Τόσο η οικονομική και κατά συνέπειαν ανθρωπιστική κρίση, όσο και ο πόλεμος με πραγματικά όπλα (σύρραξη), φαίνεται ότι προκαλούν στον άνθρωπο και στις κοινωνίες, παρόμοιες επιπτώσεις από άποψη ψυχολογίας και τραύματος. Η Κύπρος βιώνει σήμερα τις συνέπειες της εισβολής, αλλά και της οικονομικής κρίσης, γεγονότα που ανέτρεψαν με βίαιο τρόπο τα ισχύοντα δεδομένα, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
 
Η ξαφνική- βίαιη αλλαγή και ρήξη, που προκύπτει και στις δύο περιπτώσεις, διαρρηγνύει τη συνεκτικότητα και συνέχεια της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, διαρρηγνύοντας παράλληλα την ταυτότητα του ατόμου, προκαλώντας, μεταξύ άλλων, «μούδιασμα», πόνο, ανημποριά και τραύμα. Οι  άνθρωποι και οι κοινωνίες αναπτύσσουν αμυντικούς  μηχανισμούς, με στόχο την αντιμετώπιση των κρίσεων.
 
Η Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ψυχολογικών Εφαρμογών και Επικοινωνιακού Σχεδιασμού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ και επισκέπτρια καθηγήτρια στο Μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Frederick στις Επιστήμες της Επικοινωνίας (Δημοσιογραφία και ΜΜΕ σε περίοδο κρίσεων), Δρ. Μπετίνα Ντάβου, κωδικοποιεί σε συνέντευξη  της  στο Sigmalive, τη ψυχολογική διάσταση του δράματος.
 
Αυτούσια  η συνέντευξη:
 

Μπετίνα Ντάβου, Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ψυχολογικών Εφαρμογών και Επικοινωνιακού Σχεδιασμού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.                                       

Οικονομική κρίση

Στην Κύπρο βιώνουμε μια ανθρωπιστική κρίση;
 
Θεωρώ ότι όπου υπάρχει οικονομική κρίση υπάρχει και ανθρωπιστική κρίση. Η οικονομική κρίση αλλάζει την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων σε πάρα πολλά επίπεδα και προκαλεί πόνο εξ αιτίας της απώλειας υλικού και συμβολικού κεφαλαίου. Οπότε, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι όπου ανιχνεύεται και τεκμηριώνεται οικονομική κρίση, όπως έχει τεκμηριωθεί η οικονομική κρίση στην Κύπρο αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει αναγκαστικά και η ανθρωπιστική της πτυχή.
 
Πώς προσδιορίζεται η ανθρωπιστική πτυχή; 
 
Ανθρωπιστική πτυχή σημαίνει, όπως είπαμε, την απώλεια συμβολικού και υλικού κεφαλαίου, συνδέεται δηλαδή με την ανεργία, τη φτώχεια, ζητήματα υγείας που δεν πλαισιώνονται πλέον κατάλληλα από το κράτος, απουσία πόρων για την παιδεία και την εκπαίδευση -που είναι η βάση για το συμβολικό κεφάλαιο. Ορισμένα παιδιά, για παράδειγμα, αναγκάζονται να αφήσουν το σχολείο για να εργαστούν και να βοηθήσουν την οικογένεια. Υπάρχει μια συνολικότερη υποβάθμιση όλων των πτυχών της ανθρώπινης ύπαρξης.
 
Τι θα λέγατε ότι προκαλεί η οικονομική κρίση και κατ΄ επέκταση η ανθρωπιστική στους πολίτες; 
 
Η οικονομική κρίση δημιουργεί ανθρωπιστική κρίση. Αν και στη βιβλιογραφία η τάση είναι να συνδέεται η ανθρωπιστική κρίση με φυσικές καταστροφές, τοπικές συρράξεις και πολέμους, γιατί η  κυρίαρχη ιδεολογία αποσιωπά την οικονομική κρίση ως αιτία ανθρωπιστικής κρίσης. 
 
