώ. Φύγε."
Δεν έφευγα. Ρίχνει μια ριπή στα πόδια μου. (Στο σημείο αυτό της συζήτησης μας, ο Παναγιώτης Αδάμου, γελάει και συγκινείται ταυτόχρονα.) Επέμενα να φύγει και ο ίδιος, διότι πολλοί είχαν αρχίσει να υποχωρούν. Μάλιστα, είπα του: "Ταγματάρχα, αν δεν λυπάσαι τίποτε άλλο, σκέφτου τουλάχιστον τα παιδιά σου". Αυτό τον εξαγρίωσε. Τούτη, ήταν τζιαι η τελευταία φορά που τον είδα. (Ήταν γύρω στις 10.45 το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974.)
 
Υπάρχει περίπτωση ο υποστράτηγος να έπεσε στην προσπάθεια του να ανακαταλάβει το ύψωμα του φυλακίου 12;
Μπορεί... (Στο σημείο αυτό, κάνει μια παύση και επανέρχεται.) Όχι, δεν νομίζω στο ύψωμα.
 
Κύριε Αδάμου θα ήθελα να σας έχω συνέντευξη και στην κάμερα...
Όχι. Το τί εκάμαμεν, το κάναμε για την πατρίδα.
 
Το σέβομαι. Θα ήθελα, όμως, να τα πούμε από κοντά, ίσως μετά το Δεκαπενταύγουστο.
Αυτό, εντάξει.
 
Μια συνάντηση, που δεν ήτανε γραφτό να γίνει ποτέ. Θα μείνει, ωστόσο, χαραγμένη πάντα στη μνήμη μου η τηλεφωνική μας συνδιάλεξη. Αιωνία σου η μνήμη Στρατηγέ.