Η αγορά εργασίας της ΕΕ ανακάμπτει σταδιακά για πρώτη φορά από το 2011, ωστόσο, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να διογκώνεται, ενώ η κατάσταση των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα δεν έχει βελτιωθεί, σημειώνει η τριμηνιαία επισκόπηση της Κομισιόν για την απασχόληση και την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη.
 
«Πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην εύρεση εργασίας, ιδίως όσοι έχουν παραμείνει άνεργοι για μεγάλο χρονικό διάστημα», δήλωσε ο επίτροπος για θέματα απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και κοινωνικής ένταξης, Λάσλο Άντορ, ο οποίος κάλεσε τα κράτη μέλη να κάνουν περισσότερα για την υποστήριξη της δημιουργίας θέσεων εργασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, ιδίως μέσω των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας και της μεγαλύτερης κοινωνικής επένδυσης.
 
«Η παροχή σε όλους τους νέους πραγματικών ευκαιριών στην αγορά εργασίας μέσω της υλοποίησης των "Εγγυήσεων για τη Νεολαία" αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα και πρέπει να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για να βοηθηθούν οι μακροχρόνια άνεργοι», κατέληξε.
 
Σύμφωνα με την επισκόπηση, τον Απρίλιο του 2014 σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2013, το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 18 χώρες και αυξήθηκε σε 10 χώρες. Η ανεργία μειώθηκε περισσότερο στην Ουγγαρία (2,6%), στην Πορτογαλία (2,1%), και στην Ιρλανδία (1,7) ενώ σε μικρότερο βαθμό στην Ελλάδα και στην Ισπανία.
 
Το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε σε 15 κράτη μέλη και μειώθηκε σε 12 το τελευταίο τρίμηνο του 2013 σε ετήσια βάση. Στην Κύπρο καταγράφηκε η μεγαλύτερη μείωση με 3,1%, ενώ στη δεύτερη θέση ήταν η Ελλάδα, με υποχώρηση της απασχόλησης 2,1%.
 
Η έκθεση χαρακτηρίζει «ιδιαίτερα ανησυχητική» την κατάσταση στην Ελλάδα και στην Ισπανία, όπου η υψηλή υποαπασχόληση συνδυάστηκε με υψηλή και αυξανόμενη μακροχρόνια ανεργία το τελευταίο τρίμηνο του 2013. Μάλιστα, οι δύο χώρες έχουν τα ψηλότερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας, τα οποία ξεπερνούν τις 10 ποσοστιαίες μονάδες επί της συνολικής ανεργίας.
 
Στην Ελλάδα το μοναδιαίο κόστος εργασίας μειώθηκε 2,9% και στην Κύπρο 2,7%). Πρόκειται για τις δύο μεγαλύτερες μειώσεις έναντι μικρής αύξησης που σημειώθηκε στις χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης.
 
Στην Κύπρο καταγράφηκε και το ψηλότερο ποσοστό εργαζομένων που δηλώνει έτοιμο να εργασθεί σε άλλο κράτος μέλος φτάνοντας στο 35% το 2013 από 20% το 2011. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυξήθηκε από 27% το 2011 σε 29% το 2013, ενώ στην ΕΕ μειώθηκε από 28% σε  25%.
 
Μεταξύ των πρόσφατων θετικών ενδείξεων, η Κομισιόν τονίζει ότι δημιουργούνται θέσεις απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται, αν και σε μέτριο βαθμό. Ωστόσο, τα σημερινά επίπεδα απασχόλησης (περίπου 224 εκατομμύρια απασχολούμενοι) εξακολουθούν να είναι χαμηλότερα από τα προ της κρίσης επίπεδα (περίπου 230 εκατομμύρια απασχολούμενοι στα μέσα του 2008) και το ποσοστό ανεργίας παραμένει κοντά στα ιστορικώς υψηλά επίπεδα (10,4% στο τέλος Απριλίου 2014, ύστερα από ένα μέγιστο ποσοστό 10,9% που παρατηρήθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013).
 
Υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις στα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των κρατών μελών και η ποιότητα των θέσεων εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας, καθώς η αύξηση της απασχόλησης οφείλεται κυρίως στην προσωρινή και τη μερική απασχόληση. Το πιο ανησυχητικό γεγονός είναι το ότι η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αυξάνεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας.
 
Η κατάσταση της αγοράς εργασίας παραμένει πολύ δύσκολη για τους νέους κάτω των 25 ετών, με ποσοστό ανεργίας 22,5% τον Απρίλιο του 2014, ενώ από την αύξηση της απασχόλησης μέχρι σήμερα έχουν επωφεληθεί κυρίως οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας (55-64). Επίσης, οι νέοι είναι εκείνοι που πλήττονται σκληρότερα από την υποαπασχόληση και αποθαρρύνονται να αναζητήσουν εργασία.
 
Ακόμη και αν οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στην ΕΕ έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η ανεργία μειώνεται λιγότερο για τις γυναίκες από ό, τι για τους άνδρες. Επιπλέον, οι γυναίκες τείνουν να είναι σημαντικά πιο υποαπασχολούμενες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες (εργαζόμενες ακουσίως με μειωμένο ωράριο) και εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών όσον αφορά τα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και τα ωράρια εργασίας.
 
Σε σύγκριση με τα έτη που προηγήθηκαν της κρίσης (2004-2008), ο αριθμός των εργαζομένων που μετακινούνται εντός της ΕΕ από τις νότιες χώρες αυξήθηκε (+38%). Οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι που προέρχονται από χώρες του Νότου αποτελούν πλέον το 18% των συνολικών ροών των μετακινουμένων στο εσωτερικό της ΕΕ σε σύγκριση με το 11% προηγουμένως. Οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι της ΕΕ κατευθύνονται περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν προς τη Γερμανία, την Αυστρία, το Βέλγιο και τις σκανδιναβικές χώρες. Συνολικά η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν τις δύο κυριότερες χώρες προορισμού.
 
Το δικαίωμα στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της ΕΕ κατοχυρώθηκε στη Συνθήκη πριν από περισσότερα από 50 χρόνια και αποτελεί έναν από τους πυλώνες της ενιαίας αγοράς. Για να διευκολύνει την άσκηση του δικαιώματος αυτού, η Επιτροπή πρότεινε μια νέα οδηγία που εγκρίθηκε στις Απριλίου 2014 από το Συμβούλιο των Υπουργών για την άρση των υφιστάμενων εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι, όπως η έλλειψη ευαισθητοποίησης όσον αφορά τους κανόνες της ΕΕ μεταξύ των εργοδοτών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και δυσκολίες όσον αφορά τη αναζήτηση πληροφοριών, βοήθειας και αποζημίωσης στα κράτη μέλη υποδοχής. Η Επιτροπή πρότεινε, επίσης, την περαιτέρω βελτίωση του πανευρωπαϊκού δικτύου αναζήτησης εργασίας EURES, ώστε αυτοί που επιθυμούν να εργαστούν ή να προσλάβουν προσωπικό σε άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση σε περισσότερες προσφορές θέσεων απασχόλησης και περισσότερα βιογραφικά.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