Σοβαρά κενά στην παρακολούθηση της άντλησης υπόγειων υδάτων στην Κύπρο αναδεικνύει έρευνα του CIReN, η οποία βασίζεται μεταξύ άλλων σε στοιχεία του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων και ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Την ώρα που η Κύπρος βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη λειψυδρία και αυξημένες πιέσεις στους υδάτινους πόρους, το κράτος μπορεί να γνωρίζει πόσο νερό επιτρέπεται να αντλείται από δεκάδες χιλιάδες σημεία υδροληψίας, όχι όμως με αντίστοιχη ακρίβεια πόσο νερό αντλείται πραγματικά.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 76% της παροχής νερού για άρδευση προερχόταν κυρίως από ιδιωτικές γεωτρήσεις, βάσει ανασκόπησης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας το 2025. Παράλληλα, από τα 22 υπόγεια υδατικά συστήματα της Κύπρου, τα 14 παρέμεναν σε κακή κατάσταση, με τη νιτρορύπανση και τη διείσδυση θαλασσινού νερού να εξακολουθούν να επηρεάζουν αρκετούς υδροφορείς.
137.548 αδειοδοτημένες γεωτρήσεις το 2024
Το μέγεθος του συστήματος που καλείται να εποπτεύσει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων είναι τεράστιο.
Σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στην Ελεγκτική Υπηρεσία, το 2024 υπήρχαν στην Κύπρο 137.548 αδειοδοτημένες γεωτρήσεις. Από αυτές, οι 98.720 είχαν αδειοδοτηθεί πριν από το 2010, όταν την αρμοδιότητα είχαν οι Επαρχιακές Διοικήσεις, ενώ άλλες 38.828 είχαν αδειοδοτηθεί από το 2010 και μετά από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και καταχωρίστηκαν στη βάση δεδομένων του.
Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλος αριθμός των παλαιότερων γεωτρήσεων δεν έχει περαστεί στη βάση δεδομένων. Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, αυτό περιορίζει τη δυνατότητα του ΤΑΥ να διαθέτει άμεσα μια ολοκληρωμένη και αξιόπιστη εικόνα για τις γεωτρήσεις κάθε περιοχής.
Άδεια για 149,4 εκατ. κυβικά μέτρα – Άγνωστη η πραγματική άντληση
Νεότερα στοιχεία του ΤΑΥ παρουσιάζουν ακόμη πιο χαρακτηριστικά το πρόβλημα.
Μέχρι τις 31 Μαρτίου 2026 καταγράφονταν 46.353 σημεία άντλησης με εγκεκριμένα ετήσια όρια. Συνολικά, οι άδειες αυτές επιτρέπουν άντληση περίπου 149,4 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού τον χρόνο.
Το συγκεκριμένο μέγεθος, ωστόσο, δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική κατανάλωση αλλά το πόσο νερό επιτρέπεται να αντληθεί.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπίστωσε ότι, λόγω ανεπαρκούς παρακολούθησης, δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια η πραγματική ποσότητα νερού που αφαιρείται κάθε χρόνο από τα υπόγεια υδατικά συστήματα της Κύπρου.
Το 3,3% έχει άδεια για πάνω από τα 3/4 του νερού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συγκέντρωση των επιτρεπόμενων ποσοτήτων άντλησης σε σχετικά μικρό αριθμό σημείων.
Από τα 46.353 σημεία, τα 30.613 –περίπου το 66%– έχουν δικαίωμα άντλησης μέχρι 500 κυβικά μέτρα ετησίως. Όλα μαζί αντιστοιχούν μόλις στο 4,4% της συνολικής επιτρεπόμενης ποσότητας.
Στον αντίποδα, μόλις 665 σημεία, περίπου το 1,4% του συνόλου, έχουν άδεια για 30.000 κυβικά μέτρα ή περισσότερο το καθένα. Συνολικά αντιστοιχούν σε περίπου 101,5 εκατ. κυβικά μέτρα, δηλαδή σχεδόν στο 68% της συνολικής αδειοδοτημένης ποσότητας.
Εάν συνυπολογιστούν όλα τα σημεία με άδεια τουλάχιστον 10.000 κυβικών μέτρων, τότε μόλις 1.533 σημεία –το 3,3% του συνόλου– αντιστοιχούν σε περισσότερα από τα τρία τέταρτα της συνολικής επιτρεπόμενης άντλησης.
Υπόθεση με άντληση έως και 26 φορές πάνω από το όριο
Η έρευνα παρουσιάζει χαρακτηριστική περίπτωση στο Μοναγρούλλι της επαρχίας Λεμεσού, όπου δύο εταιρείες αντλούσαν από πέντε αδειοδοτημένες γεωτρήσεις σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες νερού από αυτές που επέτρεπαν οι άδειές τους.
