Την ανησυχία της εκφράζει η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ως Εθνική Ανεξάρτητη Αρχή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την εικόνα της Κύπρου διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει από πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου Μεταναστευτικών Διαφορών του Βελγίου που ακύρωσε προηγούμενη απόφαση των βελγικών μεταναστευτικών αρχών για επιστροφή στην Κύπρο αιτήτριας ασύλου από το Καμερούν.
Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωσή της Αρχής, η αιτήτρια είχε φτάσει στο Βέλγιο το Δεκέμβριο του 2013 και υπέβαλε αίτημα ασύλου. Οι βελγικές αρχές εφάρμοσαν τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ και αποφάσισαν να την προωθήσουν πίσω στην Κύπρο αφού είχε ήδη υποβάλλει αντίστοιχο αίτημα στην Κύπρο.
Η ενδιαφερόμενη προσέφυγε ενώπιον του Συμβουλίου υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή της στην Κύπρο θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Έτυχε μεταχείρισης ως "η μικρή νέγρα"
Σύμφωνα με την αιτήτρια «είχε εγκαταλείψει την Κύπρο γιατί εκεί έτυχε μεταχείρισης ως `η μικρή νέγρα`». Ισχυρίστηκε επίσης ότι «το άτομο που την μετέφερε στην Κύπρο την εξανάγκαζε στην πορνεία και ότι, όταν μετά από δύο μήνες καταναγκαστικής πορνείας κατάφερε να διαφύγει, συνελήφθη από την Αστυνομία, τραυματίστηκε κατά τη σύλληψή της, δέχτηκε προσβολές στο χώρο κράτησής της και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει επαρκώς εξαιτίας της απουσίας μεταφραστή».
Παράλληλα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, «δεν της δόθηκε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, σε ψυχολογική υποστήριξη, σε νομική συμβουλή ή σε επαφή με ΜΚΟ».
«Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, προσκόμισε εκθέσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, όπως της Διεθνούς Αμνηστίας, που αναφέρονταν σε ελλιπείς συνθήκες υποδοχής των αιτητών ασύλου, σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων των άτυπων μεταναστών και απουσία αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Το βελγικό Συμβούλιο στην υπόθεση που είχε ενώπιον του «κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο το περιεχόμενο των δηλώσεων της αιτήτριας, όσο και οι πληροφορίες που είχαν προσκομιστεί σε σχέση με τη γενική κατάσταση της προστασίας των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο, επέβαλλαν στις βελγικές μεταναστευτικές αρχές την ενδελεχή και επισταμένη εξέταση της υπόθεσης, κάτι που δεν έγινε». Δεδομένου, συνεπώς, ότι «δεν αποκλείστηκε, με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, ότι η επιστροφή της αιτήτριας στην Κύπρο δεν ενέχει κίνδυνο για απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείρισή της, το Συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση επιστροφής».
Υπό αμφισβήτηση η ανταπόκριση της Κύπρου προς τις διεθνείς υποχρεώσεις
Η θέση αυτή, σύμφωνα με την κ. Σαββίδου, «είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, αφού ενώ η ανταπόκριση της Κύπρου προς διεθνείς και ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις θα έπρεπε να θεωρείται αυταπόδεικτη και δεδομένη πλέον τίθεται υπό αμφισβήτηση».
«Οι συνέπειες, δε, θα είναι ακόμα πιο σοβαρές αν επικρατήσει η εικόνα, ότι, σύμφωνα και με την ορολογία του Δουβλίνου ΙΙΙ, στην Κύπρο παρατηρούνται `συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης`», προστίθεται.
Μια τέτοια εξέλιξη, όπως αναφέρεται, «όχι μόνο θα πλήξει την εικόνα της χώρας διεθνώς, αλλά και θα αποδυναμώσει την πειστικότητά της όταν διεκδικεί καλύτερους όρους στο χειρισμό των μεταναστευτικών και προσφυγικών ζητημάτων».
Εκφράζεται παράλληλα η θέση ότι «κύρια, όμως, θα σημαίνει υποτίμηση του ευρύτερου συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα μας, αφού στον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιμετωπίζει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι αιτητές ασύλου ή τα θύματα εμπορίας προσώπων, αντανακλάται το συνολικό επίπεδο του δημοκρατικού και δικαιοκρατικού πολιτισμού του».
Η κ. Σαββίδου θεωρεί «απαραίτητο οι αρμόδιες πολιτειακές αρχές να προβληματιστούν από την πρόσφατη απόφαση του Βελγικού δικαστηρίου και να επιδιώξουν τη βελτίωση και ενίσχυση των διαδικασιών που εφαρμόζονται για προστασία των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων»
ΠΗΓΗ - ΚΥΠΕ




