Την 55η επέτειο ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της, γιορτάζει σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκαν σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960, ωστόσο λόγω των καλοκαιρινών διακοπών και της απουσίας των ξένων Πρέσβεων στις χώρες τους, το Υπουργικό συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελούμενο από εφτά Ελληνοκυπρίους και τρείς Τουρκοκυπρίους υπουργούς, στις 11 Ιουλίου 1963 ομόφωνα αποφάσισε τον ορισμό της 1ης Οκτωβρίου ως Ημέρας της Ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η 1η Οκτωβρίου από το 1963 έχει θεσμικό χαρακτήρα, με τις καθιερωμένες επίσημες τελετές και παρελάσεις.
Τα μεσάνυχτα της 16ης Αυγούστου 1960, η αγγλική σημαία υπεστάλη και τη θέση της πήρε η σημαία του νεοσυσταθέντος κυπριακού κράτους: Ο χάρτης της Κύπρου σε χάλκινο χρώμα και σε λευκό φόντο, με κλωνάρια ελιάς εκατέρωθεν, ως σύμβολα ειρήνης.
To Σύνταγμα της ΚΔ
Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι απότοκο των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και καταρτίστηκε από μία ad hoc συνταγματική επιτροπή στην οποία αντιπροσωπεύονταν, με ομάδες ειδικών συνταγματολόγων, η Ελλάδα κάτω από τον καθηγητή Θεμιστοκλή Τσάτσο, η Τουρκία κάτω από τον καθηγητή Nihat Erim και οι δύο κυπριακές Κοινότητες. Από μέρους της Ελληνοκυπριακής κοινότητας συμμετείχαν οι κ.κ. Γλαύκος Κληρίδης, Γεώργιος Πολυβίου, Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης και Τάσσος Παπαδόπουλος, με νομικό σύμβουλο τον κ. Κρίτωνα Τορναρίτη Γενικό Εισαγγελέα. Από πλευράς της τουρκοκυπριακής κοινότητας συμμετείχαν οι κ.κ.Rauf Raif Denktash, Halit Ali Riza, Hakki Suleyman και Ali Dana με νομικό σύμβουλο τον κ. Mehmet Nedjiatti Munir, Solicitor General. Στην επιτροπή συμμετείχε ως νομικός σύμβουλος ο Ελβετός συνταγματολόγος καθηγητής Marcel Bridel.
Κείμενο σχεδίου Συντάγματος υπογράφηκε από αντιπροσώπους της Ελλάδας, Τουρκίας και της Ελληνικής και Τουρκικής κοινότητας στη Μεικτή Συνταγματική Επιτροπή στη Λευκωσία στις 6 Απριλίου 1960 και Παράρτημα αυτού με τροποποιήσεις στις 6 Ιουλίου 1960. Το τελικό κείμενο του Συντάγματος υπογράφηκε από τον Sir Hugh Foot, τον τελευταίο Κυβερνήτη της αποικίας της Κύπρου, το Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας κ. Γεώργιο Χριστόπουλο το Γενικό πρόξενο της Τουρκίας κ. Turrel και τους Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και Δρα Κουτσιούκ, οι δύο τελευταίοι υπό την ιδιότητα τους ως των ήδη εκλεγέντων Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας αντίστοιχα.
Το Σύνταγμα τέθηκε σε εφαρμογή στις 16 Αυγούστου 1960 με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος. Πρόκειται, σαφώς, για ένα δοτό Σύνταγμα το οποίο ο Κυπριακός λαός ουδέποτε κλήθηκε να επικυρώσει με τη ψήφο του.
Το νέο κράτος ήταν δικοινοτικό, με το ποσοστό των Ελληνοκυπρίων να βρίσκεται στο 82% και των Τουρκοκυπρίων στο 18%. Παρά τον μειωμένο αριθμό των Τ/κ, το κυπριακό σύνταγμα προέβλεπε ενιαίο σύστημα διακυβέρνησης ολόκληρης της επικράτειας. Επίσης, δεν υπήρχε de jure γεωγραφικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων, εκτός από την ειδική περίπτωση των χωριστών δήμων.
Ωστόσο, το βασισμένο στον «δικοινοτισμό» σύνταγμα λειτούργησε διχαστικά, καθώς εμφάνιζε σε όλες τις περιπτώσεις δύο χωριστούς φορείς κρατικής εξουσίας, καθένας εκ των οποίων αισθανόταν υπόλογος στη δική του εθνική κοινότητα, αντί στο σύνολο του κυπριακού λαού. Πολλές αποφάσεις της ε/κ πλευράς προσέκρουαν στο τ/κ όχι και αντίστροφα. Έτσι, γρήγορα εμφανίστηκαν τα πρώτα αδιέξοδα σε βασικά θέματα που άπτονταν της λειτουργίας και της πολιτικής του νεοσύστατου κυπριακού κράτους. Τα 13 σημεία του Μακαρίου για αναθεώρηση του συντάγματος έφεραν την έκρηξη στο νησί, με αλυσιδωτές δυσμενείς εξελίξεις στη συνέχεια, τις συνέπειες των οποίων βιώνουμε μέχρι σήμερα.
