Έντονη αντιπαράθεση για την περιουσία, τις σχέσεις με τα παιδιά από προηγούμενους γάμους, τη συμπεριφορά μέσα στη συζυγική ζωή και ζητήματα ζήλιας περιλαμβάνει η απόφαση του Εφετείου σε υπόθεση διαζυγίου, η οποία τελικά δεν κρίθηκε επί της ουσίας της έφεσης, καθώς ο σύζυγος απεβίωσε πριν η πρωτόδικη απόφαση καταστεί τελεσίδικη.

Η υπόθεση αφορούσε ζευγάρι που είχε τελέσει θρησκευτικό γάμο το 2007. Και οι δύο σύζυγοι είχαν προηγούμενους γάμους και είχαν αποκτήσει παιδιά. Από τον δικό τους γάμο δεν απέκτησαν παιδιά. Η διάσταση επήλθε το 2022, όταν η γυναίκα αποχώρησε από τη συζυγική οικία.

Η υπόθεση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου χαρακτηρίστηκε από δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές για το τι είχε οδηγήσει τη σχέση στη διάλυση.

Από τη μία πλευρά, ο σύζυγος υποστήριζε ότι η γυναίκα είχε ως βασικό στόχο την περιουσία του και ότι η συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά του είχε συμβάλει καθοριστικά στην καταστροφή της οικογενειακής σχέσης.

Από την άλλη, η γυναίκα υποστήριζε ότι δεν επιθυμούσε τη διάλυση του γάμου, αλλά ότι η σχέση είχε τραυματιστεί από τη συμπεριφορά του συζύγου και, κυρίως, από την παθολογική, όπως τη χαρακτήρισε, ζήλια του.

Οι ισχυρισμοί για την περιουσία

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του άνδρα, η βασική αιτία της διάστασης ήταν η πρόθεση της συζύγου του να οικειοποιηθεί την κινητή και ακίνητη περιουσία που ο ίδιος είχε αποκτήσει με την πρώτη του, αποβιώσασα, σύζυγο.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η δεύτερη σύζυγός του προσπαθούσε να δημιουργήσει απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και τα παιδιά του.

Όπως καταγράφεται στην απόφαση, φέρεται να αποκαλούσε τα παιδιά του «προικοθήρες», ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, του έλεγε ότι τα παιδιά του δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για εκείνον.

Οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκδοχή που παρουσίασε ο άνδρας για τη διάλυση του γάμου, καθώς συνέδεε τη συμπεριφορά της συζύγου του απέναντι στα παιδιά του με την προσπάθειά της, όπως υποστήριζε, να αποκτήσει τον έλεγχο της περιουσίας του.

«Άχρηστο» και «ανίκανο»

Η αντιπαράθεση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του άνδρα, είχε προχωρήσει και σε προσωπικό επίπεδο.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η σύζυγός του τον αποκαλούσε «άχρηστο» και «ανίκανο», ενώ ισχυρίστηκε ότι επιχειρούσε να τον χειραγωγεί.

Μάλιστα, προχώρησε σε ακόμη σοβαρότερους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα χρησιμοποιούσε ψυχοφάρμακα που του χορηγούσε, ενώ έκανε λόγο ακόμη και για «πλύση εγκεφάλου».

Πρόκειται για ισχυρισμούς που αποδίδονται στη μαρτυρία του άνδρα και όχι για διαπιστώσεις του Εφετείου. Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε συνολικά τη μαρτυρία και κατέληξε ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη.

Η υπόθεση των £200.000

Στην αντιπαράθεση υπήρχε και ένα σημαντικό οικονομικό σκέλος.

Ο άνδρας ανέφερε ότι περίπου έναν μήνα μετά την αποχώρηση της συζύγου του από τη συζυγική κατοικία, εκείνη απέσυρε, χωρίς τη γνώση του, £200.000 από λογαριασμό που διατηρούσε στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, το ποσό μεταφέρθηκε σε προσωπικό λογαριασμό της γυναίκας.

Ο ίδιος εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε ανοίξει πριν ακόμη γνωρίσει τη δεύτερη σύζυγό του και ότι σε αυτόν κατέθετε όλα τα εισοδήματά του από την πώληση περιουσίας που είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο.

Ο ισχυρισμός αυτός εντασσόταν στη γενικότερη θέση του ότι η περιουσία αποτελούσε βασικό λόγο της συμπεριφοράς της συζύγου του και της μεταξύ τους σύγκρουσης.

«Ο γάμος ήταν νεκρός»

Η θέση του άνδρα για την κατάσταση του γάμου ήταν ξεκάθαρη.

Υποστήριξε ότι ο γάμος είχε πλέον ουσιαστικά τελειώσει, χαρακτηρίζοντάς τον «νεκρό».

Η θέση αυτή βρισκόταν στον αντίποδα της εκδοχής της γυναίκας, η οποία δεν αποδεχόταν ότι ο γάμος είχε οριστικά διαλυθεί.

Η απάντηση της γυναίκας: «Τραυματισμένος», όχι «νεκρός»

Η γυναίκα υποστήριξε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου ότι δεν θεωρούσε τον γάμο της νεκρό.

