Με την απολογία του τέταρτου κατηγορούμενου, Γρηγόρη Ξενοφώντος, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, επανήρχισε μετά από διακοπή τριών εβδομάδων, η ακροαματική διαδικασία για τη στυγερή δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή.

Ο Γρηγόρης Ξενοφώντος δήλωσε αθώος, αναφέροντας ότι δεν έχει σχέση με το φόνο του Άντη Χατζηκωστή. «Ότι είπε ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας, Φάνος Χατζηγεωργίου, είναι ψέματα», υποστήριξε ο κατηγορούμενος, προσθέτοντας ότι ο Φάνος κατηγορήθηκε από την αστυνομία ως δολοφόνος και τελικά έλαβε ασυλία, κατάφερε και έπεισε την αστυνομία ότι ο Προεστός ήταν το άτομο που τους μετέφερε από την Περιστερώνα μετά το φόνο, ενώ αυτό το άτομο, όπως είπε ο κατηγορούμενος, ήταν ο ίδιος.

«Εμένα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γρηγόρης Ξενοφώντος, «με έστειλαν στη Μολδαβία, αφού πρώτα με απείλησαν, ήμουν ο αδύναμος κρίκος και εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία να στήσουν όλη την υπόθεση εναντίον μου».

Ο Ξενοφώντος ανέφερε ότι τον πρώτο κατηγορούμενο, Ανδρέα Γρηγορίου Κασάπη γνώρισε στο μπαρ, στο οποίο εργαζόταν και τον Φάνο Χατζηγεωργίου τον γνώρισε σε άλλο μπαρ, μαζί με τον Κούλλη Κοσιάρη. Από τότε, έκανε παρέα και με τους δύο.

Τον Προεστό τον γνώρισε επίσης σε μπυραρία, αλλά δεν έκαναν παρέα, έλεγαν απλώς ένα για, πρόσθεσε.

Ερωτηθείς από την υπεράσπιση για πόσο χρονικό διάστημα διέμενε στην οδό Αγίας Ελένης στην Έγκωμη, ανέφερε ότι έμενε για λίγους μήνες και ως εκ τούτου δεν μπόρεσε να γνωρίσει καλά την περιοχή.

Αρνήθηκε κατηγορηματικά αυτό που ανέφερε στην κατάθεση του ο Φάνος Χατζηγεωργίου, ότι δηλαδή αυτός (ο Ξενοφώντος) ετοίμασε το σχέδιο δολοφονίας, υπενθυμίζοντας ότι στην κατάθεση του ο Φάνος Χατζηγεωργίου ανέφερε ότι εκείνος παρακολουθούσε μαζί με τον Κασάπη το θύμα.

«Εγώ» σημείωσε χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος, «δεν ήξερα ποιο ήταν το θύμα, δεν ήξερα τις κινήσεις του, ούτε καν το αυτοκίνητο του».

Ο κατηγορούμενος συνεχίζοντας την απολογία του, απέρριψε ως γελοίο τον ισχυρισμό του Φάνου Χατζηγεωργίου, ότι μετά την Πρωτοχρονιά του 2010 είχε συνάντηση με τον Φάνο και τον Ανδρέα Γρηγορίου, στην οποία του πρότειναν να σκοτώσει τον Άντη. «Πιστεύω ότι ο Ανδρέας είναι και αυτός αθώος, διότι ξέρω τα ψέματα που είπε ο Φάνος για μένα», ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος.

Κληθείς από τον συνήγορο υπεράσπισής του να αναφερθεί στην ημέρα της στυγερής δολοφονίας, ο τέταρτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε μια σειρά από εργασίες που έπρεπε να κάνει, όπως να γυρίσε στο όνομα του το ρεύμα του διαμερίσματος, στο οποίο μετακόμιζε, να βγάλει βάρδια στο Ιπποκράτειο όπου νοσηλευόταν ο Κασάπης και παράλληλα να συνεχίσει την μετακόμισή του.

Όταν τελείωσε τις εργασίες του με την ΑΗΚ γύρω στις 12 το μεσημέρι, συνέχισε ο κατηγορούμενος, πήγε στο Ιπποκράτειο και αντικατέστησε τον Φάνο, στη βάρδια για φύλαξη του Ανδρέα Γρηγορίου Κασάπη. Έφυγε από το Ιπποκράτειο στις 6:45 το απόγευμα,  με κατεύθυνση το παλιό του διαμέρισμα, για να παραδώσει τα κλειδιά στον ιδιοκτήτη.

Κάποια στιγμή, του τηλεφώνησε  Φάνος και του ζήτησε να περάσει από το διαμέρισμα του για να του περάσει κουρτινόξυλα.
«Όταν έφευγα από το σπίτι του Φάνου στην Ανθούπολη», είπε, «εκείνος μου ανέφερε ότι ήθελε να πάμε μέχρι τη Λευκωσία, και τον πήγα με το αυτοκίνητό μου».

Κατά τη διαδρομή, συνέχισε ο κατηγορούμενος, ο Φάνος του ανέφερε ότι είχε πολλά προβλήματα με το παιδί της συντρόφου του, Γιώτας Πεντόντζιη, ότι δεν είχε δουλειά  και άλλα.

«Φτάσαμε στα φώτα του Κύκκου», ανέφερε ο κατηγορούμενος, και ο Φάνος του υπέδειξε να στρίψει από κάποια στενά, που ο ίδιος, όπως ανέφερε, δεν θυμόταν, αλλά ήταν κοντά στην περιοχή της αμερικανικής Πρεσβείας. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι ρώτησε τον Φάνο  τι ήρθαν να δούνε και η απάντηση που έλαβε ήταν, «τίποτα, ξέχασε το».

