Σε διαρκή συνεννόηση και στενή συνεργασία ευρίσκονται η Νομική Υπηρεσία και η αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως πληροφορείται το ΚΥΠΕ.
Και αυτό, εν όψει των εξελίξεων για την εκπλήρωση τουρκικών υποχρεώσεων ως προς την Δ΄ Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας, η οποία συζητείται πλέον σε πολιτικό επίπεδο στην Επιτροπή Υπουργών Εξωτερικών του Συμβουλίου της Ευρώπης, της οποίας η επόμενη συνεδρία είναι προγραμματισμένη για τον προσεχή Δεκέμβριο.
Στις 12 Μαΐου 2014 είχε εκδοθεί Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με ευρεία σύνθεση, με την οποία η Τουρκία υποχρεούτο, μεταξύ άλλων, στην καταβολή 90 συνολικώς εκατομμυρίων ευρώ ως δίκαιης ικανοποίησης στους εγκλωβισμένους της Καρπασίας και στους συγγενείς των αγνοουμένων, με την Κυβέρνηση της Τουρκίας να αντιδρά αρνητικά από τις πρώτες ώρες μετά την ανακοίνωση της Απόφασης, τόσο για τις δύο αυτές πτυχές της Προσφυγής όσο και για την πτυχή που αφορά το Περιουσιακό.
Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Τουρκίας παρακολουθεί, ως το αρμόδιο όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Επιτροπή Υπουργών Εξωτερικών, η οποία είχε προκαθορισμένη ημερήσια διάταξη στη συνεδρία στις 05 Ιουνίου 2014 και, επειδή είχε ήδη εκδοθεί η σχετική Απόφαση του ΕΔΑΔ στις 12 Μαΐου 2014 για την Δ΄ Διακρατική Προσφυγή, αποφάσισε να δώσει οδηγίες στη Γραμματεία της Επιτροπής για να ετοιμάσει έγγραφο στο οποίο να καταγράφεται η γενικότερη κατάσταση προόδου στην εκτέλεση της Απόφασης καθώς και ανάλυση των επιπτώσεων της Απόφασης και το ζήτημα θα εξετασθεί στη συνεδρία της τον προσεχή Δεκέμβριο.
Για παράδειγμα, εάν η Τουρκία αρνηθεί να καταβάλει τα 90 συνολικώς εκατομμύρια ευρώ μέχρι τις 12 Αυγούστου 2014, αυτό θα πρέπει να καταγραφεί από τη Γραμματεία της Επιτροπής Υπουργών Εξωτερικών του ΣτΕ. Η Κυπριακή Δημοκρατία, δυνάμει της Απόφασης της 12ης Μαΐου 2014, είναι επίσης επιφορτισμένη με την υποχρέωση όπως, εντός 18 μηνών από την ημέρα καταβολής των χρημάτων αυτών από την Τουρκία, αποδώσει στους δικαιούχους της δίκαιης ικανοποίησης τα χρήματα που τους αναλογούν βάσει της Απόφασης.
Σύμφωνα με πληροφόρηση του ΚΥΠΕ, το Υπουργείο Εξωτερικών και η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης ευρίσκονται σε στενή επαφή και συνεννόηση με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη και τους εμπειρογνώμονες που συμβουλεύουν το Υπουργείο και καθορίζεται η στρατηγική που θα ακολουθηθεί ως προς την εξέλιξη της όλης υπόθεσης.
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Νίκος Χριστοδουλίδης είχε δηλώσει την ημέρα έκδοσης της σχετικής Απόφασης του ΕΔΑΔ ότι η Κυβέρνηση "σημειώνει ιδιαιτέρως την αναφορά του Δικαστηρίου ότι η Τουρκία δεν έχει συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση του 2001 στην Δ’ Διακρατική Προσφυγή Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον Τουρκίας και ότι η συμμόρφωση αυτή δεν συνάδει με οποιαδήποτε άδεια, συμμετοχή, ή συνέργεια σε οποιαδήποτε παράνομη πώληση ή εκμετάλλευση ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές".
Ο Εκπρόσωπος ανέφερε, επίσης, ότι η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας σημειώνει με ιδιαίτερη ικανοποίηση, την αναφορά ότι "η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Δημόπουλος και Άλλοι εναντίον Τουρκίας δεν απαλλάσσει την Τουρκία από τις υποχρεώσεις για συμμόρφωσή με την απόφαση του Δικαστηρίου στην Δ’ Διακρατική".
Από μέρους της κυπριακής Κυβέρνησης χαιρετίσθηκε η επιδίκαση αποζημιώσεων για ηθική βλάβη στους συγγενείς των αγνοουμένων ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ, τονίζοντας πως "οι προσπάθειες θα συνεχιστούν μέχρι να ολοκληρωθεί η αποτελεσματική διερεύνηση της τύχης όλων των αγνοουμένων και παραδοθούν στους συγγενείς τα ταυτοποιημένα οστά τους, για να ταφούν όπως επιθυμούν οι οικείοι τους".
Στη δήλωση του Εκπροσώπου αναφέρθηκε ακόμα ότι όσον αφορά την επιδίκαση αποζημιώσεων για ηθική βλάβη στους εγκλωβισμένους ύψους 60 εκατομμυρίων ευρώ και παρά το γεγονός πως οι διωγμοί και οι κακουχίες που έχουν περάσει δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα, "η Κυπριακή Κυβέρνηση χαιρετίζει το γεγονός πως το Δικαστήριο καταδικάζει με τον τρόπο αυτό για μια ακόμη φορά την τουρκική πολιτική των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εγκλωβισμένων και την προσπάθεια για αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα των κατεχομένων μας περιοχών".
