Ο Γενς Βάιντμαν, ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας, πρόβαλλε ισχυρές ενστάσεις στην παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας στη Λαϊκή Τράπεζα, λέγοντας μάλιστα ότι διόγκωνε την περιουσία της για να εμφανίζεται φερέγγυα. Ο τότε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Πανίκος Δημητριάδης, αμφισβητούσε τις θέσεις Βάιντμαν λέγοντάς του ότι οι αναλυτές διαχείρισης κινδύνου της Λαϊκής γνωρίζουν καλύτερα την κατάσταση της τράπεζας από τους αναλυτές στη Φρανκφούρτη που εξέφραζαν ανησυχία για την κατάσταση της κυπριακής τράπεζας.

Διαβάστε την απάντηση Δημητριάδη ΕΔΩ

Ένα πολύ αποκαλυπτικό δημοσίευμα της New York Times, το οποίο αφήνει εκτεθειμένη τόσο τη Λαϊκή Τράπεζα όσο και -κυρίως- τη διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κατά την περίοδο 2012-2013, όταν Διοικητής ήταν ο Πανίκος Δημητριάδης, είδε χθες το φως της δημοσιότητας στην έκδοση της αμερικανικής εφημερίδας «New York Times».

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundensbank) Γενς Βάιντμαν δεν αποδεχόταν την παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας στη Λαϊκή Τράπεζα και υποστήριζε πως η ίδια τράπεζα διόγκωνε εσκεμμένα την αξία των περιουσιακών της στοιχείων που έθετε ως εξασφάλιση, για να παίρνει χρήματα από τον Μηχανισμό Έκτακτης Ρευστότητας (ELA).

Μάλιστα η εφημερίδα δημοσιεύει απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίας του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), σύμφωνα με τα οποία ο Γενς Βάιντμαν είχε πει ότι οι αναλυτές της είχαν διαπιστώσει ότι η Λαϊκή παρουσίαζε διογκωμένα τα περιουσιακά της στοιχεία κατά 1,3 δις. Την διαπίστωση αυτή του Βάιντμαν είχε απορρίψει ο Πανίκος Δημητριάδης, ο οποίος απάντησε στον Γερμανό κεντρικό τραπεζίτη ότι οι αναλυτές της Λαϊκής είναι καλύτερα ενημερωμένοι από τους αναλυτές της ΕΚΤ.

Επιτροπή Πική: Η Κεντρική συνέχιζε τον ELA, ενώ γνώριζε

Σημειώνεται ότι και στην Κύπρο κατά την περίοδο εκείνη είχαν αφεθεί αιχμές τόσο από πολιτικούς όσο και από τα ΜΜΕ κατά του τότε Διοικητή Πανίκου Δημητριάδη ότι παρουσίαζε την τράπεζα ως υγιή, φερέγγυα και αξιόχρεη ενώ γνώριζε ότι ήταν αφερέγγυα. Σχετική αναφορά γίνεται επίσης και στο πόρισμα της Επιτροπής Πική, στο οποίο σημειώνονται χαρακτηριστικά τα εξής:

«Για την νυν διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας, της οποίας ηγείται ο Πανίκος Δημητριάδης, η Επιτροπή ασκεί κριτική γιατί συνέχισε την παροχή ELA στη Λαϊκή, το ποσό του οποίου ξεπέρασε τα 9 δις τον Ιούλιο του 2012, εφόσον η τράπεζα ήταν πλέον αφερέγγυα.

» Πλησιέστερη προς την αλήθεια είναι η δήλωση του κ. Δημητριάδη στις 26 Μαρτίου 2013, ότι η Λαϊκή Τράπεζα κρατήθηκε στη ζωή μέσω του αναπνευστήρα του ELA για 9 μήνες και ότι η συμφωνία με την τράπεζα αποτέλεσε όρον επιβεβαίωσης για τη χώρα. Πρόσθεσε, ότι σκοπός ήταν να την κρατήσουμε στη ζωή, να γίνουν οι εκλογές και η νέα Κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της».

Αφορμή η ενιαία εποπτεία

Αφορμή για το χθεσινό χθεσινό δημοσίευμα στην εφημερίδα «New York Times», υπό τον τίτλο «Εξετάσεις υγείας για τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε μια προσπάθεια να καθησυχαστούν οι φόβοι των επενδυτών», είναι η απόφαση της ΕΕ για τη μελλοντική ενιαία εποπτεία της ΕΚΤ. Με βάση την ενιαία εποπτεία, η εφημερίδα προχωρεί σε παραλληλισμούς με την παραχώρηση του ELA στη Λαϊκή Τράπεζα.

H «New York Times» υποστηρίζει πως η κατάρρευση των κυπριακών τραπεζών το 2013 ώθησε την ΕΚΤ να αναθεωρήσει την προσέγγιση αναφορικά με την εποπτεία των τραπεζών. Αντί να αφήσει την εποπτεία στις εθνικές Κεντρικές Τράπεζες στη βάση των δικών τους κανόνων, η ΕΚΤ αποφάσισε να αναθέσει την επιτήρηση σε έναν πανευρωπαϊκό επόπτη, αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Τα πρακτικά του συμβουλίου της ΕΚΤ

Η εφημερίδα επικαλείται τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ από τον Μάιο του 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του 2013, τα οποία καταγράφουν έντονες διαφωνίες μεταξύ της Γερμανίας και των υπόλοιπων χωρών, αναφορικά με την παραχώρηση ELA στη Λαϊκή Τράπεζα.