Υδρολογική μελέτη του 2017 είχε καταλήξει ότι άντληση άνω των 100.000 κυβικών μέτρων ετησίως από τρεις συγκεκριμένες γεωτρήσεις θα έθετε σε κίνδυνο το υπόγειο υδατικό σύστημα. Το όριο που τέθηκε ξεπεράστηκε σε κάθε επόμενη περίοδο που εξέτασαν οι ελεγκτές.
Στο σύνολο των πέντε γεωτρήσεων, η ετήσια υπέρβαση έφθασε μέχρι και τα 107.293 κυβικά μέτρα.
Στέλεχος της Ελεγκτικής Υπηρεσίας ανέφερε στο CIReN ότι παλαιότερος έλεγχος είχε διαπιστώσει περιπτώσεις κατά τις οποίες εταιρεία φαινόταν να αντλεί ακόμη και 26 φορές τη μέγιστη επιτρεπόμενη ποσότητα.
Η έρευνα σημειώνει, πάντως, ότι σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία δεν προέκυψαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι η συγκεκριμένη αντιμετώπιση οφειλόταν σε πολιτική παρέμβαση ή πίεση υπέρ της εταιρείας.
Πρόστιμα €400 και €2.000
Παρά τις υπερβάσεις, η επιβολή των μέτρων χαρακτηρίζεται στην έρευνα ως ασυνεπής. Για μία από τις εταιρείες κινήθηκαν νομικές διαδικασίες μόνο για μέρος των περιόδων κατά τις οποίες είχε καταγραφεί υπέρβαση.
Η εταιρεία τιμωρήθηκε με πρόστιμο €400 τον Απρίλιο του 2021 και €2.000 τον Σεπτέμβριο του 2023.
Πέντε χρόνια μετά τον αρχικό έλεγχο, εξακολουθούσαν να καταγράφονται υπεραντλήσεις, προβλήματα εφαρμογής των μέτρων, γεωτρήσεις χωρίς ανανεωμένες άδειες και περίπου €90.000 σε μη τιμολογημένες χρεώσεις.
Δεν χρεώνονται ακόμη όλες οι ιδιωτικές γεωτρήσεις
Πρόβλημα καταγράφεται και στην οικονομική διάσταση της διαχείρισης.
Οι περιβαλλοντικές χρεώσεις και οι χρεώσεις φυσικού πόρου θεσπίστηκαν το 2017, ώστε να λαμβάνεται υπόψη τόσο η περιβαλλοντική ζημιά όσο και το κόστος εξάντλησης των υδάτινων πόρων.
Ωστόσο, σχεδόν εννέα χρόνια αργότερα, σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, το ΤΑΥ δεν είχε ακόμη τιμολογήσει την άντληση από όλες τις ιδιωτικές γεωτρήσεις.
Παράλληλα, εντοπίζεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ όσων λαμβάνουν νερό από κυβερνητικά υδατικά έργα και όσων χρησιμοποιούν ιδιωτικές γεωτρήσεις. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει επιπλέον χρέωση όταν ξεπεραστεί η εγκεκριμένη ποσότητα, ενώ δεν υπάρχει αντίστοιχη χρέωση υπεράντλησης για τις ιδιωτικές γεωτρήσεις.
Νομοσχέδιο στη Βουλή
Το ζήτημα έχει και ευρωπαϊκή διάσταση. Τον Νοέμβριο του 2024 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Κύπρου, καθώς η εθνική νομοθεσία δεν προέβλεπε υποχρεωτική περιοδική επανεξέταση των αδειών νερού, όπως απαιτεί η ευρωπαϊκή Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα.
Τον Δεκέμβριο του 2025 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, καθώς οι απαιτούμενες αλλαγές δεν είχαν ακόμη υιοθετηθεί.
Το ΤΑΥ ανέφερε στο CIReN ότι η προτεινόμενη νομοθεσία προβλέπει επανεξέταση ανά 12 χρόνια, μητρώο άντλησης και ενίσχυση των μηχανισμών παρακολούθησης και επιβολής. Το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στις 6 Απριλίου 2026 και, κατά τον χρόνο δημοσίευσης της έρευνας, εκκρεμούσε ενώπιον της Βουλής.
Το μεγάλο κενό
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι το κράτος διαθέτει αρκετά ακριβή στοιχεία για το πόσο νερό επιτρέπεται να αντλήσουν δεκάδες χιλιάδες αδειοδοτημένοι χρήστες, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει με την ίδια αξιοπιστία πόσο πραγματικά αντλείται.
Χωρίς ολοκληρωμένα στοιχεία από μετρητές, συστηματική καταγραφή των ενδείξεων και αποτελεσματικό έλεγχο, η διαχείριση ενός από τους πλέον πιεσμένους φυσικούς πόρους της Κύπρου γίνεται χωρίς πλήρη εικόνα της πραγματικής του εκμετάλλευσης.



