Η γυναίκα πίσω από το ψευδώνυμο «Σάντη», το πρόσωπο που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας υπόθεσης με πολιτικές και ποινικές προεκτάσεις σε Κύπρο και Ελλάδα, μίλησε για πρώτη φορά δημόσια μέσω γραπτής τοποθέτησης στη Cyprus Times. Αναγνωρίζει τη συμμετοχή της, παραδέχεται ότι δημιούργησε έναν φανταστικό ρόλο και ότι τα επίμαχα μηνύματα δεν ήταν γνήσια, απορρίπτει όμως τους ισχυρισμούς ότι εκβιάστηκε, δωροδοκήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε από τρίτους.
Όπως αναφέρει, η εμπλοκή της άρχισε μέσα από συζητήσεις με τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη. Οι αρχικές συζητήσεις εξελίχθηκαν σε ερωτήσεις και απαντήσεις και, σταδιακά, η ίδια άρχισε να «μπαίνει στον ρόλο της Σάντη». Παραδέχεται ότι ο ρόλος δημιουργήθηκε μέσα από δικές της επιλογές και απέκτησε τέτοια δυναμική, ώστε δυσκολευόταν να αποδεσμευτεί από αυτόν. Δεν εξηγεί, ωστόσο, ποιο ήταν το αρχικό κίνητρό της ούτε πού ακριβώς τελείωνε η πραγματικότητα και άρχιζε η επινόηση.
Η πρώτη επικοινωνία της με τον δημοσιογράφο Στέλιο Ορφανίδη τοποθετείται το 2020 και, σύμφωνα με την ίδια, έγινε έπειτα από μεσολάβηση του Νίκου Κληρίδη. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη επαφή είναι σημαντική για να κατανοηθεί ολόκληρη η διαδρομή της υπόθεσης. Δεν διευκρινίζει, όμως, ποιες πληροφορίες μετέφερε στον δημοσιογράφο και ποιες από αυτές ήταν πραγματικές ή αποτελούσαν μέρος της κατασκευασμένης ιστορίας.
Στη συνέχεια ήρθε σε επικοινωνία με τον Μακάριο Δρουσιώτη, με τον οποίο συναντήθηκε στις 26 Απριλίου 2023, σε καφετέρια στο Mall of Cyprus. Η «Σάντη» αναφέρει ότι πήγε στη συνάντηση για να ακούσει τον δημοσιογράφο και να διαπιστώσει τι γνώριζε. Παραδέχεται, επίσης, ότι του έστειλε μήνυμα κατόπιν υπόδειξης άλλου προσώπου, χωρίς όμως να αποκαλύπτει ποιος της το ζήτησε.
Κατά τη δική της εκδοχή, στη συνάντηση διαπίστωσε ότι ο Δρουσιώτης γνώριζε ήδη αρκετά και είχε σχηματίσει συγκεκριμένη εικόνα για την υπόθεση. Επικαλείται ακόμη δημόσια αναφορά του Στέλιου Ορφανίδη, σύμφωνα με την οποία οι δύο δημοσιογράφοι συναντήθηκαν στην Αθήνα το 2023, συνέκριναν τις πληροφορίες τους και κατέληξαν ότι επικοινωνούσαν με το ίδιο πρόσωπο. Με βάση αυτό, η «Σάντη» απορρίπτει την εκδοχή ότι όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν αργότερα προήλθαν αποκλειστικά από την ίδια.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο ζήτημα των επίμαχων μηνυμάτων. Δηλώνει ότι το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε εκείνη την περίοδο έχει χαθεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παραδοθεί για τεχνική εξέταση. Δεν εξηγεί πότε και υπό ποιες συνθήκες χάθηκε η συσκευή, ούτε εάν υπάρχουν αντίγραφα ασφαλείας των συνομιλιών και των λογαριασμών της.
