News Local Συν/ξη Δρ. Γ. Πλειός: Δεν υπάρχει κρίση, αλλά κινεζοποίηση

Συν/ξη Δρ. Γ. Πλειός: Δεν υπάρχει κρίση, αλλά κινεζοποίηση

Τη θέση ότι δεν υπάρχει οικονομική κρίση, αλλά φτωχοποίηση των εργαζομένων σε ατομικό επίπεδο και «κινεζοποίηση» των χωρών της Ευρώπης του «νότου» σε εθνικό επίπεδο, εξέφρασε σε συνέντευξη του στο Sigmalive, o καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Ανάλυσης της Επικοινωνίας, του Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημοσιογραφία και ΜΜΕ σε περίοδο κρίσεων», του Πανεπιστημίου Frederick, Δρ. Γιώργος Πλειός.

Τόνισε παράλληλα ότι επιχειρείται «κινεζοποίηση» της Ευρώπης, προσπάθεια που προϋποθέτει περιορισμό των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Σημείωσε, δε, ότι όταν το ρήγμα της καταπάτησης των δικαιωμάτων διευρυνθεί και επισημοποιηθεί, οι εξελίξεις θα είναι απρόβλεπτες σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Διατύπωσε επίσης την άποψη ότι «επίκεινται πολλές αλλαγές εντός της ΕΕ».

Αυτούσια η συνέντευξη

Θεωρείτε ότι υπάρχει πάτος στο "πηγάδι" της οικονομίας;

Η Ευρώπη μαστίζεται από μια κρίση, η οποία μέχρι τώρα είναι αισθητή περισσότερο στην περιφέρεια της Ευρώπης, στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ισπανία, στην Ιρλανδία, στην Κύπρο και βεβαίως στη Βουλγαρία, Ρουμανία και αλλού. Η περιφέρεια της Ευρώπης γνωρίζει μια οικονομική κρίση η οποία φαίνεται να είναι συνέχεια της κρίσης που άρχισε στην Αμερική το 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Δεν συμφωνούν όλοι στις αιτίες. Υπάρχουν δύο απόψεις. Η μια άποψη , την οποία ακολουθούν αυτοί που χαρακτηρίζονται ως «νεοφιλελεύθεροι» είναι ότι η κρίση δεν αφορά όλη την Ευρώπη, αλλά κάποιες από τις χώρες που προαναφέραμε. Αυτή η σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι η κρίση συνδέεται με τα ιδιαίτερα ζωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας στην κάθε χώρα και όχι τόσο με κάποιες γενικές εξελίξεις στο χώρο της παγκόσμιας οικονομίας.

Επιπλέον μάλιστα, θεωρούν ότι η βασική αιτία της οικονομικής κρίσης και κυρίως της δημοσιονομικής, είναι η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική. Θεωρούν ότι η οικονομική πολιτική χαρακτηρίζεται από τον κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία, είτε προστατεύει τις σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις, τις σχέσεις ανάμεσα στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις, ανάμεσα στους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις και ακόμα περισσότερο επειδή το κράτος εμφανίζεται ως επιχειρηματίας, δηλαδή έχει στην κατοχή του μεγάλους και αναποτελεσματικούς, κατά την αντίληψη τους, οργανισμούς. Για αυτό θωρούν ότι η λύση σε κάθε δημοσιονομική κρίση είναι η φιλελευθεροποίηση των αγορών, ο περιορισμός της κρατικής παρέμβασης και η ιδιωτικοποίηση των κρατικών οργανισμών.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια άλλη αντίληψη, περισσότερο σοσιαλιστική, η οποία υποστηρίζει ότι η κρίση είναι παγκόσμια, πανευρωπαϊκή, δεν είναι μόνο στην περιφέρεια της Ευρώπης αλλά σιγά-σιγά εισχωρεί και στο κέντρο της Ευρώπης. Παράδειγμα, η επέκταση της κρίσης στη Γαλλία και η αναμενόμενη επέκταση της κρίσης στη Μεγάλη Βρετανία και σε άλλες χώρες.

