Το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση άνδρα, ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως να καταβάλει στον αδελφό του το ποσό των €128.500 ως νόμιμη μοίρα από την περιουσία της αποβιώσασας μητέρας τους, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτοντας την αγωγή. Παράλληλα, επιδίκασε υπέρ του εφεσείοντος τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, καθώς και €3.000, πλέον ΦΠΑ, για τα έξοδα της έφεσης.
Η υπόθεση αφορά τη διανομή της περιουσίας γυναίκας, η οποία το 2009, έχοντας συντάξει διαθήκη στις 28 Ιουνίου 1986. Κληρονόμοι της ήταν οι δύο γιοι της και ο σύζυγός της, ο οποίος βρισκόταν εν ζωή κατά τον χρόνο της αγωγής.
Μετά τον θάνατό της, ο ένας από τους δύο γιους ορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης, με τη συγκατάθεση των κληρονόμων. Ο αδελφός του προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι ο εκτελεστής παρέλειψε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την απόδοση της νόμιμης μοίρας που του αναλογούσε, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ως κληρονόμος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η διαθήκη παραβίαζε τις διατάξεις του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, καθώς δεν διασφάλιζε το υποχρεωτικό μέρος της κληρονομιάς που προορίζεται για τους νόμιμους κληρονόμους. Αφού συνυπολόγισε τις παροχές που είχαν λάβει τα δύο αδέλφια από τη μητέρα τους όσο εκείνη βρισκόταν εν ζωή, κατέληξε ότι ο εφεσείων όφειλε να καταβάλει στον αδελφό του €128.500.
Η οικογενειακή διαμάχη για τα οικόπεδα και τις μεταβιβάσεις
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ο εφεσείων υποστήριξε ότι η μητέρα τους είχε ήδη παραχωρήσει εν ζωή ακίνητη περιουσία στα δύο παιδιά της. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι από διαχωρισμό ακινήτου προέκυψαν 16 οικόπεδα, εκ των οποίων πέντε δόθηκαν στον ίδιο, πέντε στον αδελφό του, δύο στις θυγατέρες τους και δύο στον πατέρα τους.
Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του είχε λάβει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων μερίδια σε πολυκατοικία στη Λεμεσό. Κατά τη θέση του, μετά τον θάνατο της μητέρας τους υπήρξε προφορική οικογενειακή συμφωνία, βάσει της οποίας θα διευθετούνταν οι μεταβιβάσεις ακινήτων και η κατανομή της περιουσίας, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω διαφωνίες μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Στο πλαίσιο αυτής της υποτιθέμενης συμφωνίας, ο πατέρας τους μεταβίβασε το 2009 στον εφεσίβλητο το υπόλοιπο μισό μερίδιο πολυκατοικίας. Ο εφεσείων υποστήριξε ότι είχαν συμφωνηθεί και άλλες διευθετήσεις σχετικά με δύο οικόπεδα που ανήκαν στη μητέρα τους.
Ο εφεσίβλητος, ωστόσο, αρνήθηκε ότι είχε συνάψει τέτοια συμφωνία με τον αδελφό του και τον πατέρα τους, υποστηρίζοντας ότι η μεταβίβαση της πολυκατοικίας αφορούσε περιουσία του πατέρα τους, την οποία εκείνος διέθεσε όπως επιθυμούσε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την εκδοχή του εφεσείοντος, χαρακτηρίζοντάς την κατασκευασμένη και αντίθετη με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία. Το Εφετείο δεν διαπίστωσε λόγο να παρέμβει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, επισημαίνοντας ότι η κρίση για την αξιοπιστία των μαρτύρων ανήκει κατά κύριο λόγο στο δικαστήριο που τους άκουσε.
Απέρριψε, επίσης, την επιχειρηματολογία ότι η μη λήψη προπαρασκευαστικής μαρτυρίας από τον πατέρα των διαδίκων οδήγησε σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, δεν είχε εξηγηθεί επαρκώς γιατί η συγκεκριμένη μαρτυρία ήταν απολύτως αναγκαία πριν από την ακρόαση, ενώ ο εφεσείων ήταν ο ίδιος γνώστης της υποτιθέμενης συμφωνίας και κρίσιμα στοιχεία μπορούσαν να αποδειχθούν μέσω εγγράφων.
Τι προβλέπει ο νόμος για τη νόμιμη μοίρα
Καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της έφεσης ήταν η ερμηνεία των διατάξεων του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, που αφορούν τη νόμιμη μοίρα και τη συνεισφορά των τέκνων στην κληρονομιά.
Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η δυνατότητα ενός προσώπου να διαθέτει την περιουσία του μέσω διαθήκης δεν είναι απεριόριστη. Σύμφωνα με το άρθρο 41(1)(α), όταν ο αποβιώσας αφήνει σύζυγο και τέκνα, το διαθέσιμο μέρος της καθαρής αξίας της κληρονομιάς δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τέταρτο. Το υπόλοιπο, δηλαδή τα τρία τέταρτα, αποτελεί τη νόμιμη μοίρα των δικαιούχων κληρονόμων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο υπολόγισε την αξία της περιουσίας που καλυπτόταν από τη διαθήκη σε €756.000. Από το ποσό αυτό, η διαθέσιμη μοίρα ανερχόταν σε €189.000 και η νόμιμη μοίρα σε €567.000.