Παρά την απώλεια του δικού της τηλεφώνου, υποστηρίζει ότι η διαδρομή των μηνυμάτων μπορεί να διερευνηθεί μέσω των διαθέσιμων δεδομένων στη συσκευή και στους λογαριασμούς του Μακάριου Δρουσιώτη. Τον καλεί να επιτρέψει ανεξάρτητο και νόμιμο τεχνικό έλεγχο, ο οποίος θα περιοριστεί στην εξακρίβωση της προέλευσης των μηνυμάτων, του χρόνου αποστολής τους και του αριθμού ή του λογαριασμού μέσω του οποίου έφτασαν σε αυτόν.
Μετά τη συνάντηση με τον Δρουσιώτη, η ίδια υποστηρίζει ότι άλλαξε κινητό και απομακρύνθηκε από την υπόθεση, πιστεύοντας ότι η ιστορία είχε τελειώσει. Η υπόθεση πήρε δημόσιες διαστάσεις στις 31 Μαρτίου 2026, όταν ο δημοσιογράφος δημοσίευσε εκτενή ανάρτηση για τη «Σάντη» στην πλατφόρμα Χ. Η γυναίκα περιγράφει τη στιγμή ως συγκλονιστική, καθώς μετατράπηκε από πρόσωπο μιας ιδιωτικής ιστορίας σε κεντρικό πρόσωπο μιας δημόσιας αντιπαράθεσης.
Στις 2 Απριλίου 2026 προσήλθε στην Αστυνομία και έδωσε γραπτή κατάθεση. Απορρίπτει ότι ενήργησε για να προστατεύσει κάποιο πρόσωπο ή στο πλαίσιο οργανωμένης επιχείρησης εναντίον κάποιου από τους εμπλεκομένους. Επιμένει ότι τα μηνύματα που εξετάστηκαν ήταν κατασκευασμένα και το περιεχόμενό τους φανταστικό. Επικαλείται παράλληλα την ανακοίνωση της Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία δεν στοιχειοθετήθηκαν αδικήματα, ενώ τα μηνύματα κρίθηκαν μη γνήσια και το περιεχόμενό τους ψευδές και ανυπόστατο.
Η δημόσια τοποθέτησή της, πάντως, δεν απαντά σε όλα τα κρίσιμα ερωτήματα. Παραμένει αδιευκρίνιστο γιατί δημιούργησε τη «Σάντη», ποιες ακριβώς ιστορίες και μηνύματα επινόησε, ποιοι γνώριζαν ότι τα λεγόμενά της δεν ήταν αληθινά, ποιος της ζήτησε να στείλει το μήνυμα στον Δρουσιώτη και γιατί συνέχισε τις επαφές ενώ αντιλαμβανόταν ότι η υπόθεση αποκτούσε σοβαρές διαστάσεις.
Η ίδια αναλαμβάνει την ευθύνη για τη δημιουργία και τη διατήρηση του ρόλου, αλλά αρνείται να επωμιστεί την ευθύνη για κάθε στοιχείο που προστέθηκε αργότερα στην ιστορία. Ζητά να κριθεί για όσα πραγματικά έκανε, είπε και μετέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η προσωπική της ευθύνη δεν συνεπάγεται πως αποτέλεσε τη μοναδική πηγή όλων όσων δημοσιοποιήθηκαν.
Κλείνοντας, επιχειρεί να διαχωρίσει τον πραγματικό άνθρωπο από τον φανταστικό χαρακτήρα που δημιούργησε. Όπως αναφέρει, ο ρόλος μεγάλωσε, άλλοι άνθρωποι εντάχθηκαν στην ιστορία και η υπόθεση απέκτησε δημόσιες διαστάσεις. Δηλώνει ότι δεν ζητά ειδική μεταχείριση ούτε να γίνει πιστευτή χωρίς αποδείξεις, αλλά να εξεταστούν τα διαθέσιμα δεδομένα και «να αφεθούν τα στοιχεία να μιλήσουν».