Αντίθετα, τον περιέγραψε ως «τραυματισμένο», υποστηρίζοντας ότι η κρίση στη σχέση προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του συζύγου της.

Ως βασικό στοιχείο της δικής της εκδοχής προέβαλε την, όπως την χαρακτήρισε, παθολογική ζήλια του άνδρα.

Σύμφωνα με τη δική της θέση, η ρήξη δεν ήταν οριστική και μπορούσε να αναστραφεί. Με αυτόν τον τρόπο αμφισβήτησε ουσιαστικά τον ισχυρισμό του συζύγου της ότι ο γάμος είχε ήδη τελειώσει και δεν υπήρχε δυνατότητα επανασύνδεσης.

Τη θέση της γυναίκας υποστήριξε και η κόρη της, η οποία αναφέρθηκε επίσης στην παθολογική ζήλια που απέδιδε στον άνδρα.

Παράλληλα, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε αστυφύλακας, ο οποίος προσκόμισε αντίγραφο παραπόνου που είχε υποβάλει η γυναίκα στην Αστυνομία στις 19 Μαΐου 2022, την ημέρα κατά την οποία αποχώρησε από τη συζυγική οικία.

Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν πείστηκε από τη γυναίκα

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε το σύνολο της μαρτυρίας, κατέληξε να αποδεχθεί ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία του άνδρα.

Αντίθετα, απέρριψε τη μαρτυρία της γυναίκας, κρίνοντάς την αναξιόπιστη.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η μαρτυρία της κόρης της γυναίκας δεν ενίσχυε τη θέση της, ενώ ούτε η μαρτυρία του αστυφύλακα 1296 κρίθηκε ότι βοηθούσε τη δική της εκδοχή.

Με βάση αυτή την αξιολόγηση, το Οικογενειακό Δικαστήριο προχώρησε στη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού, θεωρώντας ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην κατάσταση αυτή αφορούσαν και τους δύο συζύγους.

Η έφεση με 17 λόγους

Η γυναίκα δεν αποδέχθηκε την πρωτόδικη απόφαση και άσκησε έφεση στις 4 Μαρτίου 2024, προβάλλοντας συνολικά 17 λόγους έφεσης.

Οι λόγοι αυτοί αφορούσαν κυρίως την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο και, κατ' επέκταση, την αποδοχή της εκδοχής του άνδρα και την απόρριψη της δικής της.

Ωστόσο, η έφεση καταχωρίστηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία είχε ήδη μεσολαβήσει μια καθοριστική εξέλιξη.

Ο σύζυγος είχε πεθάνει στις 16 Φεβρουαρίου 2024, δηλαδή πριν η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου καταστεί τελεσίδικη.

Το κρίσιμο νομικό ζήτημα

Το Εφετείο έθεσε στους δικηγόρους το ερώτημα ποιες συνέπειες είχε ο θάνατος του άνδρα στην εκκρεμούσα διαδικασία.

Η πλευρά της γυναίκας υποστήριξε ότι ο θάνατος δεν επηρέαζε το δικαίωμά της να εφεσιβάλει την απόφαση, αφού η έφεση είχε καταχωριστεί εμπρόθεσμα.

Το Εφετείο, ωστόσο, υιοθέτησε διαφορετική νομική προσέγγιση.

Επικαλούμενο τη σχετική νομολογία και νομική βιβλιογραφία, έκρινε ότι το δικαίωμα διάζευξης είναι αυστηρά προσωποπαγές και ότι ο θάνατος ενός εκ των συζύγων πριν από την τελεσιδικία της απόφασης επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση του γάμου.

Όπως προκύπτει από την απόφαση, «με το θάνατο λύεται ο γάμος», ενώ δεν μπορεί να συνεχιστεί η διαδικασία για την έκδοση διαζυγίου από κληρονόμο, διαχειριστή ή άλλο πρόσωπο.

Το Εφετείο στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο άνδρας πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 2024, ενώ δεν είχε ακόμη εκπνεύσει η προθεσμία για την καταχώριση έφεσης.

Ως εκ τούτου, η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και ο γάμος είχε λυθεί αυτοδικαίως με τον θάνατο του άνδρα.

Έτσι, όταν η γυναίκα καταχώρισε την έφεσή της το 2024, αυτή «στερείτο αντικειμένου».

Το Εφετείο δεν προχώρησε, επομένως, σε επανεξέταση των 17 λόγων έφεσης ούτε εξέτασε εκ νέου την αντιπαράθεση για την περιουσία, τα παιδιά, τη ζήλια ή τη συμπεριφορά των δύο συζύγων.

Η έφεση απορρίφθηκε δυνάμει του Κανονισμού 41.9(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ως «προδήλως αβάσιμη», καθώς είχε χάσει το αντικείμενό της.

Το Δικαστήριο επιδίκασε, τέλος, €2.400 έξοδα, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, υπέρ του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος και εναντίον της εφεσείουσας.

Διαβάστε επίσης: Μαχαιρώματα σε οικοδομή στη Λεμεσό – Στο νοσοκομείο ένα πρόσωπο