Η κρίση των κυπριακών τραπεζών οδήγησε τις ευρωπαϊκές αρχές να κάνουν δεύτερες σκέψεις σε σχέση με την προσέγγιση τους απέναντι στις οικονομίες της Ευρωζώνης, αναφέρεται σε άρθρο της New York Times.

Το δημοσίευμα υπό τον τίτλο «Εξετάσεις υγείας για τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε μια προσπάθεια να καθησυχαστούν οι φόβοι των επενδυτών», προχωρεί σε παραλληλισμούς μεταξύ της παραχώρησης του ELA στην Λαϊκή Τράπεζα με τη μελλοντική ενιαία εποπτεία της ΕΚΤ.

Το δημοσίευμα φέρνει ως παράδειγμα την περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία στηρίχθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσω του ELA, παρά την αφερεγγυότητα της. Οι αρθρογράφοι επικαλούνται δηλώσεις της επικεφαλής του ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού εποπτείας των τραπεζών, Ντανιέλ Νούι, η οποία εξέφρασε βεβαιότητα ότι οι επενδυτές θα γνωρίζουν το περιεχόμενο των ισολογισμών των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Ερωτήματα προκύπτουν όμως, σύμφωνα με τους αρθρογράφους, από τις προηγούμενες πρακτικές των Κεντρικών Τραπεζών σε σχέση με την προθυμία τους να σταματήσουν να στηρίζουν μια «άρρωστη» τράπεζα και να την αφήσουν να καταρρεύσει.

Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η εφημερίδα αναφέρεται στη Λαϊκή Τράπεζα.  Το 2013, αναφέρει το δημοσίευμα, η ΕΚΤ ενέκρινε την παροχή κατεπείγουσας ρευστότητας (ELA) στην Λαϊκή Τράπεζα ύψους 9 δις, παρά τις ενστάσεις ενός κορυφαίου αξιωματούχου ο οποίος υποστήριζε ότι η τράπεζα ήταν αφερέγγυα. Αυτός ο κορυφαίος αξιωματούχος ήταν ο Διοικητής της Μπούντενσμπανκ, Γενς Βάιντμαν.

Ως εκ τούτου, η κατάρρευση των κυπριακών τραπεζών τον τελευταίο χρόνο οδήγησε τις ευρωπαϊκές αρχές να κάνουν δεύτερες σκέψεις, σε σχέση με την προσέγγιση τους απέναντι στις οικονομίες των χωρών της ευρωζώνης.

Αντί να αφήσουν το σύστημα να εποπτεύεται από ανόμοιους εθνικούς κανονισμούς και ο καθένας να ακολουθεί τους δικούς του, οι αρμόδιοι δημιούργησαν έναν πανευρωπαϊκό παρατηρητή.

Ο καλύτερος τρόπος να επανακτήσουμε την  εμπιστοσύνη στις τράπεζες της ευρωζώνης είναι να αναγνωρίσουμε τα «κακά» δάνεια -bad loans-  και να τα διαγράψουμε, σύμφωνα με τον Willian White(πρώην οικονομικό σύμβουλο της Bank for International Settlements).

Το ρίσκο, αν δεν γίνει αυτό, είναι να δημιουργήσουμε τράπεζες «ζόμπι» όπως αυτές στην Ιαπωνία που θα βυθίζονται για χρόνια μέσα σε «κόκκινα δάνεια».

Αυτό φυσικά δεν είναι πάντα εύκολο, τουλάχιστον με βάση τα όσα έγιναν στην περίπτωση της Κύπρου.

Ο τότε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Πανίκος Δημητριάδης, δήλωσε ότι το να επέτρεπαν στην Λαϊκή να καταρρεύσει θα ρίσκαραν τη δημιουργία μεγάλου πανικού στις αγορές. Ο Γερμανός Κεντρικός Τραπεζίτης (Bundesbank), Jens Weidmann συμφώνησε με την πιο πάνω άποψη.

Σύμφωνα με την New York Times, η οποία επικαλείται τα πρακτικά της συνεδρίας, ο κ. Waidnman ήταν ανένδοτος ότι η Λαϊκή είχε διογκώσει η αξία των εξασφαλίσεων της για να λάβει περισσότερα δάνεια. Η παροχή χρημάτων στη Λαϊκή θα παραβίαζε το δόγμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να μην στηρίζει προβληματικά ιδρύματα.

«Δεν είναι δουλειά του governing council να βοηθά τράπεζες, οι οποίες περιμένουν κεφαλαιοποίηση και δεν είναι φερέγγυες», δήλωσε στη συνεδρία του Δεκέμβρη του 2012. Σε ερώτηση για τα κυπριακά δάνεια, η ΕΚΤ απάντησε ότι τέτοιου είδους βοήθεια είναι δουλειά της εθνικής κεντρικής τράπεζας παρόλο που το ΔΣ  έχει την επιλογή του «βέτο».

Η ΕΚΤ είπε ότι δεν ενεργούσε σαν εποπτική αρχή και βασίστηκε πλήρως στην αξιολόγηση Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Οι νέες αρμοδιότητες εποπτείας της ΕΚΤ, της δίνουν τη δυνατότητα να παρέμβει στη διοίκηση των τραπεζών με ένα τρόπο που δεν μπορούσε κατά την διάρκεια της κυπριακής κρίσης.

Η Κεντρική Τράπεζα θα μπορεί να «μπλοκάρει» μια τράπεζα από το να δώσει μερίσματα στους μετόχους της και να χρησιμοποιήσει αυτά τα λεφτά για να «χτίσει» κεφάλαιο. 

Η Nouy όταν άρχισε να εργάζεται στην ΕΚΤ, μετά το επεισόδιο στην Κύπρο, δήλωσε ότι η ΚΤ αυτή τη στιγμή είναι εξοπλισμένη ούτως ώστε να μπορεί να χειρίζεται καλύτερα τις προβληματικές τράπεζες.

Όταν μία τράπεζα είναι προβληματική θα μπορεί να «κλείσει» πιο εύκολα χωρίς να δημιουργείται domino effect, είπε η Nouy.

Τόνισε όμως πως δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι δεν θα υπάρχουν τραπεζικές κρίσεις πλέον.