Σε τελευταία ανάλυση, αυτές οι σοσιαλιστικές απόψεις υποστηρίζουν ότι βρίσκεται σε κρίση ο παγκόσμιος καπιταλισμός και ότι αυτό που συμβαίνει τώρα είναι απλώς μια μετατόπιση της κρίσης από τη μια περιοχή στην άλλη.

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, αυτές οι σοσιαλιστικής κατεύθυνσης οικονομικές αντιλήψεις υποστηρίζουν ότι αυτή η κρίση θα αντιμετωπιστεί, αφενός με μια πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, με την έκδοση ομολόγων, με την εφαρμογή προνοιακής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη και την κοινωνική πρόνοια για τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα, αλλά και την τόνωση της ζήτησης, κυρίως με τη διατήρηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα σε ικανοποιητικά επίπεδα ώστε να δημιουργείται απασχόληση μέσω της κατανάλωσης, διότι οι ικανοποιητικοί μισθοί συμβάλουν στη διατήρηση της κατανάλωσης σε ικανοποιητικά επίπεδα. Έτσι, αυτό  με τη σειρά του συμβάλλει στη διατήρηση των θέσεων εργασίας. Ταυτοχρόνως, από τη φορολόγηση αυτών των εισοδημάτων μπορούν να προκύψουν φορολογικά έσοδα για το κράτος.

Οι ικανοποιητικοί μισθοί μπορεί να αποτελούν και κίνητρο για ποιοτική εργασία από πλευράς εργαζόμενου;

Βεβαίως. Το ζητούμενο είναι να αυξήσουμε την παραγωγικότητα και όχι να μειώσουμε τους μισθούς. Πρόκειται για δύο σχολές σκέψεις (νεοφιλελεύθεροι-σοσιαλιστέςς), οι οποίες συγκρούονται και σε επίπεδο συνδικαλιστικό και σε επίπεδο πολιτικό. Αυτή η σύγκρουση συμβαίνει και ανάμεσα σε κράτη. Η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Γερμανία για παράδειγμα. Η Ελλάδα προσπαθεί να διατηρήσει όσα περισσότερα κοινωνικά δικαιώματα προς τους εργαζόμενους και ειδικά για τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, όπου σχεδόν το 40% του πληθυσμού βρίσκεται στο όριο της φτώχειας. Από την άλλη η Γερμανία ενδιαφέρεται να προωθήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κρίση. Αυτού που συμβαίνει είναι η φτωχοποίηση του πληθυσμού. Συμβαίνει μια τεράστια μεταφορά οικονομικών και άλλων πόρων, από την πλευρά της εργασίας προς την πλευρά του κεφαλαίου. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έχουν μεγαλώσει πάρα πολύ οι κοινωνικές ανισότητες  και κυρίως οι εισοδηματικές ανισότητες ανάμεσα στα χαμηλά και τα υψηλά στρώματα. Κάτι το οποίο φαίνεται σαφέστατα για παράδειγμα, από την έκθεση της Credit Suisse Bank. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, διαφαίνεται μια αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ένα 10% στην Ελλάδα κατέχει άνω του 50% του πλούτου. Αυτή η ανισότητα προέκυψε στα χρόνια της κρίσης. Άρα λοιπόν, στις περιόδους κρίσεων, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι ενώ οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Δεδομένων αυτών, δεν μπορεί να μιλήσει κάποιος για «κρίση» γενικά αλλά μπορεί να μιλήσει για την κρίση των εργαζόμενων στρωμάτων. Η κρίση στην πραγματικότητα αφορά τους εργαζόμενους και μια παράπλευρη αυτής της κρίσης είναι ο περιορισμός -και η εξαφάνιση πολλές φορές- της μεσαίας τάξης.

Υπάρχει κάποιος στόχος, όχι σε επίπεδο «συνομωσίας», αλλά σε επίπεδο εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής;

Αυτό το οποίο επιδιώκει η Γερμανία και άλλες χώρες είναι η «κινεζοποίηση» της περιφέρειας της Ευρώπης. Η περιφέρεια να μετατραπεί σε ένα είδος οικονομικής ζώνης με πολύ χαμηλές αμοιβές, με περιορισμένα  κοινωνικά δικαιώματα και προστασία, με  μια πλήρη φιλελευθεροποίηση των αγορών, ούτως ώστε, στην περιφέρεια της Ευρώπης να παράγονται προϊόντα με χαμηλό κόστος ,ώστε οι επιχειρήσεις, κυρίως της Γερμανίας αλλά και των ελίτ στην υπόλοιπη Ευρώπη, να έχουν ανταγωνιστική θέση στην παγκόσμια οικονομία και κυρίως να είναι ανταγωνιστικοί και απέναντι στην Κίνα, τη Ινδία η οποία είναι μια ανερχόμενη αγορά, καθώς και στις ΗΠΑ. Επομένως, αυτό που χρειάζεται η Γερμανία από Ελλάδα, Πορτογαλία, Κύπρο και από άλλες χώρες της περιφέρειας που είναι σε κρίση, δεν είναι οι αγοραστές αλλά πρωτίστως θέλει εργαζομένους, που να παράγουν τα προϊόντα της, τα οποία θα είναι ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά.

Αντιπαραβάλλοντας όμως, θέλω να επισημάνω ότι η Γερμανία επέβαλε στη χώρα της λιτότητα όταν οι υπόλοιποι ευημερούσαν στη βάση της φούσκας. Γιατί τώρα να πρέπει να πληρώσει η Γερμανία τις «κραιπάλες» των υπόλοιπων Ευρωπαϊκών χωρών που δεν προνόησαν;

Βεβαίως, αυτό είναι κάτι που το ξεκίνησε η Γερμανία από την ίδια της τη χώρα. Η πολιτική λιτότητας άρχισε από τη Γερμανία πριν την επεκτείνει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η Γερμανία όμως, προκειμένου να διατηρήσει την πολιτική της σταθερότητα και την κοινωνική της συνοχή δεν εφάρμοσε ακραία πολιτική λιτότητας. Την εφαρμόζει την ακραία πολιτική λιτότητας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία. Η Γερμανία ταυτόχρονα με την λιτότητα έκανε και μεταρρυθμίσεις στην οικονομία της. Στήριξε την οικονομία της στην εκπαίδευση και στην ειδίκευση του εργατικού δυναμικού, υιοθετώντας παράλληλα τη στρατηγική της εξατομίκευσης. Ήδη, από τη δεκαετία του 1990, οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν επέβαλαν ποτέ μονομερώς κάποιες πολιτικές λιτότητας και περικοπών. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις συζητούσαν με τα συνδικάτα. Παραδείγματος χάριν, σε συγκεκριμένη εταιρεία αυτοκινήτων, ήθελαν να κάνουν περικοπές. Η διοίκηση της εταιρείας κάλεσε τα συνδικάτα και τους έθεσε το εξής δίλλημα: τι προτιμάτε, να μειωθούν οι ώρες εργασίας ώστε να μην υπάρξουν απολύσεις, αλλά να μειωθούν ταυτόχρονα και οι μισθοί ή να διατηρηθούν οι μισθοί και να μειωθούν οι θέσεις εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να απολυθούν κάποιοι εργαζόμενοι; Ήταν δύσκολη περίοδος και κατέληξαν σε μια απόφαση συλλογικής διανομής της βλάβης. Δέχθηκαν να μειωθούν οι ώρες εργασίας και οι απολαβές. Η Γερμανία λοιπόν ακολούθησε μια πολιτική λιτότητας, στη βάση του διαλόγου και της συναίνεσης. Ποτέ δεν προχώρησε σε ακραίες πολιτικές λιτότητας. Επιπλέον, μαζί με τις πολιτικές λιτότητας ακολούθησε και μια στρατηγική αναδιάρθρωσης της οικονομίας, και δεν εννοώ ιδιωτικοποιήσεις, αλλά ποιοτικές αλλαγές στην οικονομική διαδικασία μέσα στις επιχειρήσεις. Για αυτό η Γερμανία κατάφερε να μην αντιμετωπίσει προβλήματα πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής  και ταυτόχρονα να κάνει ένα άλμα στην οικονομική της ανάπτυξη.