Ένα παράδειγμα; 
 
Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα ήταν να αλλάξει τους όρους της συνομιλίας και να αναδείξει ότι η κρίση αυτή είναι ανθρωπιστική και όχι απλά οικονομική, έστω και στα λόγια. Είχαμε ελάχιστες αναφορές στην ανθρωπιστική πτυχή προηγουμένως. Κι όταν λέω αναφορές εννοώ στον λόγο των πολιτικών και στον λόγο των ΜΜΕ. Μιλούσαν όλοι για οικονομικούς δείκτες, οικονομικά επακόλουθα κλ.π. ως εάν η κρίση να μην είχε πλήξει ανθρώπους.  Η νέα ελληνική κυβέρνηση έκανε ακριβώς το ανάποδο. Μιλά κυρίως για ανθρωπιστική κρίση, αναφερόμενη βεβαίως στην αιτία της που είναι η οικονομική.
 
Επανέφερε στο επίκεντρο τον παράγοντα άνθρωπο; 
 
Τουλάχιστον στον λόγο προσπαθεί. Διότι για να επαναφέρεις τον άνθρωπο στο προσκήνιο πρέπει να πάρεις και μέτρα και πρακτικές που θα τον ανακουφίσουν. Για την ώρα δεν έχει προλάβει να κάνει πολλά, αλλά τουλάχιστον τώρα συζητάμε για αυτό. Πριν δεν το κάναμε.
 
Τι προκαλεί αυτή η κατάσταση, η κρίση στον άνθρωπο;
 
Η κρίση, οποιαδήποτε κρίση, δεν εκδηλώνεται εν κενώ. Εκδηλώνεται μέσα σε ένα προϋπάρχον ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και ψυχολογικό πλαίσιο. Οπότε, ό,τι προκάλεσε η κρίση στην Ελλάδα ήλθε και «έδεσε» σε ένα περιβάλλον που προϋπήρχε. Το περιβάλλον που προϋπήρχε στην Ελλάδα ήταν ένα «κακό» περιβάλλον, με την έννοια ότι οι πολίτες ένοιωθαν πολιτικά ανεπαρκείς. Ένοιωθαν ότι δεν μπορούν  να επηρεάσουν τις πολιτικές συνθήκες. Αυτό δείχνουν οι έρευνες. Σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης, οι Έλληνες ήδη πριν την κρίση ένιωθαν απαισιόδοξοι και δεν είχαν εμπιστοσύνη στην πολιτική και τους θεσμούς. Δηλαδή, οι Έλληνες ήταν ήδη κάπως παροπλισμένοι  όταν ξέσπασε η κρίση. Μπορεί να υπήρχε ευμάρεια στην καθημερινή ζωή και να γινόντουσαν σπατάλες, αλλά στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης και της πολιτικής δράσης και επάρκειας ήταν παροπλισμένοι. 
 
Ήταν αποδομημένη η πολιτική τάξη στις συνειδήσεις;
 
Ναι. Οπότε ερχόμενη η κρίση και υποβιβάζοντας σταδιακά τους πολίτες σε ατομικό, υλικό και συμβολικό κεφάλαιο, τους απέλπισε περισσότερο. Τους έκανε να αισθάνονται ότι δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα που μπορούν να κάνουν γι’ αυτό. Στο μεταξύ, υπήρχε και ο κυρίαρχος λόγος ότι υπάρχει και σε παγκόσμιο επίπεδο μια κρίσιμη οικονομικά κατάσταση, οπότε «τι μπορώ να κάνω εγώ ο Έλληνας, ο οποίος νοιώθω πάρα πολύ μικρός και πολιτικά ανεπαρκής μέσα στην ίδια μου τη χώρα, για κάτι το οποίο έχει μια παγκόσμια διάσταση»; Η κατάσταση αυτή έκανε τους ανθρώπους ακόμα πιο αδρανείς, με μια μορφή αδράνειας που δεν εδράζεται στην αδιαφορία, όσο στην ανημποριά. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τα πράγματα είναι χάλια, είναι χάλια παντού. Τι μπορώ να κάνω εγώ;». Νομίζω ότι ένας αντίκτυπος της κρίσης ήταν αυτός. Κάποιοι άνθρωποι, αυτοί που επλήγησαν πρώτοι, αυτοί που έχασαν τη δουλειά τους, σε προσωπικό επίπεδο τη βίωσαν σαν τραύμα. 
 
