Εντός 48 ωρών θα πρέπει να απαντήσουν οι κυπριακές τράπεζες κατά πόσο αποδέχονται ή όχι τα προκαταρκτικά αποτελέσματα των τεστ αντοχής, τα οποία θα τους σταλούν εντός της ημέρας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Τα τέσσερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία συμμετέχουν στα τεστ αντοχής (Τράπεζα Κύπρου, Ελληνική, Συνεργατισμός και RCB) έχουν δικαίωμα να υποβάλουν παρατηρήσεις και να τις αποστείλουν στην ΕΚΤ πριν αυτή ανακοινώσει τα τελικά αποτελέσματα το πρωί της Κυριακής.
Πριν τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων στις 13.00 ώρα Κύπρου την Κυριακή, θα συνεδριάσει στις 10.00 ώρα Κύπρου το Εποπτικό Συμβούλιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού για να δώσει την έγκριση του στα τελικά αποτελέσματα, ενώ στις 11.00 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα εγκρίνει με τη σειρά του τα αποτελέσματα.
Θα ακολουθήσει, στις 13.30, δημοσιογραφική διάσκεψη της Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου για τα αποτελέσματα των stress test και στις 15.00 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.
Από την ημέρα δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων, οι τράπεζες θα έχουν χρονική περίοδο 15 ημερών για να παραδώσουν το πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης τους στην περίπτωση που τα stress test καταδείξουν ότι έχουν κεφαλαιακό έλλειμμα.
Όσες τράπεζες παρουσιάζουν κεφαλαιακό έλλειμμα με βάση το AQR και το βασικό σενάριο των stress test θα έχουν έξι μήνες για να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα κεφάλαια, ενώ όσες παρουσιάζουν κεφαλαιακό έλλειμμα με βάση το ακραίο σενάριο θα έχουν χρονική περίοδο έξι μηνών.
Τα κύρια ιδία βασικά κεφάλαια των τραπεζών που συμμετέχουν στην άσκηση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον στο 8%, με βάση το βασικό σενάριο των stress test, και τουλάχιστον στο 5,5% με βάση το ακραίο σενάριο.
Τα σενάρια
Μέχρι στιγμής, τα διάφορα σενάρια, τα οποία έχουν δει το φως της δημοσιότητας ούτε διαψεύδονται αλλά ούτε και επιβεβαιώνονται από κανένα αρμόδιο, δεδομένου ότι οι διαδικασίες ολοκλήρωσης των τεστ αντοχής διαρκούσαν μέχρι πριν μερικές ώρες. Αρμόδιοι της Κεντρικής Τράπεζας, επέμεναν μέχρι και σήμερα ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με σιγουριά τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής και επανάλαβαν απλά την αισιοδοξία της Διοικητού σε σχέση με τις κυπριακές τράπεζες.
Σύμφωνα πάντως με τα τελευταία σενάρια που είδαν το φως της δημοσιότητας, Τράπεζα Κύπρου και Συνεργατισμός παρουσιάζουν πλεόνασμα, ενώ η Ελληνική ενδεχομένως να παρουσιάσει ανάγκες της τάξης των €100 εκ. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η τράπεζα την ίδια μέρα θα ανακοινώσει αύξηση κεφαλαίου, η οποία θα καλύπτει το ποσό αυτό που θα χρειαστεί.
Συνολικά 130 τράπεζες έχουν υποβληθεί στα τεστ αντοχής σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενόψει της ανάληψης της άμεσης εποπτείας τους από την Ευρωπαϊκή κεντρική Τράπεζα στις 4 Νοεμβρίου. Η άσκηση συνολικής αξιολόγησης αποτελείται από δύο μέρη: 1. Τον έλεγχο της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών. 2. Την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.
Εκτός οι ανακεφαλαιοποιήσεις
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα αποτελέσματα των τραπεζών που τυγχάνουν αξιολόγησης έχουν ως ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου 2013. Ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα δεν περιλαμβάνουν τις ανακεφαλαιοποιήσεις που ήδη έγιναν μέσα στους πρώτους εννιά μήνες του 2014.
Συγκεκριμένα, τα ποσά των ανακεφαλαιοποιήσεων των κυπριακών τραπεζών μέσα στους πρώτους εννιά μήνες του 2014 έχουν ως εξής:
Τράπεζα Κύπρου: Ένα δις ευρώ το οποίο αφορά την πρόσφατη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.
Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα: Ενάμιση δις ευρώ το οποίο αφορά την κρατική κεφαλαιακή ενίσχυση που συμφωνήθηκε μέσω του προγράμματος προσαρμογής της κυπριακής οικονομίας και έχει παραχωρηθεί στην τράπεζα στις αρχές του 2014.
Ελληνική Τράπεζα: Εκατό εκ. ευρώ ποσό, το οποίο αφορά την μετατροπή Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε Κεφάλαιο κοινών μετοχών που πραγματοποοιήθηκε σε διάφορες φάσεις κατά τους ρπώτους εννιά μήνες του 2014.
Να σημειωθεί ότι τα τεστ λαμβάνουν υπόψη τα κεφάλαια που έχουν αντληθεί και όχι τη ρευστότητα της τράπεζας τη συγκεκριμένη στιγμή.
Θέμα εκποιήσεων
Πηγές της Κεντρικής τόνισαν ότι στα αποτελέσματα λήφθηκε υπόψη η εκκρεμότητα που υπάρχει με το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις, τοποθετώντας ως χρονικό ορίζοντα για τα στεγαστικά τα 4 χρόνια και τρεις μήνες και τα τρία χρόνια για εμπορικά ακίνητα σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες όπου ο χρονικός ορίζοντας είναι στα 3 και στα δύο χρόνια αντίστοιχα.