Μην ξεχνάμε παράλληλα ότι οι Γερμανικές τράπεζες «έπαιξαν» πάρα πολύ με τις οικονομίες άλλων χωρών. Το 60% των ομολόγων στις Ισπανικές τράπεζες το κατείχαν Γερμανικές επιχειρήσεις. Το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου τα είχαν γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Οι γερμανικές τράπεζες είναι μέρος του προβλήματος. Συνέβαλαν στη δημιουργία της κρίσης στην Ελλάδα και την Ισπανία. Δεν ήταν θύματα τις κρίσης οι γερμανικές τράπεζες, ήταν θύτες. Ωστόσο, όταν ξέσπασε η κρίση, δηλαδή η αδυναμία δανεισμού του ελληνικού κράτους από τις αγορές, κάτι το οποίο απειλούσε τα γερμανικά Funds, η Γερμανία ενήργησε ώστε να προστατεύσει τις δικές της τράπεζες. Έτσι κατέληξε σε μια φόρμουλα μετατόπισης του χρέους των τραπεζών, στους Γερμανούς πολίτες. Ουσιαστικά, η Γερμανία βοήθησε την Ελλάδα μέσω του μηχανισμού στήριξης, ώστε το χρέος να μετατοπιστεί από τις γερμανικές τράπεζες στους γερμανούς πολίτες. Προστάτευε τις τράπεζες εις βάρος του δικού της λαού. Κατ’ επέκταση εις βάρος της Ελλάδας, διότι το κόστος αυτό του δανεισμού το επωμίζονται οι έλληνες πολίτες, μεταξύ των οποίων είναι και το κόστος ανκεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Ναι μεν οι τράπεζες είναι ιδιωτικές, τα χρήματα αυτά όμως τα πληρώνει ο Έλληνας πολίτης. Και πληρώνουν επίσης και τα χρήματα, τα οποία δίνουν οι τράπεζες οπουδήποτε, όπως στα κανάλια για παράδειγμα. Διότι τα μέσα επικοινωνίας παίρνουν δάνεια από τα χρήματα της ανακεφαλαιοποίησης, δηλαδή από τους πολίτες. Δεν δίνουν δάνεια μόνο στις επιχειρήσεις των ΜΜΕ, που έχουν πολύ μεγάλη αδυναμία, αλλά και στους μητρικούς ομίλους στους οποίους ανήκουν οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ και έτσι σώζουν, όχι μόνο τις επιχειρήσεις των ΜΜΕ αλλά και τους κεντρικούς ομίλους. Αυτό όμως γίνεται εις βάρος του εισοδήματος των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι πληρώνουν με φόρους και χαράτσια. Ένα μέρος από τα χαράτσια και τους φόρους, που πληρώνουν οι πολίτες πηγαίνουν στις τράπεζες και από τις τράπεζες στους επιχειρηματικούς ομίλους και τα ΜΜΕ. Συνεπώς, η επιβίωση των ΜΜΕ δεν μπορεί να στηριχτεί στα διαφημιστικά έσοδα αλλά στηρίζεται στο δανεισμό, ο οποίος έρχεται από τις τράπεζες. Για να μπορέσουν όμως οι τράπεζες να δανείσουν, θα πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθούν. Θα πρέπει να έλθει η δόση από το μηχανισμό στήριξης. Αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του τέως Υπουργού, του κ. Μανιτάκη, ο οποίος σε συνέντευξη του καταθέτει ότι του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι κάθε φορά που θα ερχόταν η τρόικα για να συζητήσει τη λήψη μέτρων, τα ΜΜΕ τρομοκρατούσαν το λαό σε σχέση με το τι θα συμβεί εάν δεν υπογραφούν αυτές οι συμφωνίες και δεν ληφθούν αυτά τα μέτρα.