Αναλυτικότερα;
 
Αποδομήθηκε η ύπαρξη τους, διαρρήχθηκε η συνεκτικότητα και συνέχεια της καθημερινής τους ζωής. Για παράδειγμα, ένας άντρας, οικογενειάρχης 40-45 ετών, που συντηρεί αυτός μόνο οικονομικά  την οικογένειά του, σε μια κρίσιμη ηλικία, ξαφνικά απολύεται. Ξέρει ότι σε αυτή την ηλικία είναι δύσκολο να βρει άλλη δουλειά, ειδικά εν καιρώ κρίσης. Μέχρι όμως να απολυθεί, η ίδια του η ταυτότητα βασιζόταν σε αυτό που ήταν. «Είμαι αυτός που φέρνει τα χρήματα στην οικογένεια, είμαι αυτός που προστατεύει την οικογένεια». Όταν όμως μείνει άνεργος, δεν ξέρει πια ποιος είναι. Διερωτάται αν είναι ένας «άχρηστος», αφού δεν μπορεί να στηρίξει την οικογένεια του, αφού δεν πρόβλεψε. Αυτό είναι ένα τραυματικό βίωμα που διαρρηγνύει όλη την αίσθηση της ταυτότητας και της καθημερινότητας. Όλα αυτά σε κάνουν να μην μπορείς να σκεφτείς μεθοδικά για να βρεις μια κάποια λύση, γιατί ο τρόπος που σκεφτόσουν μέχρι τώρα αποδείχθηκε και αυτός ανεπαρκής, οπότε παγώνεις.
 
Πολλοί άνθρωποι, σύμφωνα με τις έρευνες, στην αρχή σκέφτηκαν ότι δεν θα τους αγγίξει η κρίση. Αυτό για μερικούς μπορεί να εμπεριείχε μια δόση αλήθειας. Για άλλους όμως ήταν ένας τρόπος να μην αναστατωθούν και να συνεχίσουν να ζουν κανονικά, επιστρατεύοντας ψυχικούς αμυντικούς μηχανισμούς. Υποτίμησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης για να την αντέξουν, αλλά όσο η κρίση βάθαινε, τόσο λιγότερο επαρκείς ήταν οι ψυχολογικές άμυνες, τις οποίες επιστρατεύαμε για να πούμε ότι «εμένα δε θα με αγγίξει η κρίση». 
 
Και τι ακολουθεί; Κατάθλιψη; Αυτοκτονίες; ...
 
Αυτά συμβαίνουν όταν καταρρεύσουν εντελώς οι ψυχολογικές άμυνες. Διότι όσο οι άμυνες είναι ενεργές, ο άνθρωπος παραποιεί κάπως την πραγματικότητα για να την αντέξει και συνεχίζει να ζει. Αυτοκτονείς, όταν πια αυτές οι άμυνες αποδεικνύονται ανεπαρκείς και δεν βλέπεις μπροστά σου άλλες λύσεις. Όταν αποτυγχάνει η προσπάθεια σου να παραποιείς την πραγματικότητα για να την κάνεις πιο υποφερτή και αυτό που βλέπεις σε κάνει να νιώθεις εντελώς ανήμπορος να τα βγάλεις πέρα με τη ζωή. 
 
Από την άλλη, η κατάρρευση των αμυνών δεν μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας αφήγησης που θα βοηθήσει τον άνθρωπο να κάνει μια νέα αρχή;
 
Αν ο άνθρωπος είναι ανθεκτικός ή αν ένας ολόκληρος λαός είναι ανθεκτικός, τότε η κατάρρευση των αμυνών μπορεί να είναι μια καλή ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του, την κατάσταση και τον ίδιο τον κόσμο με νέους όρους και να προχωρήσει. Να σκεφτεί για όσα συνέβησαν, να προσπαθήσει να καταλάβει και να αναζητήσει νέες προοπτικές.  Να επαναπροσδιορίσει, δηλαδή, τη ζωή του με αφορμή το συμβάν. 
 
Βέβαια, να μην παρεξηγηθώ ότι υποστηρίζω το «σλόγκαν» που έπαιξε πολύ στην αρχή της κρίσης «να κάνουμε την κρίση ευκαιρία», που είναι κάπως ύποπτο και παραπλανητικό. Δηλαδή, εντάξει, σου στέρησα το αυτοκίνητο, θα σου στερήσω και το ποδήλατο, δεν θα έχεις και να φας, αλλά τι πειράζει; Να μια ωραία ευκαιρία να σκάψεις με τα νύχια σου το χώμα και να φυτέψεις σπόρια! Δεν εννοώ αυτό. Ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν την κρίση ευκαιρία, διότι τους κτύπησε πολύ δυνατά ή γιατί η ζωή τους έχει υπάρξει τόσο δύσκολη ήδη πριν την κρίση και άρα δεν έχουν ανθεκτικότητα και ούτε και τους πόρους για να κάνουν την κρίση ευκαιρία. 
 
Αν όμως έχεις ανθεκτικότητα και κάποιους πόρους, εννοώ και ανθρώπινους πόρους, δηλαδή ένα κάπως υποστηρικτικό πλαίσιο ανθρώπων, αυτό που μπορείς να προσπαθήσεις είναι να κάτσεις να σκεφτείς τη ζωή σου, με αφορμή το συμβάν και να την επαναπροσδιορίσεις. Κι όταν λέω τη ζωή σου εννοώ όλα, ακόμα και την ιδεολογία σου.
 
Ποια τα γνωρίσματα της ανθεκτικότητας; 
 
Η ψυχική ανθεκτικότητα, όπως την εννοούν οι ψυχολόγοι, μπορεί να χαρακτηρίζει είτε έναν άνθρωπο είτε μια ολόκληρη κοινότητα ή κοινωνία ανθρώπων. Ο άνθρωπος ή η κοινωνία έχει μια στοιχειώδη αντοχή, μια πλαστικότητα, δεν είναι ήδη πολλαπλά τραυματισμένος ή εάν είναι, έχει καταφέρει να ανακάμψει, δηλαδή έχει στο ιστορικό του την εμπειρία της επούλωσης και της αποκατάστασης προηγούμενων τραυματικών συμβάντων. Και έχει κοινωνικό ιστό. Δηλαδή μια πλαισίωση, την οποία αισθάνεται ότι τον υποστηρίζει. Η πλαισίωση αυτή μπορεί να έρχεται από την οικογένεια, από μια συλλογικότητα, ένα κόμμα, τη γειτονιά, ή ακόμη και από τον επαγγελματικό του χώρο. Ώστε να αισθάνεται αρκετά ασφαλής πως δεν θα καταρρεύσει από τη δυσφορία και τον πόνο. Να μπορέσει να βιώσει τα συναισθήματα που του γέννησε η κρίση χωρίς να παραποιεί την αλήθεια με ψυχικές άμυνες για να την αντέξει. Να στοχαστεί επί της περιπέτειάς του και να αξιοποιήσει ό,τι έζησε ώστε να μπορέσει κάπως να επουλώσει τις πληγές και να προχωρήσει.
 
Είναι κοινωνίες με ανθεκτικότητα η ελληνική και η κυπριακή;
 
Πιστεύω πως ναι, διότι η ίδια η ιστορία τις έχει κάνει ανθεκτικές μέσα από απανωτές κρίσεις, πολέμους, κοινωνικές καταστάσεις μέσα από τις οποίες κατάφερναν τελικά να επιβιώσουν. Αυτό που δείχνουν οι έρευνες είναι ότι οι κοινωνίες που έχουν βιώσει μια σειρά από γεγονότα και κατόρθωσαν να ανακάμψουν, είναι εντέλει λιγότερο ευάλωτες κι έχουν πολύ μεγαλύτερη αντοχή από κοινωνίες που ήταν πολύ πιο σταθερές, όταν ξεσπάει μια κρίση. Πιστεύω στην ελληνική και στην κυπριακή κοινωνία. Έχουν την ανθεκτικότητα να αντέξουν και να αξιοποιόσουν την κρίση με κάποιο τρόπο, με απώλειες όμως σε ατομικό επίπεδο, απώλειες ανθρώπων που δεν άντεξαν. 
 
