Ουδόλως τυχαία ήταν η αντίδραση των κομμάτων στις δηλώσεις ανεξάρτητων κατά τα άλλα αξιωματούχων, περί πιθανού νέου κουρέματος, λόγω πρόσθετων αναγκών κεφαλαιοποίησης των τραπεζών, αν δεν περάσει το νομοσχέδιο για εκποιήσεις. Καταγράφεται ήδη έντονη ανησυχία ανάμεσα στους καταθέτες και αυξημένες εκροές, προκαλώντας εκνευρισμό στους τραπεζίτες. Δεν μας εκφράζουν τέτοιες τοποθετήσεις, διαμήνυσε το Προεδρικό, το οποίο όμως καλείται να μαζέψει τους «ασυμμάζευτους»

Τα... μαζεύουν

Ενώ καλά-καλά το τραπεζικό σύστημα δεν έχει ορθοποδήσει και σίγουρα έχει ακόμη δρόμο για να σταθεροποιηθεί, οι «εκβιαστικές» δηλώσεις του Νομπελίστα Χριστόφορου Πισσαρίδη και του Προέδρου του Δημοσιονομικού Συμβουλίου Δημήτρη Γεωργιάδη ήρθαν να προσθέσουν στα πολλά άλλα και σημαντικά προβλήματα.

Οι δημόσιες δηλώσεις τους, περί δήθεν πιθανού νέου κουρέματος, για πρόσθετα κεφάλαια που θα χρειαστούν οι τράπεζες σε περίπτωση μη έγκρισης του νομοσχεδίου για τις εκποιήσεις -την ίδια ώρα βέβαια η Κυβέρνηση διεμήνυε ότι τα κόμματα μπορούν να τροποποιήσουν τον νόμο- διοχέτευσαν στον υποψιασμένο πολίτη νέες ανασφάλειες και αβεβαιότητες.

Αποτέλεσμα είναι, όπως πληροφορούμαστε, τα επίπεδα αναλήψεων μετρητών να εκτοξευθούν τις τελευταίες μέρες σε διαχειρίσιμα μεν, ανησυχητικά επίπεδα δε, υπενθυμίζοντας σ' όλους ότι το κακό δεν πέρασε και κυρίως ότι πριν μιλήσουν κάποιοι, για πολιτικούς, κομματικούς ή άλλους λόγους, να σκέφτονται πρώτα και κύρια το αύριο.

«Οι αναλήψεις είναι σε επίπεδο τουλάχιστον περιόδου Χριστουγέννων και η αύξηση τις τελευταίες ημέρες ήταν ραγδαία», ανέφερε στη «Σ» ανώτατη πηγή του Συνδέσμου Τραπεζών, επιβεβαιώνοντας εν μέρει τον εκνευρισμό που διακατέχει τους τραπεζίτες λόγω ατυχών ή ακόμη και αφελών πράξεων πολιτικών και άλλων αξιωματούχων.

«Έσπασαν τα τηλέφωνα»

Αυτό που ενισχύει τις ανησυχίες των τραπεζιτών είναι το γεγονός ότι πολλοί καταθέτες, που με «χίλια ζόρια» επέστρεψαν στο τραπεζικό τους ίδρυμα και κυρίως άρχισαν πάλι να εμπιστεύονται, «έσπασαν τα τηλέφωνα», κατά την έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από την πηγή του Συνδέσμου Τραπεζών που μίλησε στη «Σ». «Είναι ασφαλή τα λεφτά μας; Πρέπει να τα αποσύρουμε; Υπάρχουν διαθέσιμες θυρίδες;» είναι μερικά από τα ερωτήματα που υποβάλλουν συνεχώς, αναζητώντας σαφείς απαντήσεις για το τι μέλλει γενέσθαι.

Οι εξελίξεις, όπως ήταν φυσικό, θορύβησαν τους τραπεζίτες, που δίνουν αγώνα κυριολεκτικά επιβίωσης των ιδρυμάτων τους. Ανώτατο στέλεχος τράπεζας ανέφερε στη «Σ» ότι «όλοι αυτοί που μιλούν για εμάς, χωρίς να μας ρωτούν (σ.σ. προφανώς για τις πρόσφατες δηλώσεις) θα πρέπει να σκέφτονται διπλά και τριπλά πριν να μιλήσουν». Και συνέχισε σε ιδιαίτερα δηκτικό ύφος ότι «στην Κύπρο έχουμε μια τάση αυτοκαταστροφής στον βωμό πολιτικών και άλλων συμφερόντων».

Υπερβολές...