Σε ισχύ τρείς Διεθνείς Συνθήκες
Ταυτόχρονα με την ανακήρυξη του νέου κράτους άρχισαν να ισχύουν τρεις Διεθνείς Συνθήκες:
-
Η Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας του Βασιλείου της Ελλάδος, της Δημοκρατίας της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εν λόγω Συνθήκη προέβλεπε μεταξύ άλλων την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, τη διατήρηση από τη Βρετανία δύο κυρίαρχων στρατιωτικών Βάσεων στην νήσο καθώς επίσης και την παροχή στην τελευταία άλλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων και διευκολύνσεων στο έδαφος της Κύπρου.
-
Η Συνθήκη Εγγυήσεως μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας αφενός και της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας αφετέρου. Με βάση το Άρθρο 1 της εν λόγω συνθήκης η Δημοκρατία ανελάμβανε μεταξύ άλλων, να διατηρήσει την ανεξαρτησία της, την εδαφική της ακεραιότητα και την ασφάλεια της και να τηρήσει πιστά το Σύνταγμά της. Ανελάμβανε επίσης την υποχρέωση να μην προωθεί την ένωση του νησιού με άλλη χώρα ούτε τη διχοτόμησή του. Σε περίπτωση ανατροπής του καθεστώτος που προνοούσαν οι συμφωνίες, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, σύμφωνα με το άρθρο IV της Συνθήκης είχαν το δικαίωμα να επέμβουν συλλογικά ή μονομερώς με σκοπό την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στη νήσο.
-
Η Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας βάσει της οποίας η Ελλάδα και η Τουρκία ανελάμβαναν να απωθήσουν κάθε επίθεση κατά της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας του νεοσύστατου κράτους. Προς το σκοπό αυτό η Ελλάδα και η Τουρκία εγκατέστησαν στρατιωτικά αποσπάσματα στο έδαφος της Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με το Άρθρο 181 του Συντάγματος, «η Συνθήκη Εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητος και του Συντάγματος της Δημοκρατίας, η συνομολογηθείσα μεταξύ της Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας ως και η συνθήκη στρατιωτικής συμμαχίας η συνομολογηθείσα μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Τουρκικής Δημοκρατίας, τα κείμενα των οποίων είναι προσηρτημένα τω παρόντι Συντάγματι ως Παραρτήματα Ι και ΙΙ κέκτηνται συνταγματικήν ισχύν.».
Σχετικά με την Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως δεν υπάρχει συνταγματική πρόνοια. Στην υπόθεση Ex parte Samuel N. Samuel 3 R.S.C.C. 76 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: «Η Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως δεν αποτελεί μέρος του Συντάγματος. Τα άρθρα 181, 195 και 198 του Συντάγματος δεν αφήνουν περιθώρια ως προς το σημείο αυτό».
Στο βιβλίο του «Η Νέα Κοινοπολιτεία και τα Συντάγματά της» ο S.A. De Smith καταλήγει ότι «το Κυπριακό Σύνταγμα ουδέποτε θα προσελκύσει ενθουσιώδεις μιμητές, αλλά πρέπει να κριθεί ως η μόνη αποδεχτή θεραπεία σε μία απελπιστική κατάσταση στην οποία η βούληση της τοπικής πλειοψηφίας έπρεπε αν υποταχθεί στα συμφέροντα της διεθνούς ειρήνης» και συνεχίζει: «Το Κυπριακό Σύνταγμα είναι ένα από τα πιο άκαμπτα και λεπτομερειακά συντάγματα του κόσμου και αρκετά περίπλοκο. Περιέχει ανακοπές και ισορροπήσεις, διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις, διασφαλίσεις και απαγορεύσεις. Το δε κοινοτικό πνεύμα συνυπάρχει με τη συνταγματική αντίληψη.»
Ανεξάρτητα, όμως, από την πολυπλοκότητα και ιδιομορφίες του Συντάγματος, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ενσωματώνονται σε αυτό θεμελιώδεις αρχές Δικαίου, οι οποίες καθιερώνουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως Κράτος Δικαίου με πλήρη διασφάλιση των βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη. Τέτοιες αρχές Δικαίου είναι οι εξής:
-
Διάκριση των εξουσιών
-
Ανεξαρτησία και ανεπηρέαστο της Δικαιοσύνης
-
Προστασία των Θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα (Μέρος ΙΙ) και τις Διεθνείς Συμβάσεις που κυρώνει η Δημοκρατία
-
Αρχή της νομιμότητας που διέπει τις διοικητικές πράξεις και την εισαγωγή του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων
-
Περιορισμός της νομοθετικής εξουσίας που ασκείται στα πλαίσια των συνταγματικών διατάξεων και που περιλαμβάνει τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ΄Γ ο 1ος Πρόεδρος
Πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ και πρώτος αντιπρόεδρος ο Δρ. Φαζίλ Κιουτσούκ. Τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο διαδέχθηκαν στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Σπύρος Κυπριανού (1977-1988), ο Γιώργος Βασιλείου (1988-1993), ο Γλαύκος Κληρίδης (1993-2003), ο Τάσσος Παπαδόπουλος (2003-2008) και ο Δημήτρης Χριστόφιας (2008-2013). Τον Φεβρουάριο του 2013 εξελέγη στην Προεδρία της Δημοκρατίας ο Νίκος Αναστασιάδης.