Υποστηρίζετε ότι τα ΜΜΕ στηρίζουν τα μνημόνια επειδή χρειάζονται τα δάνεια. Όμως μπορεί τα ΜΜΕ να τάσσονται υπέρ της μνημονιακής πολιτικής, όχι επειδή παίρνουν δάνεια, αλλά επειδή είναι η πραγματική τους ιδεολογία.

Για να δείξουμε αν όντως υπάρχει σχέση ανάμεσα στην υποστήριξη της μνημονιακής πολιτικής και του γεγονότος ότι η επιβίωση τους εξαρτάται από τα δάνεια, θα πρέπει να δούμε τους όρους με τους οποίους χορηγούνται τα δάνεια. Οι τράπεζες για να δώσουν δάνεια, θα πρέπει τα ΜΜΕ να παράσχουν κάποιους εμπράγματες εγγυήσεις, μια υποθήκη. Η υποθήκη η οποία βάζουν, έχει την αξία των δανείων που παίρνουν; Σε καμιά περίπτωση.

Θέλω να πάμε λίγο πίσω, στην φτωχοποίηση των πολιτών. Παρατηρείτε να θυσιάζεται η ελευθερία του λόγου σε πανευρωπαικό ή παγκόσμιο επίπεδο, στο βωμό των συμφερόντων των οικονομικών ελίτ της Ευρώπης και όχι μόνο; Για παράδειγμα, η Ευρώπη βλέπει ότι στην Ελλάδα και αλλού υπάρχει μια τάση ελέγχου κάποιων μέσων επικοινωνίας και δεν εννοώ κατ΄ ανάγκην τα παραδοσιακά.

Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα, από την 34η θέση που βρισκόταν στην διεθνή κλίματα κατάταξης της ελευθέριας του λόγου, σύμφωνα με τους δημοσιογράφους χωρίς σύνορα, βρέθηκε πέρσι στη θέση 99. Η Ουγκάντα ήταν στη θέση 110. Εκτιμώ ότι η θέση της χώρας στην κλίμακα της ελευθερίας του λόγου, θα επιδεινωθεί.

Οι λόγοι της κατρακύλας στη διεθνή κατάταξη ελευθερίας του λόγου, είναι πολλοί. Προφανώς είναι το κλείσιμο της κρατικής τηλεόρασης και η δημιουργία ενός κυβερνητικού φερέφωνου. Επίσης, υπάρχουν θέματα για τα οποία υπάρχουν ρητές εντολές να μην δημοσιεύονται, όπως για παράδειγμα οι αυτοκτονίες.  Έχοντας αναλύσει τα δελτία ειδήσεων, παρατηρήσαμε ότι ενώ οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα κατά 50%, (τώρα παρουσιάζουν μια κάμψη), δεν υπάρχουν αναφορές στα δελτία ειδήσεων.

Υπάρχει δικαιολογία όμως. Ο μιμητισμός.

Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Υπάρχουν ρητές εντολές. Επίσης, δημοσιογράφοι δουλεύουν επί 12ωρο, τα σαββατοκύριακα, με πολύ χαμηλές απολαβές των 300-400 ευρώ και βεβαίως τους ασκείται μεγάλη πίεση. Άλλο παράδειγμα είναι η παρέμβαση της Σοφίας Βούλτεψη (Ελληνίδα Κυβερνητικός Εκπρόσωπος) για το πώς θα καλύψει η ΝΕΡΤΙΤ την ομιλία του Τσίπρα στη Βουλή. Αυτό καταγγέλθηκε από στελέχη της ΝΕΡΙΤ, φίλα προσκείμενα στην κυβέρνηση.