Χωρίς αυτό να αφαιρεί την ευθύνη του Προεδρικού για τις δηλώσεις διορισμένων ανεξάρτητων, κατά τα άλλα, αξιωματούχων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φέρεται να διαχώρισε τη θέση του από τα λεχθέντα δημοσίως του Νομπελίστα. Συγκεκριμένα, το θέμα συζητήθηκε στη Σύσκεψη Αρχηγών προχθές Πέμπτη, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να κάνει λόγο για υπερβολές κάποιων (εννοώντας αυτούς που μίλησαν για πιθανότητα κουρέματος) λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «οι απόψεις τους δεν εκφράζουν την Κυβέρνηση».

Πάντως, πολιτικοί αναλυτές έλεγαν στη «Σ» ότι από την όλη επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος προκύπτει θέμα «άρσης εμπιστοσύνης» σε κάποια πρόσωπα και θεσμούς. «Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το Προεδρικό να νίπτει τας χείρας του, όταν αξιωματούχοι που το ίδιο διόρισε και περιέβαλε με εμπιστοσύνη βλάπτουν την οικονομία, μέσα από ατυχείς και ανεδαφικές εν πολλοίς τοποθετήσεις», έλεγαν χαρακτηριστικά.
Από την άλλη, πρόεδρος κόμματος με γνώση των οικονομικών εξελίξεων εκτίμησε ότι το θέμα των αυξημένων εκροών θα αντιμετωπιστεί, λόγω του μηνύματος που στάλθηκε χθες για τη συναίνεση κομμάτων και εν μέρει της Κυβέρνησης περί του μέλλοντος του επίμαχου νομοσχεδίου.

Βεβαίως, άλλος αξιωματούχος, άλλου κόμματος, διερωτήθηκε αν η αναβολή της συζήτησης μέχρι την ερχόμενη Παρασκευή φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και επιτρέψει συνέχιση του φαινομένου με τις ανάλογες για τις τράπεζες ζημιές.

Κανένα θέμα...

Όπως από προχθές αποκάλυψε η «Σ», δεν τίθεται κανένα ενδεχόμενο δημιουργίας πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις Τράπεζες, όποιο και αν είναι τελικά το αποτέλεσμα των συζητήσεων και ζυμώσεων για το επίμαχο νομοσχέδιο. «Αντίθετα, γνωρίζουμε ήδη ότι οι προβλέψεις που θα γίνουν ενόψει στρες τεστ είναι πολύ αυστηρές και δεν δημιουργούν κανένα πρόσθετο βάρος. Οι παράμετροι του τεστ αντοχής είναι αρκούντως αυστηρές και δεν πρόκειται να αλλάξουν μόνο για την Κύπρο. Ήταν λοιπόν ανεδαφικό, ατυχές και τουλάχιστον επιζήμιο κάποιοι να μιλήσουν ανοικτά και δημόσια για ένα νέο κούρεμα. Ακόμη και αν υπήρχε η ελάχιστη πιθανότητα για κάτι τέτοιο, αυτό θα έπρεπε να συζητηθεί στο παρασκήνιο και όχι στο προσκήνιο», σχολίασε στη «Σ» το ανώτατο στέλεχος του Συνδέσμου Τραπεζών.

Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν μάλιστα ότι η σιγή ιχθύος που τηρεί η Κεντρική Τράπεζα, μετά τις αναφορές της Χρυστάλλας Γιωρκάρτζη στη Βουλή, δεν είναι καθόλου τυχαία. Πρέπει να κατάλαβαν το πόσο ευαίσθητα ανταποκρίνεται ακόμη το τραπεζικό σύστημα και να τα μάζεψαν, μας ανέφερε χαρακτηριστικά.

Και τώρα θυρίδες από ιδιώτες!

Στο μεταξύ, λόγω της μη διαθεσιμότητας θυρίδων στις Τράπεζες -αφού το προϊόν δεν πωλούσε στο παρελθόν και ξαφνικά έγινε ανάρπαστο- εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ιδιώτες που προσφέρουν την εν λόγω υπηρεσία σε φυσικά πρόσωπα. Όπως αποκαλύπτει η «Σ», τεράστια ποσά ρευστού φυλάγονται σε θυρίδες συγκεκριμένης εταιρείας που παρέχει την υπηρεσία έναντι αμοιβής, η οποία, κατά κάποιες πληροφορίες, δεν ξεπερνά το οκτώ τοις χιλίοις. Μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες θέλουν μάλιστα την εν λόγω εταιρεία να επισκέφτηκε και ο Σύνδεσμος Τραπεζών, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να διασταυρώνεται.

Με βάση την κείμενη νομοθεσία και την εμπιστευτικότητα που διέπει τέτοιες συμφωνίες μεταξύ φυσικού προσώπου και εταιρείας, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το ποσό σε μετρητά που διατηρείται στις θυρίδες. Το μόνο δεδομένο που υπάρχει είναι οι εκτιμήσεις του Συνδέσμου Τραπεζών, όπως εκφράστηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο, ότι έξω από τις Τράπεζες κυκλοφορούν περίπου €800 εκατ. σε μετρητά.