Είπατε ότι η ανθεκτικότητα, είτε η ατομική είτε η κοινωνική, αφορά και σε «ιστορικά» τραύματα. Με τόσα ιστορικά τραύματα που έχει τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος, δεν υπάρχει ο κίνδυνος να λυγίσουν και να καταρρεύσουν; 
 
Θα μπορούσε να γίνει αυτό αν δεν είχαμε ενδείξεις από συμβάντα του παρελθόντος που ήταν τραυματικά, όπως στην Ελλάδα ο εμφύλιος και η χούντα κι ακόμη πιο πριν, οικονομικές καταστροφές, ότι κάπως τα επεξεργαστήκαμε και κάπως προχωρήσαμε σαν κοινωνία. Δεν πιστεύω ότι δεν έχουμε προχωρήσει σαν κοινωνία. Δεν πιστεύω αυτό τον λόγο που υποστηρίζει ότι εμείς οι Έλληνες δεν θα τα βγάλουμε πέρα, είμαστε άξιοι της τύχης μας, δεν θα τα καταφέρουμε. Δεν το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι είναι ακόμα ένας ηγεμονικός λόγος που μας κάνει να αισθανόμαστε ακόμα πιο ανεπαρκείς και ακόμα πιο ενοχικοί και έτοιμοι για ξένες παρεμβάσεις. Εγώ πιστεύω στους Έλληνες.
 
Μπορεί να γίνεται στοχευμένα ή είναι συνομωσιολογία;
 
Είναι λίγο συνομωσιολογία, αλλά νομίζω ότι ο φιλελεύθερος λόγος έχει και μια στόχευση, του τύπου «αφού εμείς δεν μπορούμε, χρειαζόμαστε ξένο διευθυντήριο». Δεν μπορώ αυτό να το πω συνομωσία. Είναι το δικό τους τεκμήριο, η δική τους ιδεολογία. Μπορεί και να το πιστεύουν ή να εκπαιδεύτηκαν να το πιστεύουν. Πολλές από τις επιπτώσεις που έχει η οικονομική και ανθρωπιστική κρίση είναι κοινές με τις επιπτώσεις που έχει ένα πραγματικός πόλεμος, σε θέμα ψυχολογίας, τραύματος.
 
Άρα αυτό μπορεί να αποτελεί μια απόδειξη ότι η οικονομική κρίση με τα συνεπακόλουθα της μπορεί να χαρακτηριστεί και ως πόλεμος;
 
Είναι πόλεμος με άλλα όπλα, με όπλο το χρήμα. Δεν είναι πόλεμος που σκοτώνει βιολογικά άμεσα, αλλά σκοτώνει ψυχολογικά και εμμέσως βιολογικά. Διότι αν αυτοκτονήσεις, σε έχει σκοτώσει πρώτα ψυχολογικά και μετά βιολογικά. Αν υποταχθείς, σε έχει σκοτώσει ψυχολογικά.
 
Μπορεί κάπως να κωδικοποιηθεί από άποψη ηθικής αυτός ο πόλεμος, να κριθεί ανήθικη αυτή η πρακτική και να έχει και τις ανάλογες επιπτώσεις στους ασκούντες αυτή την πολιτική;
 
Νομίζω είναι και θέμα ηθικής. Πραγματικά θα θεωρούσα κάποιους εγκληματίες πολέμου σε ό,τι αφορά την οικονομική κρίση. Είμαστε όμως πολύ μακριά από το να αναδειχθεί αυτή η διάσταση. Καταστρέφονται ζωές και καταστρέφονται με ένα πολύ έμμεσο, πολύ χειραγωγικό, ύπουλο και ανήθικο τρόπο. 
 
Αναφερθήκατε προηγουμένως στην εκπαίδευση. Ποιες οι συνέπειες για μια κοινωνία, της οποίας τα μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να μορφώνονται;
 
Υπάρχουν ξένες έρευνες για προηγούμενες οικονομικές κρίσεις σε άλλες χώρες, που έδειξαν πόσο μειώνεται το ποσοστό φοίτησης ή πόσο αυξάνεται το ποσοστό των εφήβων που εγκαταλείπουν το σχολείο σε καιρούς κρίσης. Και έχουμε στοιχεία για να τεκμηριώσουμε ότι οι λιγότερο μορφωμένοι άνθρωποι είναι ευκολότερα χειραγωγήσιμοι. Δεν πρέπει να ταυτίζουμε όμως τη μόρφωση και τις σπουδές με την επαγγελματική αποκατάσταση. Μπορείς να έχεις ένα μορφωμένο αγρότη. Επειδή αποφάσισε να ασχοληθεί με τη γη, δεν θα πρέπει να μορφώνεται ή να διαβάζει λογοτεχνία;
 
