Το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατηγορούμενου, ο οποίος αμφισβήτησε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει την κράτησή του μέχρι την έναρξη της ακρόασης ποινικής υπόθεσης που αντιμετωπίζει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση για την κράτησή του ήταν ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη, κρίνοντας ότι από τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων.

Η υπόθεση αφορά ποινική διαδικασία με αριθμό 4971/2026, η οποία καταχωρήθηκε στις 18 Αυγούστου 2026 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 1η Σεπτεμβρίου 2026 στις 11 το πρωί.

Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται συνολικά 12 κατηγορίες. Μεταξύ άλλων, αφορούν αδικήματα που σχετίζονται με βία στην οικογένεια, όπως απειλή, παρενόχληση, πρόκληση ψυχικής βλάβης και άσκηση ψυχολογικής βίας. Περιλαμβάνεται, επίσης, κατηγορία για παραβίαση διατάγματος Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκδοθεί στις 19 Μαΐου 2026 στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 2779/2026 και με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ακόμη κατηγορία για καταφρόνηση του Δικαστηρίου σε σχέση με το ίδιο διάταγμα.

Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έναρξη της δίκης. Το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο επαναδιάπραξης ίδιων ή άλλης φύσεως αδικημάτων.

Προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε ως τεκμήριο το κατηγορητήριο της υπόθεσης 2979/2026. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά αδικήματα που, σύμφωνα με τις κατηγορίες, διαπράχθηκαν εναντίον της ίδιας παραπονούμενης στις 11, 12 και 13 Μαΐου 2026 και ήταν παρόμοιας φύσης με αυτά της υπόθεσης που εκκρεμεί. Στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας είχε εκδοθεί διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την Κ.Κ.

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατατέθηκαν, επιπλέον, τα κατηγορητήρια τριών άλλων ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του κατηγορούμενου. Πρόκειται για τις υποθέσεις 5293/2025, 3727/2026 και 6717/22, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της απειλής.

Ιδιαίτερη έμφαση από την πλευρά της κατηγορούσας Αρχής δόθηκε στο γεγονός ότι είχε ήδη εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα με το οποίο του απαγορευόταν να πλησιάζει την πρώην συμβία του, Κ.Κ. Παρά την ύπαρξη του διατάγματος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ακολούθησε νέα καταγγελία και καταχώρηση ποινικής υπόθεσης για παρόμοια αδικήματα.

Η κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε, ως εκ τούτου, ότι κανένα άλλο μέτρο δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει αποτελεσματικά την αποτροπή του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων και εισηγήθηκε την κράτηση του κατηγορούμενου.

Από την πλευρά του, ο συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στην κράτηση. Υποστήριξε ότι δύο από τις τέσσερις εκκρεμούσες υποθέσεις αφορούν αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν αρκετό χρόνο προηγουμένως και ότι υπήρξε καθυστέρηση από την Αστυνομία στην καταχώρησή τους. Για τις άλλες δύο υποθέσεις, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι δεν είναι ιδιαίτερης σοβαρότητας.

Ο συνήγορος επικαλέστηκε, παράλληλα, μαρτυρικό υλικό που βρισκόταν στην κατοχή της υπεράσπισης και, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, περιλάμβανε αναφορά της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε μορφή σωματικής βίας εναντίον της.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τη νομολογία που διέπει την κράτηση κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του λόγω πιθανότητας διάπραξης νέων αδικημάτων, κατέληξε ότι υπήρχε δικαιολογία για την έκδοση διατάγματος κράτησης.

Καθοριστικό στοιχείο αποτέλεσε, σύμφωνα με την απόφαση, η φύση και οι ημερομηνίες των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η φύση των αδικημάτων ήταν ίδια τουλάχιστον σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις και, κυρίως, ότι επρόκειτο για πρόσφατα περιστατικά.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το διάταγμα που είχε εκδοθεί στις 19 Μαΐου 2026 στο πλαίσιο της υπόθεσης 2779/2026. Το διάταγμα απαγόρευε στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί την παραπονούμενη. Ωστόσο, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος φαίνεται να μην συμμορφώθηκε με αυτό, γεγονός που οδήγησε στην καταχώρηση της νέας υπόθεσης 4971/2026.

Σε σχέση με τις δύο άλλες εκκρεμούσες υποθέσεις που αφορούν το αδίκημα της απειλής σε βάρος άλλου προσώπου και όχι της συγκεκριμένης παραπονούμενης, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι και αυτές αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα. Παράλληλα, απέρριψε το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι τα περιστατικά αυτά ανήκουν στο μακρινό παρελθόν.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν 18 και 14 μήνες αντίστοιχα πριν από την ημερομηνία των αδικημάτων που αποτελούν αντικείμενο της υπόθεσης 2779/2026. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν θεώρησε ότι το χρονικό διάστημα ήταν τέτοιο ώστε να αποδυναμώνει τη σημασία τους για την εκτίμηση του κινδύνου.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε επίσης τη θέση ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιαίτερης σοβαρότητας. Στην κρίση του συνεκτίμησε τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, την επαναλαμβανόμενη, κατ’ ισχυρισμό, διάπραξη αδικημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα και το γεγονός ότι προηγούμενο δικαστικό διάταγμα που απαγόρευε στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί την παραπονούμενη δεν φαίνεται να λειτούργησε αποτρεπτικά.

Η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον του Εφετείου με τρεις λόγους έφεσης. Με τον πρώτο, ο εφεσείων υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα διέταξε την κράτησή του στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλου αδικήματος, καθώς, κατά την άποψή του, λανθασμένα κατέληξε ότι παρουσιάζει ροπή προς το έγκλημα, στηριζόμενο στις τέσσερις εκκρεμούσες υποθέσεις. Επισήμανε, ειδικότερα, ότι δύο από αυτές αφορούν αδικήματα που είχαν διαπραχθεί αρκετό χρονικό διάστημα προηγουμένως.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αμφισβητήθηκε η κρίση περί σοβαρότητας των αδικημάτων. Ο εφεσείων υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε μόνο στις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, χωρίς να έχει ενώπιόν του το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης.

Ο τρίτος λόγος αφορούσε την κρίση ότι, εάν ο εφεσείων αφεθεί ελεύθερος, υπάρχει κίνδυνος να διαπράξει νέο αδίκημα. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε ορθή και συνολική εκτίμηση όλων των στοιχείων και των επιχειρημάτων που είχαν τεθεί ενώπιόν του.

Κατά την ακρόαση της έφεσης προέκυψε, επιπλέον, ένα νέο στοιχείο. Ο συνήγορος του εφεσείοντα ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε αποσύρει το παράπονό της εναντίον του και ότι, για τον λόγο αυτό, είχε αποσταλεί επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με αίτημα την αναστολή της ποινικής διαδικασίας.

Η κατηγορούσα Αρχή ενημέρωσε, ωστόσο, το Εφετείο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είχε απορρίψει το αίτημα για αναστολή της εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας. Ενημέρωσε ακόμη ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση την 1η Σεπτεμβρίου 2026 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και αναμενόταν να αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Όπως καταγράφεται στην απόφαση, η παραπονούμενη βρισκόταν παρούσα στο Δικαστήριο και λάμβανε γνώση των όσων είχαν λεχθεί.

Το Εφετείο, εξετάζοντας την έφεση, υπενθύμισε αρχικά τις βασικές αρχές που διέπουν την κράτηση κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που επικαλείται, η κράτηση ή η επιβολή όρων για την εξασφάλιση της παρουσίας ενός κατηγορούμενου στο Δικαστήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με αφετηρία την ατομική ελευθερία και με δεδομένο ότι η κράτηση αποτελεί κατ’ εξαίρεση μέτρο.

Το Εφετείο σημείωσε ότι μπορεί να επέμβει στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όταν διαπιστωθεί ότι η διακριτική ευχέρεια δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε επειδή λήφθηκαν υπόψη εξωγενή στοιχεία είτε επειδή παραγνωρίστηκαν κριτήρια που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία ως απαραίτητα.

Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις A.A.S. v. Αστυνομίας, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας, Dydi v. Δημοκρατίας, Γεωργίου v. Αστυνομίας, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας, Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας και Suleyman v. Αστυνομίας. Σύμφωνα με την αρχή που επαναλαμβάνεται, το Εφετείο δεν επεμβαίνει εύκολα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά μόνο για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Το Εφετείο έκρινε ότι οι τρεις λόγοι έφεσης παρουσιάζουν τέτοια συνάφεια μεταξύ τους, ώστε μπορούν να εξεταστούν παράλληλα, μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης.

