Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση Ινδού υπηκόου για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, με την οποία ζητούσε την απελευθέρωσή του από την κράτηση, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει «πραγματική και ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσής» του από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ο αιτητής, γεννημένος το 2003, είχε φθάσει στην Κύπρο στις 27 Σεπτεμβρίου 2022 μέσω του αερολιμένα Λάρνακας, έχοντας άδεια φοιτητή σε ιδιωτικό κολέγιο. Η προσωρινή άδεια διαμονής και φοίτησής του ανανεώθηκε μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 2026. Μετά τη λήξη της, δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε ενέργεια για ανανέωση ή άλλη τακτοποίηση του καθεστώτος διαμονής του και, ως εκ τούτου, συνέχισε να διαμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Παράλληλα, ο αιτητής παρέμενε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, καθώς εκκρεμούσαν σε βάρος του ποινικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που αφορούσε αδικήματα τραυματισμού, μαχαιροφορίας και συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος.

Στις 19 Μαΐου 2026 ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε οδηγίες όπως όλες οι εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις εναντίον του αποσυρθούν, προκειμένου να καταστεί δυνατή η απέλασή του. Οι υποθέσεις πράγματι αποσύρθηκαν και ο αιτητής απαλλάχθηκε.

Την επόμενη ημέρα, 20 Μαΐου 2026, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105. Στα διατάγματα αναφερόταν ότι θεωρείται απαγορευμένος μετανάστης λόγω της παράνομης διαμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία από τις 23 Ιανουαρίου 2026, μετά δηλαδή τη λήξη της άδειας παραμονής του.

Η κράτησή του κρίθηκε αναγκαία λόγω κινδύνου διαφυγής, ενώ οι αρμόδιες αρχές έκριναν ότι δεν υπήρχε περιθώριο επιβολής εναλλακτικών μέτρων.

Ο αιτητής προσέβαλε τα διατάγματα κράτησης και απέλασης ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, με προσφυγή που καταχώρισε, ενώ η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης ανεστάλη λόγω της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας. Η υπόθεση συζητήθηκε και η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε στις 28 Ιουλίου 2026.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν επανεξετάσεις αναφορικά με την κράτησή του, με τις αρμόδιες αρχές να κρίνουν ότι εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος διαφυγής και ότι δεν μπορούσαν να επιβληθούν εναλλακτικά μέτρα.

Με την αίτηση που καταχώρισε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, ο αιτητής υποστήριξε ότι η κράτησή του έχει πλέον καταστεί παράνομη, καθώς δεν υπάρχει «πραγματική και ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσής» του. Υποστήριξε ακόμη ότι οι αρμόδιες αρχές επιδεικνύουν «ασέβεια προς τα ανθρώπινα και/ή συνταγματικά δικαιώματά του».

Το Ανώτατο, ωστόσο, έκρινε ότι, στην παρούσα χρονική συγκυρία, δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου εντάλματος.

Στην απόφαση επισημαίνεται ότι το Habeas Corpus αποτελεί μηχανισμό για την απελευθέρωση προσώπου από παράνομη ή αδικαιολόγητη κράτηση και συνιστά μία από τις σημαντικότερες διασφαλίσεις της προσωπικής ελευθερίας.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε παράλληλα ότι η κράτηση, ως περιορισμός του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας, δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να διαρκεί για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα και μόνο για όσο διάστημα η διαδικασία απομάκρυνσης προωθείται με τη δέουσα επιμέλεια.

Κρίσιμο στοιχείο στην υπόθεση αποτέλεσε, σύμφωνα με το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η απέλαση του αιτητή δεν κατέστη δυνατή μέχρι σήμερα όχι λόγω αδράνειας της διοίκησης, αλλά επειδή ο ίδιος άσκησε το δικαίωμά του να προσφύγει κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δεν βρίσκεται πλέον σε αρχικό στάδιο. Οι διευκρινίσεις ολοκληρώθηκαν στις 28 Ιουλίου 2026 και έκτοτε εκκρεμεί η έκδοση της απόφασης.

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε εκ μέρους του Τμήματος Μετανάστευσης, εάν το Διοικητικό Δικαστήριο επικυρώσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και δεν προκύψει άλλο νόμιμο κώλυμα, οι αρμόδιες αρχές αναμένεται να προχωρήσουν άμεσα στην εκτέλεση του διατάγματος και στην απομάκρυνση του αιτητή προς την Ινδία.

Το Ανώτατο σημείωσε ότι το γεγονός πως η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου έχει επιφυλαχθεί από τα τέλη Ιουλίου αποτελεί στοιχείο που πρέπει να συνυπολογιστεί. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι εάν η έκδοση της απόφασης συνεχίσει να καθυστερεί, το γεγονός αυτό θα λειτουργήσει προς όφελος του αιτητή.

«Η κράτηση είναι επιτρεπτή στο βαθμό που είναι αναγκαία για σκοπούς απέλασης και αυτή πρέπει να περιορίζεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα», υπογραμμίζεται στην απόφαση, με το Δικαστήριο να επαναλαμβάνει τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου.

Σε ό,τι αφορά ειδικά το χρονικό διάστημα της κράτησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περίπου τέσσερις μήνες που είχαν παρέλθει δεν ήταν, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, αρκετοί ώστε να καταστεί παράνομη η κράτηση και να δικαιολογηθεί η έκδοση Habeas Corpus.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι η διοίκηση, σύμφωνα με το Δικαστήριο, «δεν φαίνεται να κωλυσιεργεί ή να παραλείπει να πράξει ό,τι επιβάλλεται», ενώ η προσωρινή αδυναμία εκτέλεσης της απέλασης συνδέεται με την εκκρεμή δικαστική διαδικασία και όχι με αντικειμενική ή πρακτική αδυναμία επιστροφής του αιτητή στην Ινδία.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι η αξιολόγηση του εύλογου χρόνου κράτησης για σκοπούς απέλασης δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης.

Με βάση το σύνολο των δεδομένων και την ανάγκη εξισορρόπησης των δικαιωμάτων του κράτους και του αιτητή, το Ανώτατο κατέληξε στην απόρριψη της αίτησης.

Η αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus απορρίφθηκε, χωρίς διαταγή για έξοδα. Τα έξοδα των διερμηνέων αποφασίστηκε να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Διαβάστε επίσης: Πιθανότητα για έντονα και εκτεταμένα καιρικά φαινόμενα την Τρίτη