Η ανθρωπότητα συμπεριφέρεται υποκριτικά όταν πρόκειται για όρους όπως «ανθρωπιά» ή «πάνω από όλα ο άνθρωπος», διότι αν ήταν πάνω από όλα ο άνθρωπος δεν θα αυτοκτονούσε κάποιος για οικονομικούς λόγους…
 
Πάντα υπάρχουν επιτήδειοι, οι οποίοι πατάνε πάνω στους άλλους για να επικρατήσουν και μάλλον είναι ουτοπικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να εξαλείψουμε το «κακό» από την ανθρωπότητα με κάποιο τρόπο. Νομίζω ότι οι «δυνάμεις του κακού» φαίνονται πιο ισχυρές από τις «δυνάμεις του καλού», γιατί ακούγονται περισσότερο επειδή φωνάζουν. Μπορεί να είναι λιγότεροι, αλλά είναι πιο δυνατοί, έχουν την εξουσία και το χρήμα.
 
Και φθάνουμε σε ένα σημείο όπου τόσο ο άνθρωπος όσο και η κοινωνία αισθάνεται ανημποριά. Τι γίνεται; 
 
Στην ανημποριά υπάρχει άλλο ένα χαρακτηριστικό: Ακόμα κι αν η δράση είναι εφικτή, πάλι δεν δρας. Όταν μια ολόκληρη κοινωνία οδηγείται σε κατάσταση ανημποριάς, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Παρόλα αυτά, πάντα υπάρχουν ατομικές διαβαθμίσεις ανημποριάς, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν νοιώθουν τόσο ανήμποροι και  μπορεί να φτιάξουν μια κρίσιμη μάζα που θα δώσει  μια σπίθα και θα δείξει στους άλλους ότι η δράση μπορεί να φέρει έστω και ένα πολύ μικρό αποτέλεσμα και θα τους παρασύρει. Είναι λάθος όταν μιλάμε για δράση να έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας μια εντυπωσιακή δράση. Μπορείς να είσαι ενεργός πολίτης και η δράση μπορεί να ξεκινήσει από τη γειτονιά σου και να συμπαρασύρει περισσότερους. 
 
Παράδειγμα;
 
Στα Εξάρχεια, στο ξεκίνημα της κρίσης το 2009, αλλά και αρκετά χρόνια πιο πριν. Πολλοί αρχιτέκτονες πιστεύουν ότι υποβαθμιζόταν σκόπιμα η περιοχή, για να ξανακτιστεί από μεγάλες οικοδομικές εταιρείες και να πουληθεί ακριβότερα. Αυτό έχει συμβεί σε διάφορες περιοχές σε πολλές χώρες του κόσμου. Τότε, μια ομάδα κατοίκων κατέλαβε ένα οικόπεδο, το οποίο έως τότε λειτουργούσε σαν παρκινγκ και ανήκε σε κάποιο δημόσιο οργανισμό που ετοιμαζόταν να το πουλήσει για να κτιστεί ένα τεράστιο κτήριο σε μια περιοχή όπου το πράσινο πλέον ήταν σχεδόν ανύπαρκτο,  και με πολύ αγώνα και με πολύ κόπο έφτιαξαν ένα πάρκο. Λίγοι πίστεψαν ότι αυτή η προσπάθεια θα ευδοκιμήσει. Όμως το παλέψανε και πετύχανε. Το λεγόμενο πάρκο Ναυαρίνου. Κατάφεραν να διατηρήσουν στην περιοχή ένα πνεύμονα πρασίνου και κοινοτικής συνύπαρξης. Αυτό είναι ένα πρότυπο και μια απόδειξη ότι δεν είμαστε ανήμποροι.  Ευτυχώς, σπανίως στα άτομα που συνθέτουν αυτή την κοινωνία, η ανημποριά είναι ίσης έντασης. Υπάρχουν κάποιοι πιο ανθεκτικοί, που κάνουν μια κίνηση και μπορούν να συμπαρασύρουν ολόκληρη την κοινωνία, στο μικρο-επίπεδο της καθημερινής ζωής πρώτα.
 