Πρώτο ζήτημα που εξέτασε ήταν η απόσυρση του παραπόνου από την παραπονούμενη. Για το θέμα αυτό το Εφετείο παρέπεμψε σε προηγούμενη πρόσφατη απόφασή του, στην υπόθεση ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 173/2026, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 2026.

Στην απόφαση εκείνη είχε εξεταστεί υπόθεση στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τέσσερις εκκρεμούσες υποθέσεις, δύο συναφών αδικημάτων και δύο αδικημάτων βίας στην οικογένεια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη τόσο τη φύση και τη χρονική περίοδο των αδικημάτων όσο και ένορκες δηλώσεις παραπονούμενων προσώπων που διαφοροποιούσαν τα παράπονά τους.

Το Εφετείο υπενθύμισε ότι, στο πλαίσιο της εξέτασης του κινδύνου διάπραξης νέου αδικήματος, το ζήτημα δεν είναι να προδικαστούν οι εκκρεμούσες υποθέσεις ούτε να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για την ενοχή του κατηγορούμενου. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να δημιουργήσει πιθανολόγηση τάσης προς συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά.

Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε, στην προηγούμενη απόφαση, στο γεγονός ότι αδικήματα που φέρεται να διαπράχθηκαν ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν ελεύθερος με όρους σε άλλη υπόθεση για παρόμοια αδικήματα αποκτούν αυξημένη σημασία κατά την εξέταση του κινδύνου επαναδιάπραξης.

Εφαρμόζοντας την ίδια αρχή στην παρούσα υπόθεση, το Εφετείο τόνισε ότι δεν εντόπισε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Έκρινε ότι, με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η κατάληξή του ήταν πλήρως δικαιολογημένη.

Το Εφετείο ξεκαθάρισε, παράλληλα, ότι η επιθυμία ενός παραπονούμενου προσώπου να μην διωχθεί ο άνθρωπος που είχε καταγγείλει, ή η απόσυρση του παραπόνου εναντίον του, δεν επηρεάζει από μόνη της το ζήτημα που εξετάζεται στο πλαίσιο της κράτησης.

Ο λόγος είναι ότι το αντικείμενο της εξέτασης δεν είναι το πιθανό αποτέλεσμα των άλλων ποινικών υποθέσεων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχει πιθανότητα να διαπράξει άλλο αδίκημα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μέχρι τη δίκη.

Με την ίδια λογική, το Εφετείο σημείωσε ότι η απόσυρση ενός παραπόνου από παραπονούμενο πρόσωπο δεν αποτελεί, από μόνη της, στοιχείο που να φανερώνει κάτι αναφορικά με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου και, συνεπώς, απέρριψε το επιχείρημα ότι η απόσυρση του παραπόνου αποτελούσε νέο διαφοροποιητικό στοιχείο που θα έπρεπε να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση.

Στη συνέχεια, το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων, παραπέμποντας στην απόφαση MAHER ALJUMAA v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13 Οκτωβρίου 2025, και μέσω αυτής στη νομολογία που συνοψίζει τις σχετικές αρχές.

Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, για να καταλήξει ένα Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του, να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.

Η πιθανολόγηση αυτή αφορά ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον. Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την εκτίμησή του, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του κατηγορούμενου, στον χαρακτήρα του, στα περιστατικά της υπόθεσης, σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης ή σε άλλες σχετικές περιστάσεις.

Η νομολογία αναγνωρίζει, επίσης, ότι τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να προκύψει από το ποινικό μητρώο, από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ακόμη και από υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώρηση, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας. Μπορεί, επίσης, να προκύψει από το μαρτυρικό υλικό και τα περιστατικά της ίδιας της υπόθεσης, όπως αυτά εμφανίζονται στην όψη τους.

Το Εφετείο υπογράμμισε ιδιαίτερα ότι η φερόμενη διάπραξη αδικημάτων από κατηγορούμενο ο οποίος βρίσκεται ελεύθερος με όρους σε άλλη ποινική υπόθεση αποτελεί παράγοντα που, σύμφωνα με τη νομολογία, συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων.

