Δεν οδηγείται ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του άρθρου 146 του Συντάγματος και του νομοσχεδίου για τη δημιουργία Διοικητικού Δικαστηρίου, με κατά πλειοψηφία απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, που έκρινε ότι χρήζει περαιτέρω συζήτησης ώστε να υπάρξει κατάληξη για τη σύσταση εφετείου εντός του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Σε δήλωση μετά την τοποθέτηση των κομμάτων την Τετάρτη ενώπιον της Επιτροπής Νομικών, ο Πρόεδρος του σώματος Σωτήρης Σαμψών ανακοίνωσε ότι σε ό,τι αφορά στο θέμα της τροποποίησης του Συντάγματος για τη δημιουργία Διοικητικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή Νομικών κατά πλειοψηφία και με τη διαφωνία του ΔΗΣΥ αποφάσισε ότι το ζήτημα χρήζει περαιτέρω εξέτασης και έτσι παραμένει ενώπιον της Επιτροπής.

Απαντώντας σε ερώτηση, ο κ. Σαμψών διευκρίνισε ότι δεν θα οδηγηθεί ενώπιον της Ολομέλειας αυτή την Πέμπτη και αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο η Ολομέλεια της Βουλής να συνέλθει σε  έκτακτη συνεδρία για νομοθετικό έργο, είπε ότι ακόμα δεν γνωρίζει εάν θα πραγματοποιηθεί τέτοια συνεδρία.

Συνεχίζοντας δήλωσε την ετοιμότητα της Επιτροπής να συνεχίσει τη συζήτηση ώστε να επιτευχθεί κατάληξη το συντομότερο δυνατό σε κοινή θέση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών εξήγησε ότι η Επιτροπή έχει προτείνει, στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο αρμόδιο Υπουργείο,  την αύξηση των Δικαστών από πέντε που προβλέπει το νομοσχέδιο σε εφτά και τη δημιουργία εφετείου εντός του  Διοικητικού Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι τόσο το Υπουργείο, όσο και η Κυβέρνηση συμφώνησαν επί του θέματος αρχής, ωστόσο η Νομική Υπηρεσία γνωμάτευσε ότι μια τέτοια ρύθμιση θα παραβίαζε το άρθρο 155 του Συντάγματος, που προνοεί ότι το μόνο εφετείο στη Δημοκρατία είναι το Ανώτατο Δικαστήριο.

Ο κ. Σαμψών διευκρίνισε ότι η τροποποίηση του Συντάγματος, που ούτως ή άλλως πρέπει να γίνει για να μπορέσει να συσταθεί το Διοικητικό Δικαστήριο, είναι θέμα που πρέπει να απασχολήσει περαιτέρω την Επιτροπή.

Ερωτηθείς εάν το Ανώτατο Δικαστήριο συμφωνούσε, ο κ. Σαμψών απάντησε ότι το Ανώτατο συμφωνούσε στην πλειοψηφία του, θεωρώντας τη σύσταση του Δικαστηρίου ως θετική εξέλιξη, νοουμένου ότι δεν υπήρχε αντισυνταγματικότητα.

Εάν η πολιτεία και το Ανώτατο εξακολουθούν να θεωρούν θετική εξέλιξη τη δημιουργία εφετείου εντός του Διοικητικού Δικαστηρίου, πρέπει να απασχολήσει την Επιτροπή Νομικών το ενδεχόμενο τροποποίησης και του άρθρου 155 του Συντάγματος, είπε.

Σχολιάζοντας παρατήρηση ότι τελεσίδικα και αμετάκλητα σε ό,τι αφορά τη συνταγματικότητα των νόμων αποφασίζει το Ανώτατο Δικαστήριο και όχι η Νομική Υπηρεσία, ο κ. Σαμψών ανέφερε ότι η Επιτροπή Νομικών έχει ενώπιον της μια γνωμάτευση την οποία δεν μπορεί να αγνοήσει.

Γόνιμος ο προβληματισμός

Ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ Άριστος Δαμιανού ανέφερε ότι αναπτύχθηκε πολύ γόνιμος προβληματισμός στην Επιτροπή Νομικών, μέρος του οποίου ήταν να μοιραστούμε κάποιες σκέψεις με το Ανώτατο Δικαστήριο.

Είπε ακομα ότι αυτό που προτίθεται να κάνει η Κυβέρνηση είναι πολύ σημαντικό και πολύ σοβαρό και εξήγησε ότι θα μεταθέσει τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πέντε πρωτοδιόριστους Δικαστές.

Ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ είπε ότι η Επιτροπή Νομικών επεξεργάστηκε μια σειρά προτάσεων, διεξήχθη δημιουργικός διάλογος και ακόμα και αυτή τη στιγμή  δεν υπάρχει ειλημμένη πολιτική απόφαση και ακόμα μέχρι και χθες αναζητείτο η σύγκλιση για να δημιουργηθεί η πλειοψηφία που  απαιτείται για την τροποποίηση του Συντάγματος.

Αφού ανέφερε ότι οι πλείστες των εισηγήσεων που κατέθεσε το ΑΚΕΛ έτυχαν θετικής αποδοχής, πρόσθεσε ότι όλα τα μέλη της Επιτροπής Νομικών αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα του εγχειρήματος και αποφασίσαμε ότι η συζήτηση στην Επιτροπή πρέπει να συνεχιστεί και κατά τους επόμενους μήνες, συζητώντας ξανά και με το Ανώτατο και τον Υπουργό Δικαιοσύνης για να διερευνηθεί η γεφύρωση των διαφορετικών προσεγγίσεων.

Ο κ. Δαμιανού εξήγησε ότι μέρος του προβληματισμού ήταν να ενδυναμωθεί αυτός ο θεσμός και στην τελική ανάλυση τον τελευταίο λόγο να έχει το Ανώτατο Δικαστήριο, για σοβαρά ζητήματα δημοσίου συμφέροντος.

Εντός του προβληματισμού, είπε, τέθηκαν θέματα όπως η αύξηση Δικαστών, η δημιουργία δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας, η διατήρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο της αναθεωρητικής δυνατότητας, η απευθείας εκδίκαση υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο για λόγους δημοσίου συμφέροντος και η ενίσχυση του θεσμού που προτείνει η Κυβέρνηση πρακτικά και θεσμικά.

Την ίδια ώρα, συνέχισε, γνωρίζουμε ότι η σπουδή που επιδείχθηκε για να ψηφιστεί αυτή η νομοθεσία, σήμερα δεν έχει αντίκρισμα αφού δεν έχουν διοριστεί ακόμα οι Δικαστές.

Πρόσθεσε ότι από τις 6 θέσεις Δικαστών, που δεν σχετίζονταν με το Διοικητικό Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας απόλυτη αρμοδιότητα αποφάσισε ότι θα προσλάβει μόνο δύο και ανέφερε ότι υπό αυτά τα δεδομένα υπάρχει ο χρόνος για να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση.

Απαντώντας σε ερώτηση, είπε ότι η Κυβέρνηση είχε πρόθεση να μεταθέσει σε ένα καινούργιο Δικαστήριο μια καινούργια αρμοδιότητα που ασκεί από το 1963-64 το Ανώτατο Δικαστήριο, γεγονός το οποίο από μόνο του συνιστά υποβάθμιση της δικαιοσύνης.

Άλλο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο που είναι το τελικό Δικαστήριο και άλλο είναι ένα δικαστήριο επαρχιακού επιπέδου, είπε, αναφέροντας ότι με τούτο δεδομένο προσπαθήσαμε να ενισχύσουμε το θεσμό που θέλει να δημιουργήσει η Κυβέρνηση και την ίδια ώρα να διασφαλίσουμε την ποιότητα της απονομής της δικαιοσύνης.

Ο κ. Δαμιανού ανέφερε ότι υπάρχουν πάρα πολλές αντιδράσεις και μάλιστα από ανθρώπους, οι οποίοι για πάρα πολλά χρόνια ασχολούνται με ζητήματα διοικητικού δικαίου, εγνωσμένου κύρους νομικούς και πέραν του χώρου της Αριστεράς.

Ανέφερε ακόμα ότι “με την εισήγηση μας υπάρχουν και συναινέσεις και αφού δούμε το τελικό αποτέλεσμα αυτής της άσκησης, θα τοποθετηθούμε και πολιτικά, για αυτό και τα κόμματα είπαμε ότι δεν είμαστε σε θέση να τοποθετηθούμε”.

Σχολιάζοντας την παρατήρηση ότι το Διοικητικό Δικαστήριο ως πρωτοβάθμιο όργανο απονομής της δικαιοσύνης θα σημαίνει χαμηλότερες αμοιβές για τους δικηγόρους, αφού για τις προσφυγές στο Ανώτατο οι αμοιβές είναι πολύ ψηλότερες, ο κ. Δαμιανού ανέφερε οι Δικηγόροι του προς πίστη τους συμφώνησαν με όσα είχαν προταθεί, γνωρίζοντας εντούτοις ότι άλλο είναι να εκδικάζεις στο Ανώτατο και άλλο σε άλλο Δικαστήριο.

Καταλήγοντας είπε ότι η ουσία είναι να διασφαλίσουμε τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης και την ποιότητα της παρεχόμενης δικαιοσύνης.

ΠΗΓΗ - ΚΥΠΕ