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η δράση κατακρίνεται από τον ηγεμονικό λόγο. Ακόμα και οι απεργίες… 
 
Μα η δράση ανατρέπει την τάξη! Και ο ηγεμονικός λόγος ενδιαφέρεται για την δική του τάξη, που βασίζεται στους οικονομικούς δείκτες και όχι στον άνθρωπο. Τι θα έλεγε; Θα κατέκρινε. Βλέπει το συμφέρον του. Επίσης, όλο αυτό γίνεται και μέσα σε ένα πλαίσιο αβεβαιότητας, θα βγούμε δε θα βγούμε από το ευρώ, που επίσης αναστέλλει τη δράση, διότι δεν είσαι σίγουρος αν είναι για το καλό της χώρας σου το να κάνεις απεργίες. Αν μπορείς να επιλέξεις δράση, πώς μπορείς να αξιολογήσεις τα κόστη και τα οφέλη μέσα σε μια κοινωνία όπου έχει καλλιεργηθεί μια ατμόσφαιρα αδιεξόδου; Είσαι «μονά-ζυγά χαμένος», που είναι άλλος ένας λόγος για να παραμένεις αδρανής. Σε ένα ευρύτερο πεδίο αξιών πολιτισμού, μερικές φορές μια άλλη άμυνα για να αντέξεις, όταν καταλάβεις ότι είναι τραγικά τα πράγματα, είναι να κλείσεις τα αυτιά σου σε ό,τι συμβαίνει και είτε να προσπαθείς να είσαι καλά στο παρόν με ένα πολύ κυνικό τρόπο του τύπου «ό,τι φάμε, ό,τι πούμε κι ό,τι αρπάξουμε» ή να γίνεις πάρα πολύ πραγματιστής και ατομιστής και να αγωνίζεσαι μόνο για τον εαυτό σου, που ίσως είναι και ένας λόγος για τον οποίο μεταναστεύουν μαζικά οι νέοι, ή να περιμένεις κάποιον άλλο «σπουδαίο» και πιο «δυνατό» να σε σώσει, οπότε είσαι έτοιμος για ένα «εξωτερικό στρατηγείο», το οποίο θα έλθει να αναλάβει τη χώρα σου. Πολλοί υποδέχτηκαν τη χούντα στην Ελλάδα με αυτό τον τρόπο.
 
Εισβολή
 
Η κρίση είναι μια ξαφνική ρήξη της συνέχειας της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, που προκαλεί πόνο, τους κάνει ανήμπορους, σχεδόν τους τραυματίζει. Άρα η κρίση έχει και μια χροιά τραύματος. Και είπατε πριν ότι κοινωνίες όπως η ελληνική και η κυπριακή έχουν ζήσει διάφορα συμβάντα από τα οποία έχουν καταφέρει να ανακάμψουν, άρα είναι και πιο ανθεκτικές. Πιστεύετε ότι η Κύπρος έχει ανακάμψει από το συμβάν του 1974;  
 
Με όρους ψυχολογικούς έχω πραγματικά αναρωτηθεί αν στην Κύπρο οι άνθρωποι έχουν σε ατομικό επίπεδο επεξεργαστεί το τραύμα του 1974. Συζητώντας με Κυπρίους έχω την αίσθηση ότι πάρα πολλά από τα σημάδια του 1974 είναι μπροστά στα μάτια τους και δεν τα βλέπουν. Σημάδια, όμως, που είναι εκεί. Όπως το σπίτι του παππού στα κατεχόμενα που το βλέπεις απρόσιτο κι ερειπωμένο πίσω από την πράσινη γραμμή, αλλά είναι η ίδια η ιστορία σου, η ιστορία της οικογένειάς σου που ξεριζώθηκε. Αυτό κανονικά θα έπρεπε να δημιουργεί ένα πολύ συνταρακτικό συναίσθημα στον άνθρωπο. Βλέπεις τη σημαία του ψευδοκράτους στον Πενταδάκτυλο και απλά την αγνοείς. Αυτό, εμένα με παραπέμπει ως ψυχολόγο στην κινητοποίηση αμυντικών μηχανισμών για να μην σε κατακλύζει το συναίσθημα όταν τραυματίζεσαι,  όπως π.χ η άρνηση ή η απάρνηση: θολώνεις την πραγματικότητα για να μην τη βλέπεις, γιατί αν τη δεις είναι αφόρητη. Υπάρχει ένα τραύμα απέναντι στο οποίο οι άνθρωποι φαίνονται ακόμα μουδιασμένοι.
 