«Το 2013», αναφέρεται ακόμα στο δημοσίευμα, «η ΕΚΤ ενέκρινε την παροχή κατεπείγουσας ρευστότητας (ELA) στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους 9 δις, παρά τις ενστάσεις ενός κορυφαίου αξιωματούχου, ο οποίος υποστήριζε ότι η τράπεζα ήταν αφερέγγυα. Αυτός ο κορυφαίος αξιωματούχος ήταν ο Διοικητής της Bundensbank, Γενς Βάιντμαν».

Ακόμα πιο αποκαλυπτικό γίνεται το δημοσίευμα στη συνέχεια. Γράφει συγκεκριμένα η εφημερίδα ότι «στη συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, τον Δεκέμβριο του 2012 (σ. «Σημερινής», όταν δηλαδή η Λαϊκή βρισκόταν στον αναπνευστήρα, όπως ο ίδιος ο κ. Δημητριάδης παραδέχθηκε τρεις μήνες αργότερα), ο τότε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είπε ότι το να αφεθεί η Λαϊκή Τράπεζα να καταρρεύσει ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης μεγαλύτερου πανικού στην αγορά.

«Οι συνάδελφοί του εκτός από τον Γενς Βάιντμαν, τον σκληρό επικεφαλής της Bundensbank, συμφώνησαν», αναφέρει το δημοσίευμα.

Ήταν ανένδοτος ο Βάιντμαν

Σύμφωνα με τη «New York Times», και με βάση τα πρακτικά των συνεδριάσεων του ΔΣ της ΕΚΤ, ο κ. Βάιντμαν ήταν ανένδοτος, ότι η Λαϊκή είχε διογκώσει την αξία των εξασφαλίσεών της για να λάβει περισσότερα δάνεια. Η παροχή χρημάτων στη Λαϊκή θα παραβίαζε το δόγμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να μην στηρίζει προβληματικά ιδρύματα.

«Δεν ήταν καθήκον του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ να διατηρεί στη ζωή τράπεζες που ανέμεναν ανακεφαλαιοποίηση και δεν ήταν φερέγγυες», δήλωσε ο κ. Βάιντμαν σε μια από τις συνεδρίες.

Ανησυχούσαν Γαλλία και Ολλανδία

Αναφέρεται επίσης ότι και ο Christian Noyer, ο επικεφαλής της γαλλικής Κεντρικής Τράπεζας, είχε πει, σύμφωνα με τα πρακτικά, ότι ανησυχούσε πολύ από «από τον επιθετικό τρόπο με τον οποίο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αποτιμούσε τις εξασφαλίσεις της Λαϊκής τονίζοντας ότι αυτή η προσέγγιση διπλασίαζε τον κίνδυνο για την ΕΚΤ.

Ο κεντρικός τραπεζίτης της Ολλανδίας Klaas Knot είχε εκφράσει με τη σειρά του επιφυλάξεις για τη χρηματοδότηση της Λαϊκής λέγοντας ότι το θέμα των εξασφαλίσεων τον έκανε να αισθάνεται «πολύ άβολα».

Τώρα νίπτει τας χείρας η ΕΚΤ: Βασιζόμασταν στην εκτίμηση της Κεντρικής

Η ΕΚΤ, πάντως, επέρριψε την ευθύνη για την παραχώρηση ΕLA στη Λαϊκή, στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στην εκτίμηση της οποίας στηριζόταν για να δίνει χρήματα στη Λαϊκή.

Συγκεκριμένα σε δήλωση προς απάντηση ερωτήσεων της «New York Times» για τον ΕLA που παραχωρήθηκε στην Κύπρο, η ΕΚΤ σημειώνει ότι αυτή η βοήθεια αποτελεί αρμοδιότητα των εθνικών κεντρικών τραπεζών, παρόλο που το ΔΣ της ΕΚΤ έχει δικαίωμα βέτο. Προσθέτει δε πως η ΕΚΤ δεν ενεργούσε ως επόπτης του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, αλλά βασιζόταν πλήρως στην εκτίμηση της κυπριακής Κεντρικής Τράπεζας.

«Ως εκ τούτου το να εξάγονται συμπεράσματα για τον μελλοντικό εποπτικό ρόλο της ΕΚΤ στη βάση της βοήθειας που δόθηκε στην Κύπρο είναι μεροληπτικό», καταλήγει η ΕΚΤ.

Πάντως η κ. Νουί, η οποία ανέλαβε καθήκοντα στις 2 Ιανουαρίου λέει ότι πλέον η ΕΚΤ έχει καλύτερα μέσα για να διαχειριστεί προβληματικές τράπεζες.

«Όταν υπάρχουν κρίσεις θα είμαστε σε θέση να οργανώσουμε το κλείσιμο μιας τράπεζας με ένα συντεταγμένο τρόπο χωρίς να δημιουργούμε φαινόμενα ντόμινο», λέει.

Διαβάστε επίσης: