Σοβαρές καταγγελίες για ιατρικούς χειρισμούς, καθυστερημένες διαγνώσεις και χειρουργικές επεμβάσεις αμφισβητούμενης αναγκαιότητας διατυπώνουν πέντε γυναίκες σε βάρος του ίδιου γυναικολόγου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης, μία 37χρονη έχασε τη ζωή της από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, με την οικογένειά της να υποστηρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στη διάγνωση, ενώ μία 26χρονη διαγνώστηκε με καρκίνο στην ωοθήκη και υποβλήθηκε σε δεύτερη επέμβαση, κατά την οποία αφαιρέθηκε η μία ωοθήκη της. Τρεις ακόμη γυναίκες αμφισβητούν τους χειρισμούς του γιατρού σε χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκαν, υποστηρίζοντας ότι δεν ενημερώθηκαν επαρκώς για την αναγκαιότητα και τις συνέπειές τους.
Μαρτυρίες και έγγραφα της εφημερίδας αποτυπώνουν πέντε διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες έχουν απασχολήσει τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο (ΠΙΣ), τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ), την Αστυνομία και νοσηλευτήρια. Στο επίκεντρο βρίσκονται καταγγελίες που αφορούν τη διάγνωση και αντιμετώπιση παθήσεων, την ενημέρωση των ασθενών, τη μετεγχειρητική παρακολούθηση και την καταγραφή στοιχείων σε ιατρικούς φακέλους.
Δύο από τις υποθέσεις έχουν οδηγηθεί στη δικαιοσύνη, με τον γυναικολόγο να αναμένεται να βρεθεί ενώπιον δικαστηρίου τους επόμενους μήνες. Την ίδια ώρα, οι καταγγέλλουσες περιγράφουν τις επιπτώσεις που, όπως υποστηρίζουν, είχαν οι συγκεκριμένοι χειρισμοί τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική τους υγεία.
Κατέληξε από καρκίνο τρίτου σταδίου
Η πρώτη υπόθεση αφορά 37χρονη μητέρα ανήλικου παιδιού, η οποία παρακολουθούνταν από τον γυναικολόγο για περίπου 14 μήνες, από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Μάρτιο του 2024. Σύμφωνα με την οικογένειά της, τα επίμονα συμπτώματα που παρουσίαζε αποδίδονταν αρχικά σε μόλυνση και αργότερα σε τραχηλίτιδα, ενώ η ίδια λάμβανε καθησυχαστικές ενημερώσεις για τα αποτελέσματα των εξετάσεών της, περιλαμβανομένου του τεστ Παπανικολάου.
Τον Μάιο του 2024, η γυναίκα επισκέφθηκε δεύτερο γυναικολόγο, ο οποίος εντόπισε σοβαρή βλάβη στον τράχηλο της μήτρας. Η βιοψία έδειξε διηθητικό πλακώδες καρκίνωμα τρίτου σταδίου. Ακολούθησαν χημειοθεραπείες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ωστόσο η νόσος εξελίχθηκε και παρουσίασε μεταστάσεις στα οστά. Η 37χρονη απεβίωσε στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Πριν από τον θάνατό της, είχε απευθυνθεί σε δικηγόρο, εκφράζοντας ανησυχίες για ενδεχόμενη καθυστέρηση στη διάγνωση και πιθανή ιατρική αμέλεια. Σύμφωνα με την οικογένειά της, είχε ζητήσει να κινηθούν οι διαδικασίες για την υποβολή καταγγελίας, χωρίς να προλάβει να προχωρήσει η ίδια επισήμως.
Μετά τον θάνατό της, η οικογένεια κατήγγειλε την υπόθεση στον ΠΙΣ και στην Αστυνομία, έχοντας στην κατοχή της, όπως αναφέρει, τον ιατρικό φάκελο και τη σχετική αλληλογραφία. Για την υπόθεση αναμένεται δικαστική συνέχεια.
Διάγνωση καρκίνου μετά την πρώτη επέμβαση
Σε εξέλιξη βρίσκονται και οι περιπέτειες 26χρονης, η οποία εξακολουθεί να υποβάλλεται σε αντικαρκινικές θεραπείες. Η νεαρή γυναίκα επισκέφθηκε τον γυναικολόγο τον Μάρτιο του 2026, λόγω πόνων, και ο υπερηχογραφικός έλεγχος έδειξε κύστη. Της χορηγήθηκε ορμονική αγωγή, ενώ τον Ιούνιο, κατά τον επανέλεγχο, ο γιατρός φέρεται να την ενημέρωσε ότι υπήρχε όγκος που έπρεπε να αφαιρεθεί άμεσα.
Δύο ημέρες αργότερα υποβλήθηκε σε λαπαροτομή. Όπως καταγγέλλει, κατά την επέμβαση αφαιρέθηκε και μέρος του εξωτερικού τοιχώματος της μήτρας, με αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη, την οποία διαπίστωσε στη συνέχεια δεύτερος γυναικολόγος.