Ακολούθως, ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, επέστρεψαν στο σπίτι του Φάνου στην Ανθούπολη. Στο δρόμο της επιστροφής, ο Φάνος του είπε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ότι θα πήγαινε με τον φίλο του τον Κώστα Προεστό σε κάποιον άνθρωπο που βρήκε ο τελευταίος, για να πουλήσει τη μοτοσικλέτα του. «Μου ζήτησε να πάω στην Περιστερώνα και να τους παραλάβω, διότι θα έπαιρνε την μοτόρα του στον Κούλλη Κοσιάρη για να σάσει τα ηλεκτρικά της. Μου είπε, μάλιστα, να πάρω το αυτοκίνητο του Προεστού για να τους μεταφέρω, διότι το δικό μου βαν θα κατσιάριζε πολύ με τρία άτομα». Όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα, συνέχισε ο Γρηγόρης Ξενοφώντος, ζήτησε από τη Γιώτα να του πετάξει ένα κράνος από το μπαλκόνι, το φόρεσε στο χέρι του και ξεκίνησαν με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Φάνος προς τον κυκλικό κόμβο της Ανθούπολης για να συναντήσουν τον Κώστα Προεστό.

Σ’ ερώτηση αν αναγνωρίζει τη μοτοσικλέτα που βρίσκεται εντός της αιθούσης του Κακουργιοδικείου ως αυτή, με την οποία μετέβησαν στον κυκλικό κόμβο Ανθούπολης, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορεί να πει αν ήταν αυτή.

«Όταν φτάσαμε στον κυκλικό κόμβο», πρόσθεσε, «συναντήσαμε τον Προεστό, ο οποίος περίμενε με το αυτοκίνητό του, σταθμεύσαμε δίπλα του και αυτός κατέβηκε κρατώντας κράνος. Μου είπε, “για σου”», πρόσθεσε ο κατηγορούμενος, «ανέβηκε στη μοτόρα και κάθησε ως συνεπιβάτης πίσω από τον Φάνο, ο οποίος μου είπε, “ξεκίνα κι εσύ με το αυτοκίνητο και φεύγουμε κι εμείς”».

Ο κατηγορούμενος συνεχίζοντας την απολογία του, ανέφερε ότι το ρολόι έδειχνε περίπου πέντε με 10 λεπτά μετά τις 8, όταν αυτός ξεκίνησε για την Περιστερώνα, και συγκεκριμένα για το χωράφι του Κοσιάρη, όπως του είχαν πει.

Επειδή δεν γνώριζε, πρόσθεσε, που ακριβώς ήταν το χωράφι, τους είχε πει ότι θα τους περίμενε στον χώρο στάθμευσης του κέντρου Διόνυσος. Αυτοί, σημείωσε, έφυγαν με τη μοτοσικλέτα, παίρνοντας το δρόμο προς το ΑΠΟΕΛ.

«Όταν εγώ έφτασα στον χώρο στάθμευσης του Κέντρου Διόνυσος, ανέμενα τον Φάνο και τον Προεστό, οι όποιοι έφτασαν λίγο μετά τις 9.  Οδηγούσε ο Φάνος και μου έγνεψε να τους ακολουθήσω. 150 μέτρα πιο κάτω φτάσαμε στο χωράφι του Κοσιάρη, ο οποίος περίμενε, και ρώτησε τον Φάνο “εγίνηκε η δουλεία, ειδοποίησεν σε ο άλλος”; Ο Φάνος απάντησε ναι». «Εγώ», ανέφερε ο κατηγορούμενος, «νόμιζα ότι μιλούσαν για τη μοτόρα».

Αμέσως μετά, πρόσθεσε ο Ξενοφώντος,  ο Κοσιάρης άρχισε να βγάζει το βαρελάκι της εξάτμισης από την μοτοσικλέτα και την μπαταρία. Την ίδια ώρα, ο Προεστός έφερε μια μαύρη τσάντα, έβγαλε από μέσα παντελόνια και φόρμες με φερμουάρ και άλλαξαν ρούχα μαζί με τον Φάνο.

«Ο Φάνος», συνέχισε ο Ξενοφώντος, «είχε μαζί του ένα κυνηγετικό όπλο κομμένο, το οποίο έβαλε μαζί με τα ρούχα που έβγαλαν, σε μια σακούλα. Ο Κοσιάρης τότε, ρώτησε τον Φάνο αν τον “επαίξασιν”, και ο Φάνος απάντησε “ναι”, προσθέτοντας ότι κάποιος του φώναξε, “είδα σε”». Ο Κοσιάρης τότε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, του είπε, είναι εντάξει δεν πειράζει και εκείνη την ώρα πετάχτηκε ο Προεστός λέγοντας ότι έχει ένα χρόνο που προσπαθεί να τον «φάει».

«Εγώ», συνέχισε ο κατηγορούμενος, «κατάλαβα τότε ότι είναι άνθρωπο που έπαιξαν». Μάλιστα, όπως ανέφερε, γύρισαν και τον κοίταξαν απειλητικά. «Φοβήθηκα και πήγα αμέσως προς το αυτοκίνητο».

«Το όπλο, τα γάντια και τα ρούχα τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο του Κοσιάρη και τα περί νεκρής ζώνης, στην οποία αναφέρθηκε ο Φάνος είναι παραμύθια, ανέφερε ο κατηγορούμενος.

Η διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου θα συνεχιστεί την Τρίτη στις 9 το πρωί με την συνέχιση της απολογίας του τέταρτου κατηγορούμενου, Γρηγόρη Ξενοφώντος.