Προς ενίσχυση αυτής της θέσης παραπέμπει στην απόφαση POLINA HRISTOVA IGNATOVA v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14 Οκτωβρίου 2025. Στην απόφαση εκείνη είχε θεωρηθεί ως επιπρόσθετο στοιχείο υπέρ της δικαιολόγησης της κράτησης το γεγονός ότι η εφεσείουσα φερόταν να είχε τελέσει τα υπό κρίση αδικήματα ενώ τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη σοβαρή υπόθεση συναφών αδικημάτων.

Το Εφετείο επικαλέστηκε προς την ίδια κατεύθυνση και τις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Ντέμλοζ, Δημοκρατία v. Θεμιστοκλέους και Γενικός Εισαγγελέας v. Mohammad Seraq κ.ά.

Ακολούθως, το Εφετείο απάντησε στον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι οι εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις δεν αποτελούν επιβεβαίωση του ενδεχομένου ότι θα διαπράξει νέο αδίκημα. Υπενθύμισε ότι, πέρα από τις εκκρεμούσες υποθέσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία από το ίδιο το μαρτυρικό υλικό και τα περιστατικά της υπόθεσης που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου.

Όπως αναφέρεται στη νομολογία που παραθέτει το Εφετείο, το ουσιώδες είναι να εξετάζεται κατά πόσο, στη βάση όλων των υφιστάμενων στοιχείων, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων κατά το ενδιάμεσο διάστημα. Για την κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα δεν απαιτείται βεβαιότητα ούτε ακριβής μαρτυρία.

Το Εφετείο απέρριψε στη συνέχεια και τον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο υποστηριζόταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων αποκλειστικά με βάση τις προβλεπόμενες ποινές, χωρίς να έχει ενώπιόν του το μαρτυρικό υλικό.

Σύμφωνα με το Εφετείο, μια απλή ανάγνωση της πρωτόδικης απόφασης καταδεικνύει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως επισημαίνεται, είχε λάβει υπόψη την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που αποδίδεται στον εφεσείοντα τόσο έναντι της συγκεκριμένης παραπονούμενης όσο και έναντι τρίτου προσώπου. Είχε συνεκτιμήσει ότι αυτή η συμπεριφορά φέρεται να εκδηλώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της υπόθεσης.

Παράλληλα, είχε λάβει υπόψη τον αριθμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες ο εφεσείων φέρεται να διέπραξε το αδίκημα της απειλής εναντίον της παραπονούμενης.

Σημαντικό στοιχείο αποτέλεσε επίσης το προηγούμενο διάταγμα που είχε εκδοθεί εναντίον του και με το οποίο του απαγορευόταν να παρενοχλεί την παραπονούμενη. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι το διάταγμα αυτό δεν φαίνεται να ήταν αρκετό για να αποτρέψει τη διάπραξη νέων αδικημάτων.

Το ίδιο ίσχυε, σύμφωνα με το Εφετείο, και για τους προηγούμενους όρους που είχαν επιβληθεί στον εφεσείοντα στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης για την εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του τα κατηγορητήρια των άλλων υποθέσεων που αντιμετωπίζει ο εφεσείων και, στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που περιλαμβάνονταν σε αυτά, υπήρχαν τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζονταν οι κατηγορίες.

Με βάση όλα αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι δεν απαιτείται, όπως ουσιαστικά υποστήριζε η υπεράσπιση, να υπάρχει επιβεβαίωση ή βεβαιότητα ότι ο εφεσείων θα διαπράξει άλλο αδίκημα.

Το απαιτούμενο επίπεδο, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι η δημιουργία ισχυρής εντύπωσης ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι αυτή η ισχυρή εντύπωση υπήρχε σαφέστατα.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν τόσο ορθή όσο και επαρκώς αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε περιθώριο παρέμβασης.

Και οι τρεις λόγοι έφεσης κρίθηκαν αβάσιμοι και απορρίφθηκαν.

Η έφεση απορρίφθηκε στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου, επικυρώθηκε.

Διαβάστε επίσης: Άνοιξαν πυρ εναντίον κτιρίου στη Λεμεσό – Ζημιές στην είσοδο και στο παράθυρο