Τροποποιήθηκε σήμερα το απόγευμα ομόφωνα από την Ολομέλεια της Βουλής η ισχύουσα νομοθεσία περί αναγνώρισης διπλωμάτων ή τίτλων αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του εξωτερικού, έτσι ώστε να διαγραφεί η πρόνοια, με βάση την οποία συγκεκριμένοι τίτλοι σπουδών, οι οποίοι είναι όμοιοι με τίτλους που αναγνωρίστηκαν ήδη από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) και την Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕEΫ), πρέπει για σκοπούς αναγνώρισής τους να είχαν αποκτηθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2006.

Σύμφωνα με τον εισηγητή της σχετικής πρότασης νόμου, Ευθύμιο Δίπλαρο (Βουλευτή του ΔΗΣΥ), η τροποποίηση αυτή θα συμβάλει στην άρση της αδικίας, την οποία έχει υποστεί ένας περιορισμένος αριθμός εκπαιδευτικών, οι οποίοι για σοβαρούς λόγους, κυρίως υγείας, δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρώσουν εγκαίρως τις σπουδές τους για την απόκτηση συγκεκριμένου τίτλου σπουδών.

Ο νέος νόμος αλλάζει την περί αναγνώρισης διπλωμάτων ή τίτλων αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του Εξωτερικού νομοθεσία (νόμος 41(I) του 1993, όπως αυτός τροποποιήθηκε έκτοτε), προκειμένου να διαγραφεί εντελώς ο χρονικός περιορισμός που προβλέπεται στην επιφύλαξη του άρθρου 3Α σε σχέση με το μέχρι πότε αποκτήθηκαν συγκεκριμένοι τίτλοι σπουδών.

Όπως αναφέρθηκε από τον εισηγητή της σχετικής πρότασης νόμου, η ισχύουσα νομοθεσία είχε επηρεάσει δυσμενώς τους εκπαιδευτικούς που δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν εγκαίρως τις σπουδές τους, σε σχέση με την επαγγελματική τους ανέλιξη, σε αντίθεση με άλλους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έχουν ήδη ανελιχθεί στην υπηρεσία, επειδή απέκτησαν τους τίτλους σπουδών τους είτε πριν από την ίδρυση του Κυπριακού Συμβουλίου Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥΣΑΤΣ) είτε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2006.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης της πρότασης νόμου στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας, εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της ΕΕΫ και του ΚΥΣΑΤΣ διαφώνησαν με την προταθείσα τροποποίηση.

Εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας υπενθύμισε ότι η τροποποίηση αυτή είναι παρόμοια με παλαιότερη, η οποία ψηφίσθηκε σε νόμο από την προηγούμενη Βουλή το 2011, αλλά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την ανέπεμψε και τελικά η Βουλή έκανε αποδεκτή την αναπομπή.

Επισημάνθηκε, επίσης, στη Βουλή ότι τόσο η παλαιότερη τροποποίηση, η οποία προέβλεπε τη χρονική επέκταση της δυνατότητας για αναγνώριση τίτλων σπουδών μέχρι το 2008, όσο και η εγκριθείσα σήμερα τροποποίηση παρουσιάζουν τις ίδιες νομικές αδυναμίες.

Ειδικότερα, με την επιτευχθείσα τροποποίηση θεωρείται από τη Νομική Υπηρεσία ότι καταστρατηγείται η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του ΚΥΣΑΤΣ, διότι από το 1996, οπόταν έχει συσταθεί, είναι το μόνο αρμόδιο όργανο να παρέχει ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλων σπουδών, καθώς και να αξιολογεί και να αποφαίνεται για την ισοτιμία και αντιστοιχία τους.

Επιπλέον, η Νομική Υπηρεσία θεωρεί ότι εξουδετερώνεται η εξουσία και η αρμοδιότητα της ΕΕΫ να ερευνά κατά πόσο τα προσόντα των υποψήφιων εκπαιδευτικών ικανοποιούν τις απαιτήσεις των οικείων σχεδίων υπηρεσίας, υπάρχει σύγκρουση με τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου και ενδέχεται να εγείρεται πρόβλημα αντισυνταγματικότητας, σε σχέση με το άρθρο 28 του Συντάγματος, που αφορά την αρχή της ισότητας.

Έτσι, πιθανόν ορισμένοι κάτοχοι των ίδιων τίτλων να έχουν προβεί σε ενέργειες, όπως η παρακολούθηση επιπρόσθετων μαθημάτων, για να καταστεί δυνατή η αναγνώριση των τίτλων σπουδών τους, σε αντίθεση με αυτούς που ενδεχομένως θα επωφεληθούν από τις πρόνοιες της νέας ρύθμισης.

Ακόμα, όπως δήλωσε στη Βουλή η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, η θέσπιση νόμων, που περιλαμβάνουν αναδρομικές ρυθμίσεις, πρέπει να γίνεται πάντοτε με πολύ φειδώ, διότι ενδέχεται να επιφέρουν αρνητικές συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον και την έννομη τάξη.

Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις ΟΕΛΜΕΚ, ΠΟΕΔ και ΟΛΤΕΚ συμφώνησαν με το σκοπό της νέας νομοθετικής ρύθμισης, δηλώνοντας ότι θα πρέπει το όλο θέμα να εξετασθεί κάτω από το πρίσμα της ανθρωπιστικής πτυχής του και να προωθηθεί η ψήφιση της τροποποίησης αυτής για λόγους δικαιοσύνης και ισότιμης μεταχείρισης.

Όπως επισημάνθηκε στη Βουλή, εκπαιδευτικοί με τα ίδια προσόντα και τίτλους σπουδών έχουν ανελιχθεί στην υπηρεσία τους σε καίριες θέσεις ιεραρχίας, ενώ ένας μικρός αριθμός εκπαιδευτικών παραμένει χωρίς αναγνώριση και επαγγελματική ανέλιξη.