Είπατε ότι αγνοούν τη σημαία του ψευδοκράτους. Όμως υπάρχει ο αποτροπιασμός για το έγκλημα που συντελέστηκε το 1974.
 
Αυτό ίσως είναι μια ένδειξη ότι το τραύμα βρίσκεται υπό επεξεργασία. Αλλά σε επίπεδο καθημερινής ζωής το κοιτάς και δεν το βλέπεις. 
 
Έχω ακούσει μια ιστορία, αναφορικά με τη μητέρα ενός αγνοούμενου, η οποία αγόρασε σπίτι στον αγνοούμενο της μήπως γυρίσει και δεν βρει σπίτι.
 
Αυτές είναι ενδείξεις ψυχικών αμυντικών μηχανισμών για να αντέξουμε μια πληγή, επιφανειακά κλειστή που από κάτω κακοφορμίζει . Δεν έχει ανοίξει να καθαριστεί, για ν’ αρχίσει να επουλώνεται. Για να αλλάξει αυτό, πρέπει να ανοίξει η πληγή, να στηριχτεί κάποιος για να αντέξει τον πόνο, να αποδεχτεί ό,τι έχει συμβεί και να προχωρήσει. 
 
Είναι και θέμα συλλογικής συνείδησης;
 
Πάντα το τραύμα διαρρηγνύει και την ταυτότητα. Ξαφνικά ξεριζώθηκα και δεν ξέρω ποιος είμαι. Μοιάζει με αυτό που λέγαμε προηγουμένως με τον απολυμένο, θύμα της οικονομικής κρίσης. Όταν αποσταθεροποιείται η ατομική ταυτότητα πώς να ενταχθείς σε μια συλλογική; Πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η κατάσταση. Να μιλήσουν οι άνθρωποι για ό,τι τους συνέβη το 1974, να καταλάβουν τι έχει συμβεί. Σε επίπεδο προσωπικής ιστορίας, με λόγο που πηγάζει από μέσα τους, όχι με όρους πολιτικής ή διπλωματίας ή κομματικής ιδεολογίας, δηλαδή με θεωρίες για τις αιτίες ή τις λύσεις του Κυπριακού. Όπως έλεγε κι ο Γκαελάνο, οι ιστορίες των απλών ανθρώπων φτιάχνουν την Ιστορία. Για να μιλήσω πάει να πει ότι αντέχω τα συναισθήματα που μου γεννιούνται καθώς μιλάω και δεν θα με εξοντώσουν.
Πρέπει οι άνθρωποι να αρχίσουν να μιλούν για ό,τι συνέβη στις ζωές τους, να καταλαβαίνουν και να κτίσουν κοινά νοήματα.
 
Μετά το 1974 δημιουργήθηκαν δύο διαφορετικές αφηγήσεις, δύο ξεχωριστές «αλήθειες»… 
 
Σταδιακά οι δύο κοινότητες μπορούν να γίνουν πιο έτοιμες να συνομιλήσουν και να χτίσουν μια κοινή αφήγηση μέσα από τη βιωμένη καθημερινή τους συνύπαρξη και εμπειρία. Χρειάζεται χρόνος και ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης, χωρίς απειλές και διαμάχες. Καταρχήν άνοιξαν τα οδοφράγματα πριν πολύ λίγα χρόνια και κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν ακόμη να περάσουν στα κατεχόμενα. Άρα δεν αντέχουν να δουν τι  έχει συμβεί. Και αν δεν αντέχουν να δουν,  πώς θα μπορέσουν να το αντιμετωπίσουν; Πώς μπορούν να σπάσουν αυτές οι διαφορετικές «αλήθειες»; Χρειάζεται να μπορείς να αντέξεις,  και για να τα αντέξεις δεν πρέπει να νεκρώνεις τα συναισθήματα για να μην νοιώσεις τίποτα. Χρειάζεται χρόνος.