Κάθε τέτοια μέρα οι θύμισες είναι ίδιες. Έρχονται απλά στο μπροστά μέρος του μυαλού. Ο μαθητής λυκείου τότε Κωστής, θυμάται το εφιαλτικό βράδυ που έζησε εγκλωβισμένος από τους πραξικοπηματίες στο κέντρο της Λευκωσίας.

Ο μαθητής τότε, σήμερα είναι ιερέας και τιμητικά είναι κι ο ιερέας του κατεχόμενου χωριού του, του Δικώμου.Τα μάτια του βουρκώνουν όταν του ζητάμε να μας περιγράψει το βράδυ της 15ης Ιουλίου τότε, το 1974.

Τα καλοκαίρια συνήθιζε να βοηθά τον πατέρα του και τον θείο του σε διάφορες δουλειές. Δούλευαν όλοι στο γνωστό εργοστάσιο μωσαϊκών του Κορομία, στην Λευκωσία.

Το Δίκωμο, φημιζόταν για την παραγωγή της πρώτης ύλης μαρμάρων.

Τα σχολεία είχαν κλείσει και όπως κάθε καλοκαίρι πηγαινοερχόταν καθημερινά στην Λευκωσία για δουλειά με τον πατέρα του Σάββα. Μόνο που η διαδρομή της 15ης Ιουλίου, θα του μείνει για πάντα χαραγμένη στην μνήμη.

Εκείνο το δειλινό δεν έφυγε από την Λευκωσία. Οι πραξικοπηματίες τους είχαν κρατήσει εγκλωβισμένους μέσα στο εργοστάσιο. Όλα έγιναν αστραπιαία λέει. Ούτε που κατάλαβε κανείς γιατί δεν θα πέρναμε το λεωφορείο να πάμε πίσω στο χωριό.

Το ξημέρωμα αυτό αργούσε πολύ μας λέει. Ο ήλιος δεν έλεγε να εμφανιστεί. Θυμάμαι έντονα τους χωριανούς μου, που μείναμε όλοι μαζί στο εργοστάσιο, να μονολογούν το βράδυ ξάγρυπνοι, στο πάτωμα όπου ξάπλωναν.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να ανησυχεί για την οικογένειά μας, πίσω στο χωριό. «Ήξερε ότι κάτι θα γινόταν, από τις κουβέντες άλλων χωριανών». Ο πατέρας του ανησυχούσε αν είναι καλά στο σπίτι, η μάνα μας και οι αδελφές μας, που έμειναν μόνες στο σπίτι.

Ο Κωστής με τον πατέρα του επέστρεψαν το πρωί της 16ης Ιουλίου πίσω στο χωριό. Ήταν όλοι φοβισμένοι…

«Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι εκείνο το βράδυ… αν και Ιούλης, έκανε κρύο…» μας λέει κλείνοντας.