Αβάσιμη κρίθηκε από το Δικαστήριο αίτηση Σύρου υπηκόου για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, με την οποία ζητούσε να ελεγχθεί η νομιμότητα της διάρκειας της κράτησής του ενόψει της απέλασής του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τα συγκεκριμένα περιστατικά, η κράτησή του δεν είχε παραταθεί αδικαιολόγητα και δεν είχε υπερβεί το εύλογο χρονικό διάστημα ώστε να καθίσταται παράνομη.

Ο αιτητής βρίσκεται υπό κράτηση από τον Μάρτιο του 2026, με σκοπό την απέλασή του στη Συρία. Στην υπόθεση είχαν εκδοθεί διαδοχικά διατάγματα κράτησης, ενώ παράλληλα βρίσκονταν σε εξέλιξη διάφορες προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η παρατεταμένη κράτησή του είχε καταστεί παράνομη, καθώς η διαδικασία απέλασης δεν προχωρούσε.

Ο άνδρας είχε λάβει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στην Κύπρο από το 2014. Ωστόσο, το 2024 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών για αδικήματα, μεταξύ άλλων, που αφορούσαν υποβοήθηση παράνομης παραμονής υπηκόων τρίτων χωρών, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων. Το ποινικό του ιστορικό αποτέλεσε στη συνέχεια σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση της μεταναστευτικής του κατάστασης.

Στις 4 Μαρτίου 2026 εκδόθηκαν σε βάρος του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ακολούθησαν νέα διατάγματα στις 22 Απριλίου και στις 5 Μαΐου, ενώ στις 30 Ιουλίου το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας ακύρωσε το διάταγμα κράτησης της 5ης Μαΐου, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη διάταξη του περί Προσφύγων Νόμου δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να αποτελέσει τη νομική βάση για την κράτησή του.

Η Δημοκρατία, σύμφωνα με την απόφαση, επανεξέτασε την υπόθεση και στις 17 Ιουνίου είχε ήδη αποφασίσει την απόλυση του αιτητή υπό συγκεκριμένους όρους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η συνεργασία του για την έκδοση ταξιδιωτικού εγγράφου, η καθημερινή παρουσία του στις αρμόδιες αρχές, τραπεζική εγγύηση ύψους 15.000 ευρώ και περιορισμός της διακίνησής του σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων από τον τόπο διαμονής του. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποδέχθηκε τους όρους της τραπεζικής εγγύησης και του γεωγραφικού περιορισμού, με αποτέλεσμα η απόλυση υπό όρους να μην καταστεί δυνατή.

Μετά την ακύρωση του προηγούμενου διατάγματος κράτησης, η Διοίκηση προχώρησε σε νέα αξιολόγηση και στις 31 Ιουλίου 2026 εξέδωσε νέο διάταγμα απέλασης και νέο διάταγμα κράτησης, αυτή τη φορά βάσει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Η κράτηση στηρίχθηκε, σύμφωνα με την απόφαση, στον διαπιστωμένο κίνδυνο διαφυγής και στην κρίση ότι δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά λιγότερο περιοριστικά μέτρα. Το νέο διάταγμα προσβλήθηκε επίσης ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το Habeas Corpus αποτελεί διαδικασία προστασίας του δικαιώματος στην προσωπική ελευθερία και ότι, όταν αποδεικνύεται παράνομη κράτηση, το ένταλμα εκδίδεται δικαιωματικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το ζήτημα που εξετάστηκε περιορίστηκε στη νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Άρθρο 18ΠΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η κράτηση για σκοπούς επιστροφής μπορεί να επιβληθεί, μεταξύ άλλων, όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης. Η κράτηση δεν μπορεί κανονικά να υπερβαίνει τους έξι μήνες, ενώ προβλέπεται δυνατότητα παράτασης έως και δώδεκα επιπλέον μήνες υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Το Δικαστήριο τόνισε, ωστόσο, ότι το όριο των έξι μηνών δεν σημαίνει πως μέχρι την παρέλευσή του η νομιμότητα της κράτησης δεν ελέγχεται. Αντίθετα, η Διοίκηση οφείλει να επανεξετάζει την κράτηση ανά δίμηνο, ενώ η διάρκειά της πρέπει να αξιολογείται με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.

Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση στην απέλαση δεν μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά σε αδράνεια της Δημοκρατίας. Σημείωσε ότι ο αιτητής είχε προχωρήσει σε σειρά δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών για να αμφισβητήσει την κράτηση και τις αποφάσεις που τον αφορούσαν, ενώ παράλληλα η Διοίκηση είχε επανεξετάσει επανειλημμένα τη νομική βάση της κράτησης και είχε επιχειρήσει να εφαρμόσει εναλλακτικά μέτρα.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η υπόθεση δεν χαρακτηριζόταν από μία ενιαία και αμετάβλητη διοικητική απόφαση. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια της κράτησης άλλαξε η νομική βάση, πραγματοποιήθηκαν επανεκτιμήσεις, επιχειρήθηκε απόλυση υπό όρους, ακυρώθηκε ένα από τα διατάγματα κράτησης από το Διοικητικό Δικαστήριο και στη συνέχεια εκδόθηκε νέο διάταγμα με διαφορετικό νομικό έρεισμα.

Καθοριστικό ήταν επίσης το γεγονός ότι ο αιτητής δεν αποδέχθηκε τους όρους που του προτάθηκαν για την απόλυσή του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη εφαρμογή των εναλλακτικών μέτρων δεν οφειλόταν σε αδράνεια της Διοίκησης, αλλά στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ουσιώδεις προϋποθέσεις του καθεστώτος απόλυσης.

«Το μέχρι σήμερα δικονομικό και πραγματικό ιστορικό της κράτησης του αιτητή δεν καταδεικνύει αδικαιολόγητη ή αδρανή παράταση της στέρησης της ελευθερίας του», αναφέρει χαρακτηριστικά το Δικαστήριο.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών, τη συμπεριφορά του αιτητή και τον χρόνο που είχε παρέλθει, δεν προέκυπτε ότι η διάρκεια της κράτησής του για σκοπούς απέλασης είχε υπερβεί το εύλογο χρονικό διάστημα ώστε να καταστεί παράνομη. Ως εκ τούτου, η αίτηση Habeas Corpus απορρίφθηκε ως αβάσιμη, ενώ τα δικαστικά έξοδα επιδικάστηκαν εναντίον του αιτητή και υπέρ της Δημοκρατίας.

Διαβάστε επίσης: Ισόβια στον κατηγορούμενο για τη δολοφονία του 22χρονου φοιτητή στην Κοφίνου