Άλλα παραδείγματα στέρησης της ελευθερίας του λόγου είναι η καταδίκη του περίφημου «Παστίτσιου» επειδή σατίριζε τις φερόμενες ως προφητείες του Γέροντα Παίσιου. Πολύ πρόσφατο παράδειγμα είναι η παρέμβαση του Υπουργού Παιδείας, του κ. Λοβέρδου, ώσυε να κλείσει η σελίδα στο facebook, εκείνου, ο οποίος ζητούσε να γίνει δημοψήφισμα για το αν οι φοιτητές εγκρίνουν τις καταλήψεις.  Όλα αυτά επιδεινώνουν την ελευθερία του λόγου στη χώρα.

Γιατί τα επιτρέπει η ελεύθερη Ευρώπη;

Η Ευρώπη δεν είναι η μόνη εξαίρεση από το δημοκρατικό κανόνα. Συζητάνε ακόμα τον περιορισμό της μετακίνησης εργαζομένων από την Ελλάδα στις χώρες του βορρά, κάτι το οποίο αντίκειται ακόμη και στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Επιπλέον, η Ευρώπη έχει δεχθεί τη δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων στην ελληνική οικονομία, αποδεχόμενη τη συγχώνευση των δύο μεγάλων αεροπορικών εταιρειών, κάτι που είναι ασύμβατο με την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία της ΕΕ. Η ΕΕ έχει αποδεχθεί ότι στην Ελλάδα μπορεί να μην τηρούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ανέφερε ότι δεν τηρούνται και φαίνεται να το αποδέχεται. Αρά, η ΕΕ φαίνεται να αποδέχεται ότι υπάρχουν κάποιες ζώνες στην Ευρώπη, οι οποίες δεν ανήκουν στον πυρήνα προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά σε αυτές τις ζώνες παραβιάζονται τα ατομικά δικαιώματα. Η ίδια η ηγεσία της ΕΕ στην πραγματικότητα έχει δεχθεί τη διαίρεση της Ευρώπης σε δύο κατηγορίες.

Η Γερμανία θέλει την «κινεζοποίηση» της Ευρώπης και αυτό δεν μπορεί να γίνει εάν δεν περιοριστούν τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων και κάποιες φορές ακόμη και τα ατομικά και τα πολιτικά. Αν δεν περιοριστούν τα δικαιώματα, δεν μπορεί να «κινεζοποιηθεί» η χώρα.

Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η ΕΕ ανέχεται τη διαίρεση της Ευρώπης, είναι το ότι οι δανειστές ενδιαφέρονται πρώτα από όλα για την αποπληρωμή των δανείων. Πολύ λιγότερο τους ενδιαφέρουν τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα των πολιτών.

Δικαιώνεται ο Μακιαβέλι; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, ναι. Πολύ λίγο τους ενδιαφέρουν τα κοινωνικά δικαιώματα στην Ελλάδα ή η ελευθερία στα δημοκρατικά δικαιώματα. Τους ενδιαφέρει πάνω από όλα  τα δάνεια τους, τα λεφτά τους. Έτσι, όμως, αποδέχονται τη διαίρεση της Ευρώπης σε δύο ταχύτητες. Όταν αυτό το ρήγμα διευρυνθεί και επισημοποιηθεί, οι εξελίξεις θα είναι απρόβλεπτες και σε πολιτικό και σε οικονομικό και σε κοινωνικό επίπεδο της ΕΕ . Άρα, είμαστε μπροστά σε πολλές αλλαγές που επίκεινται εντός της ΕΕ.

Η Γερμανία, όταν έπρεπε, εφάρμοσε πολιτικές λιτότητας. Γιατί τώρα να επωμιστεί το βάρος των υπόλοιπων κρατών-μελών που ευημερούσαν επί φούσκας;

Καταρχήν είναι μύθος ότι «περνούσαμε καλά». Το 2007  το ποσοστό των οικογενειών στην Ελλάδα που είχαν εισόδημα κάτω από 400 ευρώ ήταν 20%. Δεν περνούσαν όλοι οι Έλληνες καλά. Αυτό το «καλό», σε μεγάλο βαθμό, οφειλόταν στον ιδιωτικό δανεισμό, ο οποίος δεν έχει να κάνει με το δημόσιο χρέος. Στην πραγματικότητα η κοινωνική πολιτική έγινε ιδιωτική υπόθεση. Αντί, παραδείγματος χάριν, για τις διακοπές να βοηθάει το κράτος τους εργαζόμενους με χαμηλές τιμές, τους έστελνε να πάρουν διακοπο-δάνεια. Ιδιωτικοποιήθηκε η συλλογική κατανάλωση και τα κοινωνικά δικαιώματα και έτσι έπαψαν να είναι κοινωνικά δικαιώματα. Αυτή ήταν πολιτική τρίτων.

Δεν το γνώριζαν αυτό οι Γερμανοί;

Φυσικά και το γνώριζαν. Τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, των τραπεζών στην Ελλάδα, κατά κύριο λόγο τα είχαν τα γερμανικά funds. Κατά συνέπεια, γνώριζαν πάρα πολύ καλά τι γινόταν. Το έκαναν με την έγκριση τους. Εικάζω ότι η ΕΕ ανέχτηκε όλες αυτές τις κινήσεις διότι είχε ένα πολύ σημαντικό όφελος. Να διεισδύσει στις οικονομίες της ανατολικής Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χρησιμοποίησαν τις ελληνικές επιχειρήσεις και τις επαφές που είχε η Ελλάδα με Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία για να διεισδύσουν εκεί και να επεκτείνουν την οικονομική τους δραστηριότητα. Ανέχτηκαν τις «τρέλες» των ελληνικών κυβερνήσεων για να μπορέσουν να τις χρησιμοποιήσουν προς όφελος τους.

Δεν πρέπει να γίνει ένας λογιστικός έλεγχος του χρέους για να δούμε ποιος πήρε πόσα και κυρίως πού πήγανε;

Ακριβώς. Οι δαπάνες της ελληνικής κυβέρνησης, για τις οποίες πήρε δάνεια, δεν προσανατολίστηκαν μόνο προς τους Έλληνες εργαζόμενους. Η αύξηση των μισθών στην Ελλάδα δεν ήταν μεγάλη, ήταν πολύ μικρή. Πρέπει λοιπόν να δούμε πού πήγαν τα δάνεια που έλαβαν οι κυβερνήσεις. Για παράδειγμα, υπάρχει μια εταιρεία, την οποία δεν θέλω να κατονομάσω για ευνόητους λόγους, η οποία χρωστούσε μισθούς στους εργαζόμενους, τους όφειλε επίσης ασφαλιστικές εισφορές και επικαλέστηκε το γεγονός ότι είχε κεφαλαιακή ανεπάρκεια και ζήτησε και έλαβε κονδύλια μέσω προγραμμάτων για να επιβιώσει. Μόλις πήρε τα χρήματα, έκλεισε την επιχείρηση στην Ελλάδα, άφησε απλήρωτους τους εργαζόμενους, άφησε ακάλυπτες τις ασφαλίστηκες εισφορές  και πήγε στη Βουλγαρία και άνοιξε την επιχείρηση. Άρα, τα χρήματα δεν δαπανήθηκαν σε εργαζόμενους.

Τα γερμανικά funds, τα αμερικάνικα funds δεν ενδιαφέρονται ποιος θα πληρώσει, τους ενδιαφέρει να πάρουν τα χρήματα τους. Υπάρχει συνεπώς μια συνέργεια μεταξύ των ελληνικών ελίτ με τα ξένα funds. Για αυτό είναι δυσβάστακτη η φορολογία για τους πολίτες. Υπάρχει μια διαρκής αφαίμαξη των Ελλήνων και ταυτόχρονα πλουτίζουν οι ελίτ. Επίσης, οι ελληνικές ελίτ κατάφεραν και πέρασαν στο μνημόνιο πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με το δημόσιο χρέος. Για παράδειγμα, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η μείωση των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχει σχέση με το δημόσιο. Ίσα –ίσα η μείωση των απολαβών στον ιδιωτικό τομέα επιδεινώνει την κατάσταση.

Όπως επισημαίνει η Παγκόσμια Τράπεζα, μέχρι το 2030  θα πρέπει να δημιουργηθούν σε παγκόσμιο επίπεδο μέχρι 600 εκατομμύρια επιπλέον θέσεις εργασίας για να αντιμετωπιστεί η αύξηση του πληθυσμού. Νομίζετε ότι το μοντέλο έχει «γεράσει»;

Αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους μόνο ως καταναλωτές, ως στόματα  που τρώνε. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι μόνο στόματα που τρώνε, είναι και χέρια που δουλεύουν. Μάλιστα, αυτό που τρώνε είναι λιγότερο από αυτό που παράγουν. Δεν φταίει ο υπερπληθυσμός. Φταίει το γεγονός ότι αυτός ο πληθυσμός δεν μπορεί να εργαστεί. Δεν έχει πρόσβαση στην εργασία. Αυτό που χαρακτηρίζει σήμερα τον καπιταλισμό, είναι η οικονομία της φούσκας. Αυτή τη στιγμή, τα κράτη χρωστάνε περισσότερο από όσα παράγουν. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, το ύψος του παγκόσμιου εισοδήματος ήταν 40 δις και το ύψος του παγκόσμιου χρέους 60 δις. Επιπλέον, το κόστος των τραπεζικών προϊόντων και υποπροϊόντων υπερέβαινε κατά 1150% την αξία της πραγματικής οικονομίας. Η αξία του χρήματος είναι πολύ μεγαλύτερη από την αξία της εργασίας. Αυτό γίνεται με τους μηχανισμούς της οικονομίας της φούσκας.

Η αξία του συνόλου των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγει η ανθρωπότητα πρέπει να είναι ίση με την αξία του παγκόσμιου χρήματος. Αυτό όμως δεν γίνεται. Όταν λοιπόν, η αξία του παγκόσμιου χρήματος είναι πολύ υψηλότερη ή όταν το χρέος του συνόλου των οικονομιών είναι πολύ υψηλότερο από το σύνολο των παραγόμενων αγαθών, τότε υπάρχει πρόβλημα. Υπάρχει, δηλαδή, ένας μηχανισμός που αυξάνει την αξία του χρήματος δυσανάλογα με την αξία της εργασίας. Αυτό είναι ένα κεντρικό πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομίας. Η φούσκα.

Οι κρίσεις είναι κρίσεις της φούσκας. Στην Αμερική ήταν φούσκα των ακινήτων, στην Ισλανδία ήταν τραπεζική φούσκα, στην Ιρλανδία επίσης, στην Κύπρο επίσης, στην Ελλάδα ήταν κρίση δημοσιονομική. Άρα πρόκειται για οικονομίες της φούσκας. Στην πραγματικότητα, αυτοί που λένε ότι η κρίση είναι παγκόσμια, έχουν δίκαιο. Είναι παράλληλα κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού, του καπιταλισμού της φούσκας. Σε αυτό το μοντέλο του καπιταλισμού της φούσκας, όχι μόνο δεν μπορεί να χωρέσει ο λεγόμενος υπερπληθυσμός, αλλά, συνεχώς, ένα κομμάτι του πληθυσμού θα εντάσσεται στον «υπερπληθυσμό». Οι νεόπτωχοι, οι άστεγοι, οι άνεργοι. Το οικονομικό μοντέλο περιορίζει το δικαίωμα της εργασίας, της κατανάλωσης και της αξιοπρεπούς ζωής ολοένα και σε μικρότερο κύκλο ανθρώπων.

Top