Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κυβερνητικών κτιρίων αποτελεί προτεραιότητα της ενεργειακής πολιτικής που έχει χαράξει η Κυβέρνηση, αφού στοχεύει ταυτόχρονα στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και στην προστασία του περιβάλλοντος, είπε ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων Μάριος Δημητριάδης, σε  ομιλία του στην παρουσίαση των Πρότυπων Εγγράφων για Συμβάσεις Ενεργειακής Απόδοσης.

«Οι συγκεκριμένοι στόχοι ενισχύονται, σε σημαντικό βαθμό, με την ανάπτυξη της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών τόσο προς όφελος του Δημοσίου, όσο και των καταναλωτών. Η στήριξη της αγοράς αυτής αναμένεται να συμβάλει στη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, στην άμεση και ουσιαστική ανάπτυξη της χώρας, στην ενίσχυση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας, καθώς και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην αγορά παροχής ενεργειακών υπηρεσιών και ελέγχων. Αυτονόητα είναι τα οφέλη από τη βελτίωση ποιότητας του περιβάλλοντος, καθώς το ενεργειακό αποτύπωμα θα περιοριστεί», πρόσθεσε.

Ο κ. Δημητριάδης είπε ότι οι Συμβάσεις Ενεργειακής Απόδοσης καθώς και η ανάπτυξη μηχανισμών της αγοράς, όπως οι εταιρείες Παροχής Ενεργειακών Υπηρεσιών, αποτελούν μια πολλά υποσχόμενη πρακτική που έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε χώρες του εξωτερικού, προκειμένου να επιτευχθεί η εξοικονόμηση ενέργειας και η μείωση των λειτουργικών δαπανών στον κτιριακό τομέα.

«Στοχεύουμε επίσης, στην αξιοποίηση του υψηλού δυναμικού για εξοικονόμηση ενέργειας που εμφανίζεται στα κτίρια του Δημόσιου Τομέα, μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού των Συμβάσεων Ενεργειακής Απόδοσης, με τη συμμετοχή των εταιρειών Παροχής Ενεργειακών Υπηρεσιών. Η διαδικασία αυτή μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στην υλοποίηση ενεργειακών επενδύσεων, τόσο για την εξοικονόμηση ενέργειας, όσο και τη χρησιμοποίηση ανανεώσιμων πηγών, ιδιαίτερα σε μία περίοδο έλλειψης κεφαλαίων στον Δημόσιο Τομέα», σημείωσε, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση.

Οι κτιριακές εγκαταστάσεις, συνέχισε ο κ. Δημητριάδης, ευθύνονται για το 40% της κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Το κράτος καταβάλλει ετησίως 150 εκατομμύρια ευρώ περίπου, ποσό που αυξάνεται κάθε χρόνο. Εκ των πραγμάτων, καθίσταται επιβεβλημένη η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας σε συνδυασμό με τη χρήση ανανεώσιμων πηγών στον κτιριακό τομέα», συμπλήρωσε.

Ο κ. Δημητριάδης είπε ότι στα πλαίσια της προσπάθειας τους για την ενεργειακή αναβάθμιση όλων των ιδιόκτητων κυβερνητικών κτιρίων, θεωρούν τις Συμβάσεις Ενεργειακής Απόδοσης βασικό  εργαλείο, γιατί, με την εφαρμογή τους, ευελπιστούν, πέραν της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιριακών εγκαταστάσεων, να πετύχουμε την σημαντική μείωση στην κατανάλωση ενέργειας, την ανάλογη μείωση των λειτουργικών εξόδων και κατ΄ επέκταση εξοικονόμηση πόρων, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης την οποία βιώνουμε όλοι καθημερινά.

«Η επιλογή μας για χρησιμοποίηση των Συμβάσεων Ενεργειακής Απόδοσης βασίζεται κυρίως στα υψηλά κόστη ενεργειακής κατανάλωσης των κυβερνητικών κτιρίων, λόγω του μεγέθους τους, στα σημαντικά περιθώρια εξοικονόμησης ενέργειας και κατ΄ επέκταση τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μέτρων που θα εφαρμοστούν, στις σταθερές συνθήκες ιδιοκτησίας, στις σταθερές συνθήκες χρήσης και λειτουργίας των κτιρίων, στην, κατά το δυνατό, ελαχιστοποίηση του χρόνου αποπληρωμής των επενδύσεων, και τέλος στην αδυναμία, στο παρόν στάδιο, του Κράτους να χρηματοδοτήσει τέτοιες επενδύσεις με ίδια κεφάλαια», πρόσθεσε.

Ανέφερε, επίσης, ότι πέραν των πιο πάνω σημαντικών για την Κυβέρνηση στόχων, η επιτυχής εφαρμογή και υλοποίηση των Συμβάσεων Ενεργειακής Απόδοσης προϋποθέτει τη συμμετοχή του  επιχειρηματικού κόσμου.