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε εξετάσει το θέμα των αγνοουμένων προσώπων μετά από τέσσερις προσφυγές της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας (Προσφυγές υπ’ αριθμ. 67801/74, 6950/75, 8007/77 και 25781/94). Οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που υιοθετήθηκαν αντίστοιχα το 1976, 1983 και 1999 τόνιζαν ότι η Τουρκία είχε παραβιάσει θεμελιώδη άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας (Προσφυγή υπ’ αρ. 25781/94), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) απεφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι οι τουρκικές Αρχές δεν είχαν ποτέ διερευνήσει τους ισχυρισμούς συγγενών ότι αγνοούμενοι είχαν εξαφανισθεί μετά από κράτησή τους υπό συνθήκες που δημιουργούσαν πραγματική ανησυχία για την ασφάλειά τους.
Επιπρόσθετα, το ΕΔΑΔ απεφάσισε ότι η αποτυχία της Τουρκίας να διερευνήσει αποτελεσματικά, με σκοπό να διευκρινίσει, την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων, που είχαν εξαφανιστεί σε απειλητικές για τη ζωή τους συνθήκες, ήταν μια συνεχής παραβίαση των διαδικαστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Σύμβασης για την προστασία του δικαιώματος ζωής.
Ακόμα το Δικαστήριο απεφάσισε ότι η αποτυχία των Αρχών της Τουρκικής Δημοκρατίας αποτελούσε συνεχή παραβίαση του Άρθρου 5 της Σύμβασης, αναφορικά με οποιαδήποτε αγνοούμενα πρόσωπα τα οποία κατά το χρόνο της εξαφάνισής τους ευρίσκοντο υπό κράτηση. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι “η σιωπή των Αρχών, (...) εν όψει των πραγματικών ανησυχιών των συγγενών των αγνοουμένων ,φθάνει σε τέτοιο επίπεδο σοβαρότητας, το οποίο μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μόνον ως απάνθρωπη μεταχείριση εντός της έννοιας του Άρθρου 3”.
Λόγω της μη συμμόρφωσης της Τουρκίας με την Απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στην 928η συνάντηση των Αναπληρωτών Υπουργών στις 7 Ιουνίου 2005, υιοθέτησε το μοναδικό ως τώρα σε διακρατική υπόθεση, Ενδιάμεσο Ψήφισμα αναφορικά με Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) της 10ης Μαϊου 2001 στην Δ΄ Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας.
Το Ενδιάμεσο Ψήφισμα απαιτούσε μεταξύ άλλων όπως ληφθούν από την Τουρκία αποτελεσματικά μέτρα προς χειρισμό επιτέλους του τραγικά άλυτου ανθρωπιστικού προβλήματος των αγνοουμένων προσώπων, 30 έτη μετά την εισβολή. Το Ψήφισμα ζητεί από την Τουρκία να εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της για πλήρη και ολοκληρωμένη εκτέλεση της αποφάσεως, υπογραμμίζει ιδιαίτερα ότι επείγει η επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων αναφορικά με την αποτελεσματική διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων και αποφασίζει όπως συνεχίσει να παρακολουθεί την πρόοδο που επιτεύχθηκε μέχρι να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα.
Στις προσπάθειές της να αποφύγει συμμόρφωση με την απόφαση, η Τουρκία έχει αναφερθεί επανειλημμένα στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (ΔΕΑ), που εγκαθιδρύθηκε το 1981 σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης. Εν τούτοις, τόσο η Επιτροπή στην Έκθεσή της, και αργότερα το Δικαστήριο στην απόφασή του, μετά από διεξοδική μελέτη, διαπίστωσαν ότι η Επιτροπή Αγνοουμένων δεν είναι το βήμα όπου μπορεί να διεξαχθεί μια αποτελεσματική διερεύνηση.
Η Τουρκία, στα επιχειρήματά της προς την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, παρουσιάζει τη ΔΕΑ ως υποκατάστατο του μηχανισμού που είναι υποχρεωμένη να δημιουργήσει η ίδια. Δυστυχώς, με τέτοια στάση η Τουρκία συνεχίζει να αποφεύγει τις ευθύνες της για διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων και παροχή όλης της σχετικής πληροφόρησης για τα μέτρα που λαμβάνει προς διόρθωση των παραβιάσεων, για τις οποίες το Δικαστήριο έχει βρει την Τουρκία υπεύθυνη, πράγμα που σημαίνει τη διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών για εξακρίβωση της τύχης των Ελληνοκυπρίων που έχουν χαθεί σαν αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής του 1974.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ενδιάμεσο Ψήφισμα υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο στην παρ. 135 της Απόφασης στην υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας, διαπίστωσε ότι “οι επίμαχες διαδικαστικές υποχρεώσεις του κατηγορούμενου κράτους δεν μπορούν να εκπληρωθούν με τη συμβολή του στο ερευνητικό έργο της ΔΕΑ. Όπως και η Επιτροπή, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αν και οι διαδικασίες της ΔΕΑ είναι αναμφίβολα χρήσιμες για τον ανθρωπιστικό σκοπό για τον οποίο έχουν δημιουργηθεί, δεν επαρκούν από μόνες τους για να ανταποκριθούν στα επίπεδα μιας αποτελεσματικής έρευνας, όπως απαιτείται από το Άρθρο 2 της Σύμβασης, ιδιαίτερα ενόψει του περιορισμένου πεδίου έρευνας αυτού του σώματος”.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ




