Σε τρία χρόνια άμεσης φυλάκισης αύξησε το Εφετείο την ποινή άνδρα, ο οποίος καταδικάστηκε για σειρά σοβαρών αδικημάτων σε βάρος της συντρόφου του, κρίνοντας ότι η αρχική ποινή των δύο ετών που του είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο ήταν έκδηλα ανεπαρκής και δεν αντανακλούσε τη σοβαρότητα των πράξεών του, τη διάρκεια της βίας και την ανάγκη για αποτρεπτική τιμωρία.

Ο εφεσίβλητος είχε καταδικαστεί, κατόπιν δικής του παραδοχής, για πέντε αδικήματα, μεταξύ των οποίων απειλή, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, περιορισμό της ελευθερίας, κοινή επίθεση και σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Το Κακουργιοδικείο είχε επιβάλει ποινή δύο ετών φυλάκισης στην κατηγορία της σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, ενώ δεν επέβαλε ξεχωριστή ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες, καθώς τα γεγονότα τους περιλαμβάνονταν στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Η υπόθεση αφορά ένα ιδιαίτερα σοβαρό περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο εκτυλίχθηκε σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις μέσα στην ίδια ημέρα. Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφηκαν από το Κακουργιοδικείο, ο κατηγορούμενος, υπήκοος Σομαλίας, είχε εισέλθει στη Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων και διέμενε αρχικά στον καταυλισμό Πουρνάρα. Στη συνέχεια, γνώρισε τη σύντροφό του και τον Φεβρουάριο του 2024 οι δύο συνήψαν σχέση και άρχισαν να συγκατοικούν. Στις 24 Ιανουαρίου 2025 του παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη άρχισαν περίπου στις 00:30 της 10ης Μαρτίου 2025, στο διαμέρισμα όπου διέμενε το ζευγάρι. Ο άνδρας ζήτησε από τη σύντροφό του να τον μεταφέρει με το όχημά της προκειμένου να αγοράσει ναρκωτικά. Όταν εκείνη αρνήθηκε, μεταξύ τους ξέσπασε καβγάς, ο οποίος διήρκεσε περίπου μία ώρα. Η γυναίκα, λόγω και της προχωρημένης ώρας, αποχώρησε από το δωμάτιο όπου είχαν τον καβγά και πήγε στον καναπέ του σαλονιού για να κοιμηθεί.

Εκεί, σύμφωνα με την απόφαση, η κατάσταση κλιμακώθηκε δραματικά. Ο κατηγορούμενος αναποδογύρισε τον καναπέ, με αποτέλεσμα η γυναίκα να πέσει στο έδαφος. Στη συνέχεια στάθηκε πάνω από αυτήν και άρχισε να τη χτυπά επανειλημμένα στο πρόσωπο και να την κλωτσά στο σώμα. Παράλληλα, την τραβούσε από τα χέρια επιχειρώντας να την οδηγήσει στο υπνοδωμάτιο, ώστε να ντυθεί και να τον μεταφέρει εκεί όπου επιθυμούσε.

Όταν η γυναίκα αρνήθηκε, ο άνδρας την έπιασε από τον λαιμό και τον έσφιξε, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της για περίπου πέντε λεπτά. Όταν εκείνη λιποθύμησε, ο άνδρας της έριξε νερό για να συνέλθει. Μόλις η γυναίκα ανέκτησε τις αισθήσεις της και φώναξε «παπά», καλώντας τον πατέρα της, ο κατηγορούμενος άρχισε και πάλι να τη χτυπά.

Η βία δεν σταμάτησε εκεί. Ο άνδρας πήρε ένα μαχαίρι τύπου σουγιά, το οποίο, σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, είχε πάντοτε μαζί του, και το έβαλε στον λαιμό της γυναίκας. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα άφησε το μαχαίρι, πήρε το καλώδιο του φορτιστή του κινητού τηλεφώνου του και άρχισε να τη χτυπά με αυτό στο σώμα και στο πρόσωπο. Η γυναίκα τον παρακαλούσε επίμονα να σταματήσει, μέχρι που τελικά της επέτρεψε να μεταβεί στην τουαλέτα για να πλύνει το πρόσωπό της.

Το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν ήταν σύντομο. Σύμφωνα με το Κακουργιοδικείο, η κακοποίηση διήρκεσε από τις 00:30 μέχρι περίπου τις 05:00, δηλαδή για σχεδόν πέντε ώρες, οπότε ο κατηγορούμενος επέτρεψε στην παραπονούμενη να κοιμηθεί.

Το απόγευμα, ωστόσο, τα γεγονότα συνεχίστηκαν. Η γυναίκα αναχώρησε από το διαμέρισμα μαζί με τον κατηγορούμενο και μετέβησαν στην Αστυνομία προκειμένου να καταγγείλει όσα είχαν συμβεί. Ο ίδιος βρισκόταν μαζί της και αρνείτο ότι την είχε χτυπήσει. Στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό ενημερώθηκε ότι θα έπρεπε να υποβάλει την καταγγελία της στον πλησιέστερο σταθμό στην περιοχή όπου είχαν διαπραχθεί τα αδικήματα και στη συνέχεια συνοδεύτηκε μέχρι το όχημά της.

Όταν η γυναίκα επέστρεψε στο διαμέρισμά της, είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από άγνωστο αυτοκίνητο. Εκείνος την πλησίασε και της ζήτησε χρήματα για να πληρώσει το πρόσωπο που τον είχε μεταφέρει. Όταν εκείνη επιχείρησε να φύγει, ο κατηγορούμενος στάθηκε μπροστά από το όχημά της, εμποδίζοντάς την να αποχωρήσει. Στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητό της και της ζήτησε να μεταβούν σε ΑΤΜ για να πάρουν χρήματα.

Καθώς η γυναίκα οδηγούσε, του ανέφερε ότι δεν άντεχε άλλο και ότι θα τον κατήγγελλε στην Αστυνομία. Κατευθύνθηκε προς τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, όμως ο άνδρας, ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού, έπιασε το τιμόνι και το έστριψε, αλλάζοντας την πορεία του οχήματος προκειμένου να την εμποδίσει να φτάσει στην Αστυνομία.

Η γυναίκα σταμάτησε το όχημα και τότε ο άνδρας άρχισε να τη χτυπά στο πρόσωπο, προκαλώντας αιμορραγία από τη μύτη. Εκείνη κατέβηκε και άρχισε να τρέχει, όμως ο κατηγορούμενος την καταδίωξε, την άρπαξε και την έβαλε ξανά μέσα στο όχημά της, αναγκάζοντάς την να επιστρέψει μαζί του στο διαμέρισμα.

Φτάνοντας εκεί, η γυναίκα κατάφερε και πάλι να κατέβει από το αυτοκίνητο και άρχισε να τρέχει για να διαφύγει. Τελικά έφτασε σε κεντρική Λεωφόρο, όπου, περίπου στις 21:40 με 21:50, έκανε σήμα σε διερχόμενο όχημα να σταματήσει. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ζήτησε από τον οδηγό να τη μεταφέρει στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας.

Η ιατρική εξέταση στο Νοσοκομείο Λευκωσίας κατέγραψε εκτεταμένα τραύματα. Η γυναίκα έφερε μώλωπες και εκδορές και στις δύο πλευρές του προσώπου, στην αριστερή πλευρά του λαιμού, στον αριστερό βραχίονα, στο δεξί αντιβράχιο, στην πλάτη, στον αριστερό γλουτό, στον αριστερό μηρό και στις δύο κνήμες, καθώς και πολλαπλές κυκλοτερείς εκδορές στον αριστερό βραχίονα.

Η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα

Ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση υποστηρίζοντας ότι η ποινή των δύο ετών ήταν έκδηλα ανεπαρκής. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η θέση της Δημοκρατίας ήταν ότι η ποινή δεν αντανακλούσε ούτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτά διαπράχθηκαν.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα βίας στην οικογένεια, στην έξαρση τέτοιων περιστατικών και στην ανάγκη η ποινή να λειτουργεί όχι μόνο έναντι του συγκεκριμένου δράστη αλλά και αποτρεπτικά για τρίτους. Παράλληλα, ο Γενικός Εισαγγελέας υποστήριξε ότι δόθηκε υπερβολικό βάρος στη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, ενώ δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς η διάρκεια και ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα.

Το Εφετείο υπενθύμισε ότι δεν επεμβαίνει σε μια πρωτόδικη ποινή απλώς επειδή τα μέλη του θα επέβαλλαν διαφορετική ποινή. Η επέμβαση είναι δυνατή όταν η ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι έκδηλα ανεπαρκής ή έκδηλα υπερβολική ή όταν έχει διαπιστωθεί σφάλμα αρχής. Παράλληλα, για να θεωρηθεί μια ποινή έκδηλα ανεπαρκής απαιτείται πασιφανής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος και της ποινής ή ουσιώδης απόκλιση από το πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η νομολογία σε παρόμοιες υποθέσεις.

«Η ωμή χρήση βίας δεν έχει θέση στην κοινωνία»

Στο σκεπτικό του, το Εφετείο αναφέρθηκε στη νομολογία για τη σοβαρότητα των εγκλημάτων βίας, υπογραμμίζοντας ότι η χρήση βίας προσβάλλει τη σωματική ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και ότι τέτοιες συμπεριφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη γενικής αποτροπής.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι η βία στο πλαίσιο οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων αντιμετωπίζεται από τη νομοθεσία ως ιδιαίτερα σοβαρό φαινόμενο, με την αυστηρότερη ποινική μεταχείριση να εκφράζει την αποδοκιμασία της κοινωνίας και να εξυπηρετεί, ταυτόχρονα, τον σκοπό της αποτροπής.

Πέντε ώρες βίας και δεύτερο επεισόδιο μέσα στην ίδια ημέρα

Καθοριστικό στοιχείο στην κρίση του Εφετείου αποτέλεσε η διάρκεια και η επαναληπτικότητα της βίας. Το Κακουργιοδικείο είχε ήδη επισημάνει ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο ή στιγμιαίο περιστατικό. Η βία εκδηλώθηκε με ένταση και επαναλήψεις, περιλαμβάνοντας χτυπήματα, κλωτσιές, περίσφιξη του λαιμού μέχρι την απώλεια των αισθήσεων της γυναίκας και χρήση αιχμηρού αντικειμένου για εκφοβισμό και επιβολή.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ακόμη και μετά την απώλεια των αισθήσεών της και την επαναφορά της, ο άνδρας συνέχισε την άσκηση βίας. Κατά το Κακουργιοδικείο, η συμπεριφορά αυτή καταδείκνυε ιδιαίτερη σκληρότητα και αδιαφορία για τη σωματική ακεραιότητα της γυναίκας.

Επιπλέον, η πρώτη φάση της κακοποίησης διήρκεσε σχεδόν πέντε ώρες και η βία επαναλήφθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Για το Δικαστήριο, η διάρκεια και η επανάληψη δεν μπορούσαν να θεωρηθούν δευτερεύοντα στοιχεία, καθώς καταδείκνυαν διαρκή επιλογή του κατηγορουμένου να επιβληθεί στη σύντροφό του μέσω της βίας.

Παράλληλα, το Εφετείο στάθηκε στον φόβο, την αγωνία και την ανασφάλεια που υπέστη η γυναίκα, καθώς προσπάθησε επανειλημμένα να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο. Στο σκεπτικό καταγράφεται ότι τα κριτήρια της έντασης, της διάρκειας, των σωματικών και ψυχικών επιπτώσεων και των συνθηκών τέλεσης συνυπήρχαν στην υπόθεση.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ακόμη ότι η περίσφιξη του λαιμού μέχρι την απώλεια των αισθήσεων ήταν πράξη που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή, ενώ η χρήση μαχαιριού, τα πολλαπλά χτυπήματα και οι τραυματισμοί ενίσχυαν περαιτέρω τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς.

Δεν έγινε δεκτή επίκληση πρόκλησης ή συναισθηματικής φόρτισης

Σημαντική ήταν και η αναφορά του Κακουργιοδικείου, την οποία υιοθέτησε το Εφετείο, ότι δεν μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε μορφή πρόκλησης στην παραπονούμενη. Ούτε η γενική αναφορά σε συναισθηματική φόρτιση του κατηγορουμένου μπορούσε να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του, πολύ περισσότερο να λειτουργήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, δεδομένης της επαναληπτικότητας της βίας και του χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ των επιμέρους περιστατικών.

Το Εφετείο αναγνώρισε ότι το Κακουργιοδικείο είχε λάβει υπόψη του και τα στοιχεία που λειτουργούσαν υπέρ του καταδικασθέντος. Μεταξύ αυτών ήταν η παραδοχή του, το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να προσκομιστεί μαρτυρία από την παραπονούμενη, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του και οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις. Ωστόσο, το ίδιο το Κακουργιοδικείο είχε αναγνωρίσει ότι οι προσωπικές περιστάσεις δεν μπορούσαν να εξουδετερώσουν την ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής.

Το κρίσιμο σημείο: «Έκδηλα ανεπαρκής» η ποινή των δύο ετών

Παρά το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε πως το Κακουργιοδικείο είχε προσεγγίσει σωστά τα περισσότερα ζητήματα και είχε αναλύσει επαρκώς τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων όσο και τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, κατέληξε ότι η τελική ποινή δεν ήταν ανάλογη των πραγματικών περιστατικών.

«Έχουμε την άποψη ότι είναι δικαιολογημένο το παράπονο του εφεσείοντα», αναφέρει το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ποινή των δύο ετών, αντικειμενικά ιδωμένη, δεν ανταποκρινόταν στη σοβαρότητα των αδικημάτων, στην έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.

Το Εφετείο στάθηκε ιδιαίτερα στις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, χαρακτηρίζοντάς τες ιδιαιτέρως σοβαρές τόσο ως προς τις πράξεις του άνδρα όσο και ως προς τη διάρκεια της κακοποίησης. Κατά την κρίση του, υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος και της ποινής που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως.

Ως αποτέλεσμα, το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή των δύο ετών ήταν έκδηλα ανεπαρκής και ότι υπήρχε λόγος δικαστικής παρέμβασης.

Η ποινή αντικαταστάθηκε έτσι με τρία χρόνια φυλάκισης στην 11η κατηγορία, αυτήν της σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παρέμεινε σε ισχύ.

Η απόφαση του Εφετείου επαναφέρει με ιδιαίτερα σαφή τρόπο τη βαρύτητα που αποδίδεται από τη νομολογία στην παρατεταμένη και επαναλαμβανόμενη βία μέσα σε προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, ιδίως όταν αυτή συνοδεύεται από σωματικούς τραυματισμούς, απειλές, περιορισμό της ελευθερίας, χρήση αιχμηρού αντικειμένου και συμπεριφορά που προκαλεί έντονο φόβο και ανασφάλεια στο θύμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι η συνολική εικόνα των πράξεων δεν μπορούσε να αποτυπωθεί επαρκώς σε ποινή δύο ετών και, για τον λόγο αυτό, την αύξησε κατά ένα έτος, στα τρία χρόνια άμεσης φυλάκισης.

Διαβάστε επίσης: Τι ισχύει για επισκέψεις στελεχών ΕΦ στα κατεχόμενα- «Εξετάζουν social media»