Το θέμα της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς στο κατεχόμενο μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία έθεσε ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος Πρέσβης Νίκος Αιμιλίου σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση τη Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012, στη διάρκεια εξέτασης της έκθεσης της ΟΥΝΕΣΚΟ για την επιστροφή ή αποκατάσταση της  πολιτιστικής κληρονομιάς στις χώρες προέλευσης της, η οποία υποβάλλεται στη Γενική Συνέλευση κάθε τρία χρόνια ενώ ψήφισμα το οποίο καλεί για την επιστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις χώρες προέλευσης της υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση ομόφωνα. Το ψήφισμα κατέθεσε η Ελλάδα και συγκηδεμονεύθηκε από αριθμό κρατών μελών μεταξύ των οποίων και η Κύπρος.

Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος  στην ομιλία του τόνισε ότι η Κύπρος  αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο θέμα αυτό  καθώς επίσης στις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών, και  της ΟΥΝΕΣΚΟ για επιστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις χώρες προέλευσης της  και υπογράμμισε ότι  ως συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης  του 1954 για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, η Κύπρος  παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις προσπάθειες που καταβάλλονται για  την αντιμετώπιση της παράνομης πώλησης πολιτιστικών αντικειμένων στο Διαδίκτυο και  αναγνωρίζει την ανάγκη τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα διεθνή νομοθετικά μέτρα στον τομέα αυτό.

Η καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών, τόνισε,  είναι ένα έργο που απαιτεί επιμονή και πολύπλευρες προσπάθειες συνεργασίας και σημείωσε ως πολύ σημαντική την προσπάθεια προώθησης διεθνούς τεκμηρίωσης μέσω καταγραφής των δεδομένων των πολιτιστικών αγαθών προκειμένου να βοηθήσουν στον εντοπισμό τους. Για να σταματήσει η παράνομη διακίνηση –τόνισε- θα πρέπει επίσης τα κράτη να διασφαλίζουν ότι οι τελωνειακοί υπάλληλοι που ελέγχουν στα  σύνορα  είναι άρτια εκπαιδευμένοι στην εφαρμογή των κανόνων της σύμβασης της UNESCO  του  1970, και ότι αναφέρουν κάθε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερομένου κράτους.

Αναφερόμενος στη περίπτωση της Κύπρου επισήμανε την πάνω από 9000 χρόνια, τεράστια πολιτιστική της κληρονομιά και την υποχρέωση  που έχει η χώρα για την προστασία της ώστε αυτή να κληροδοτηθεί  στις επόμενες γενιές.  Πολλά από τα ευρήματα αυτής της πλούσιας πολιτιστικής ιστορίας-τόνισε-προβάλλονται σε μουσεία σε όλο τον κόσμο. Δυστυχώς όμως-υπογράμμισε-πολλοί πολιτιστικοί θησαυροί  έχουν γίνει αντικείμενο  παράνομης διακίνησης, ιδιαίτερα από το έδαφος του νησιού που βρίσκεται υπό κατοχή από το 1974. Η καταστροφή στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου-είπε- είναι συστηματική και εκτενής και εκκλησίες, ξωκλήσια, μοναστήρια, νεκροταφεία, βιβλιοθήκες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της θρησκευτικής  και πολιτιστικής κληρονομιάς καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν.

Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος –υπογράμμισε –ότι το παράνομο εμπόριο  που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου καταδεικνύεται μέσα  από μια σειρά υποθέσεων που εκδικάστηκαν σε  δικαστήρια σε όλο τον κόσμο  με ενάγοντα την  Εκκλησία της Κύπρου, η οποία είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης πολλών από αυτών των αντικειμένων και αναφέρθηκε στην υπόθεση των ψηφιδωτών της Παναγίας της Κανακαρίας και στην ιστορική απόφαση του Πολιτειακού Δικαστηρίου της Ινδιανάπολης του 1989 καθώς επίσης και στην απόφαση του Δικαστηρίου του Μονάχου του 2010.

Αναμένουμε –κατάληξε- από τη διεθνή κοινότητα να εκφράσει την αλληλεγγύη και υποστήριξη της στην προσπάθεια μας για προστασία ενός ανεκτίμητου μέρους της πολιτιστικής κληρονομιάς μας ενώ εξέφρασε την σθεναρή αποφασιστικότητα της Κυπριακής Κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει όλα τα απαραίτητα νομικά και πολιτικά μέσα για τον επαναπατρισμό όλων των παράνομα αποκτηθέντων πολιτιστικών θησαυρών μας.