Οι πόνοι συνεχίστηκαν μετά το χειρουργείο, ενώ η ίδια υποστηρίζει ότι ο πρώτος γιατρός δεν ανταποκρινόταν στα επανειλημμένα τηλεφωνήματά της. Λιγότερο από 20 ημέρες μετά την επέμβαση, άλλος γυναικολόγος διέγνωσε καρκίνο στη μία ωοθήκη της.
Όταν η οικογένεια ζήτησε εξηγήσεις, ο πρώτος γιατρός φέρεται να ανέφερε ότι δεν είχε εντοπίσει καρκίνο και ότι η νόσος ενδεχομένως να εμφανίστηκε αργότερα. Η 26χρονη χρειάστηκε να υποβληθεί σε δεύτερη επέμβαση, κατά την οποία αφαιρέθηκε η μία ωοθήκη της. Όπως αναφέρει, ενημερώθηκε επίσης για σοβαρές δυσκολίες σε ενδεχόμενη μελλοντική εγκυμοσύνη.
Η ίδια έχει καταγγείλει την υπόθεση στον ΠΙΣ και στο νοσηλευτήριο, ενώ δεν αποκλείει την προσφυγή στη δικαιοσύνη μετά την ολοκλήρωση των χημειοθεραπειών.
Χειρουργική τομή 13 εκατοστών για ινομύωμα
Τρίτη γυναίκα αμφισβητεί την αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε για την αντιμετώπιση ινομυώματος, υποστηρίζοντας ότι δεν ενημερώθηκε επαρκώς για τη διαδικασία και τις συνέπειές της.
Η ασθενής αντιμετώπιζε έντονες αιμορραγίες και συχνοουρία. Αρχικά, η φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε προσέφερε ανακούφιση, όταν όμως σταμάτησε να είναι αποτελεσματική, επέστρεψε στο ιατρείο του γυναικολόγου.
Σύμφωνα με την καταγγελία της, ο γιατρός τής ανέφερε ότι το ινομύωμα είχε φτάσει τα 5-6 εκατοστά και άρχισε να διευθετεί τηλεφωνικά το χειρουργείο, προτού της εξηγήσει αναλυτικά τις επιλογές της. Όταν εξέφρασε επιφυλάξεις, υποστηρίζει ότι βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα είτε να χειρουργηθεί άμεσα είτε να περιμένει έξι μήνες, συνεχίζοντας να υποφέρει από τα συμπτώματα.
Η γυναίκα αναφέρει ότι δεν ενημερώθηκε επαρκώς για τη λαπαροτομή. Αντί της εύκολης ανάρρωσης που ανέμενε, ξύπνησε με χειρουργική τομή περίπου 13 εκατοστών και ενημερώθηκε ότι θα έπρεπε να περιορίσει τις δραστηριότητές της για 40 ημέρες. Παρά τις ερωτήσεις της, ο γιατρός φέρεται να επέμενε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος ήταν απαραίτητη για να έχει καλύτερη εικόνα.
Οι αμφιβολίες της εντάθηκαν όταν εξέτασε εκ των υστέρων το υπερηχογράφημα, στο οποίο, όπως υποστηρίζει, καταγραφόταν ινομύωμα 2-3 εκατοστών και όχι 5-6 εκατοστών, όπως της είχε αναφερθεί. Άλλος γιατρός, τον οποίο συμβουλεύτηκε αργότερα, φέρεται να της είπε ότι η πάθηση μπορούσε να αντιμετωπιστεί χωρίς χειρουργική επέμβαση.
Η ασθενής θέτει επίσης ερωτήματα για την ιατρική έκθεση που χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη της επέμβασης από το ΓεΣΥ. Όπως αναφέρει, η εμπειρία είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική της υγεία, με συμπτώματα μετατραυματικού στρες που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την επίσκεψή της σε γιατρούς, ιδιαίτερα σε γυναικολόγους.
Από το «τερατώμα» στην ενδομητρίωση
Άλλη ασθενής καταγγέλλει ότι οδηγήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ενώ είχε επισκεφθεί τον γυναικολόγο για προληπτικό τεστ Παπανικολάου. Τον Μάρτιο του 2023, ο γιατρός φέρεται να την ενημέρωσε ότι είχε «τερατώμα», το οποίο «έτρωγε» την αριστερή ωοθήκη της και έπρεπε να αφαιρεθεί άμεσα.
Τρομοκρατημένη από την ενημέρωση, η γυναίκα συναίνεσε στην επέμβαση χωρίς να ζητήσει δεύτερη γνώμη. Η ιστοπαθολογική εξέταση, ωστόσο, έδειξε ενδομητριωσική κύστη τριών εκατοστών, χωρίς κυτταρική ατυπία. Όπως καταγγέλλει, δεν έλαβε επαρκείς εξηγήσεις από τον γιατρό για τη διαφορά ανάμεσα στην αρχική διάγνωση και στο αποτέλεσμα της εξέτασης.
Ερωτήματα θέτει και για το περιεχόμενο του εξιτηρίου της, στο οποίο, όπως αναφέρει, καταγραφόταν ότι είχε προσέλθει με έντονους πόνους, ενώ η επίσκεψή της αφορούσε προληπτικό έλεγχο.
Περίπου δύο εβδομάδες μετά την επέμβαση, η γυναίκα εξακολουθούσε να υποφέρει από έντονους πόνους και φούσκωμα. Όταν επέστρεψε στο νοσηλευτήριο, ο γιατρός φέρεται να αρνήθηκε να την εξετάσει. Απευθύνθηκε τότε σε άλλον γιατρό, ο οποίος απέδωσε τις ενοχλήσεις σε αέριο που είχε παραμείνει μετά τη λαπαροσκόπηση.
Κατά την ίδια επίσκεψη ενημερώθηκε ότι το μόρφωμα ήταν ενδομητρίωση και ότι, σύμφωνα με την εκτίμηση του δεύτερου γυναικολόγου, δεν χρειαζόταν να είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Η διάγνωση επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια και από τρίτο γιατρό.
Η γυναίκα αναφέρει ότι έκτοτε αντιμετωπίζει προβλήματα με την περίοδό της, τα οποία δεν παρουσίαζε πριν από το χειρουργείο. Κατήγγειλε την υπόθεση στον ΠΙΣ, χωρίς, όπως σημειώνει, να λάβει απάντηση, ενώ απευθύνθηκε επίσης στο νοσηλευτήριο και στον ΟΑΥ. Ο οργανισμός την ενημέρωσε ότι η διερεύνηση ενδεχόμενης ιατρικής αμέλειας δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του.
Αστική αγωγή για την αναγκαιότητα επέμβασης
Η πέμπτη υπόθεση αφορά γυναίκα που υποβλήθηκε σε λαπαροσκόπηση μετά από προληπτική γυναικολογική εξέταση, παρά το γεγονός ότι, όπως αναφέρει, δεν παρουσίαζε πόνους ή άλλα συμπτώματα.
Σύμφωνα με την καταγγελία της, ο γυναικολόγος εντόπισε μεγάλη κύστη στην ωοθήκη και την ενημέρωσε ότι έπρεπε να αφαιρεθεί άμεσα, λόγω κινδύνου ρήξης ή συστροφής. Η γυναίκα ζήτησε χρόνο για να σκεφτεί την απόφασή της, υποστηρίζει όμως ότι ο γιατρός επέμεινε πως η επέμβαση ήταν μονόδρομος. Δύο ημέρες αργότερα υποβλήθηκε σε χειρουργείο.
Η ανάρρωση ήταν δύσκολη, ενώ οι αμφιβολίες της εντάθηκαν όταν παρέλαβε την ιστοπαθολογική έκθεση. Όπως καταγγέλλει, διαπίστωσε αποκλίσεις ανάμεσα στα ευρήματα και σε όσα της είχαν αναφερθεί για την κύστη, ενώ στην έκθεση γινόταν αναφορά σε συστροφή, η οποία, όπως σημειώνει, δεν της είχε παρουσιαστεί ως διαπιστωμένο εύρημα.
Η γυναίκα συμβουλεύτηκε δύο άλλους γυναικολόγους, οι οποίοι, σύμφωνα με την ίδια, εκτίμησαν ότι θα μπορούσε να είχε επιλεγεί παρακολούθηση αντί της άμεσης χειρουργικής επέμβασης. Η εμπειρία είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική της υγεία, καθώς, όπως αναφέρει, διαγνώστηκε με μετατραυματικό στρες και χρειάστηκε υποστήριξη από κλινικό ψυχολόγο.
Τον Ιανουάριο του 2024 υπέβαλε επίσημη καταγγελία στον ΟΑΥ, αμφισβητώντας την αναγκαιότητα της επέμβασης και την ενημέρωση που είχε λάβει. Ο οργανισμός απάντησε ότι η διερεύνηση πιθανής ιατρικής αμέλειας δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του.
Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ακολούθησαν δύο καταγγελίες για καταχωρίσεις στο ΓεΣΥ και απαιτήσεις αποζημίωσης για μετεγχειρητικές επισκέψεις. Τον Μάιο του 2025, ο ΟΑΥ ενημέρωσε ότι οι καταγγελίες βρίσκονταν υπό διερεύνηση, χωρίς να γνωστοποιήσει οριστικό πόρισμα.
Για την υπόθεση εκκρεμεί αστική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Διαβάστε επίσης: Νέα Αρχεία ΕΣΣΔ: Φοιτητές ΑΚΕΛ ως «βαποράκια» ρουβλίων μέσω KGB προς Κύπρο