Με βάση τον υπολογισμό που παρατίθεται στην απόφαση, ο επιζών σύζυγος δικαιούνταν συνολικά €378.000, ενώ το υπόλοιπο ποσό των €378.000 της νόμιμης μοίρας αντιστοιχούσε στους δύο γιους, με €189.000 για τον καθένα, πριν από την εφαρμογή των κανόνων συνεισφοράς.
Το Εφετείο έκρινε ότι η διαθήκη δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στον βαθμό που παραβίαζε τη νόμιμη μοίρα των δικαιούχων. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι όταν η διαθήκη διαθέτει μεγαλύτερο μέρος από αυτό που επιτρέπει ο νόμος, δεν ακυρώνεται κατ’ ανάγκην στο σύνολό της, αλλά περιορίζεται στον βαθμό που επηρεάζονται τα δικαιώματα των νόμιμων κληρονόμων.
Οι δωρεές που είχαν γίνει όσο ζούσε η μητέρα
Το δεύτερο βασικό ζήτημα αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 51 του Κεφ. 195, το οποίο προβλέπει τη συνεισφορά των παροχών που έλαβαν τα τέκνα από τον κληρονομούμενο όσο εκείνος βρισκόταν εν ζωή.
Το Εφετείο εξήγησε ότι για τον υπολογισμό της κληρονομικής μερίδας ενός τέκνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένες παροχές κινητής ή ακίνητης περιουσίας που του είχαν δοθεί προηγουμένως. Σκοπός είναι να διασφαλίζεται δίκαιη κατανομή μεταξύ των κατιόντων, χωρίς να παραβιάζεται η νόμιμη μοίρα.
Όπως επισημαίνεται, η συνεισφορά δεν αφορά αδιακρίτως κάθε οικονομική βοήθεια που προσέφερε ο γονέας στο παιδί του. Καλύπτει συγκεκριμένες κατηγορίες παροχών, μεταξύ των οποίων περιουσία που παραχωρήθηκε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση της οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας του τέκνου, καθώς και για την έναρξη ή τη συνέχιση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Στην υπόθεση, η εκτίμηση των ακινήτων κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρας είχε συμφωνηθεί από τους δικηγόρους των δύο πλευρών ως δεσμευτική. Σύμφωνα με αυτήν, ο εφεσείων είχε λάβει εν ζωή ακίνητα συνολικής αξίας €3.477.500, ενώ η αντίστοιχη αξία των ακινήτων που είχε λάβει ο εφεσίβλητος ανερχόταν σε €4.008.000.
Το Εφετείο έκρινε ότι οι συγκεκριμένες παροχές αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση ή την ουσιαστική στήριξη των δύο παιδιών και, συνεπώς, μπορούσαν να συνυπολογιστούν ως παροχές εν ζωή για τον καθορισμό των κληρονομικών μερίδων τους.
Με βάση τους υπολογισμούς που παρατίθενται στην απόφαση, οι συνολικές συνεισφορές των δύο τέκνων ανέρχονταν σε €7.485.500. Το ποσό αυτό διαιρέθηκε διά δύο, προκειμένου να προσδιοριστεί η πλασματική μερίδα κάθε τέκνου, η οποία υπολογίστηκε σε €3.742.750.
Η διαφορά μεταξύ της πλασματικής μερίδας του εφεσίβλητου και των παροχών που του καταλογίστηκαν ως συνεισφορά προσδιορίστηκε σε €265.250. Το Εφετείο αναφέρει ότι το ποσό αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί από τη νόμιμη μοίρα των €189.000 που δικαιούνταν, με αποτέλεσμα να προκύπτει υπόλοιπο €76.250, το οποίο, σύμφωνα με τη διατύπωση της απόφασης, αποτελούσε επιπλέον ποσό που είχε λάβει.
Γιατί ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση
Το Εφετείο έκρινε βάσιμους τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι οποίοι αφορούσαν την ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων για τη συνεισφορά και τη νόμιμη μοίρα. Θεώρησε ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι ήταν καθοριστικοί για την έκβαση της υπόθεσης, καθιστώντας περιττή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων έφεσης.
Ως αποτέλεσμα, η έφεση έγινε δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και η αγωγή απορρίφθηκε.
Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας επιδικάστηκαν υπέρ του εφεσείοντος, με το ύψος τους να υπολογίζεται από τον Πρωτοκολλητή και να εγκρίνεται από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επιπλέον, το Εφετείο επιδίκασε υπέρ του εφεσείοντος και σε βάρος του εφεσίβλητου έξοδα έφεσης ύψους €3.000, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.
Διαβάστε επίσης: «Σφαγή» κληρονόμων για τρεις διαθήκες 81χρονης στην Πάφο: «Τα θέλει όλα»



